ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ

Posted: Ιουνίου 23, 2017 in Μάης του '68

 

Ένα ταξίδι ενηλικίωσης

του Τέου Ρόμβου

 

Υπήρξα κι εγώ ένα παιδί δύσκολο, όπως τόσα και τόσα άλλα ιδιαίτερα πλάσματα…

Επαναστάτησα πολύ μικρός, ήδη στα δεκατρία μου αποφάσισα ότι το σχολείο δεν μου έκανε και στράφηκα ενάντια στον κόσμο των μεγάλων. Ναι, τους μεγάλους δεν τους άντεχα και ένιωθα ότι σκοπός τους ήταν να με εντάξουν στο κοπάδι. Σ΄ εκείνο το κοπάδι που ο ίδιος ο Kύριος, κατά τη διάρκεια της επίγειας παραμονής Tου ανάμεσά μας, είχε πει: «Τα δικά μου πρόβατα γνωρίζουν τη φωνή μου και με ακολουθούν». Ναι, τους ενήλικες τους έβλεπα σαν Κυρίους και Δυνάστες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων.

Κι ήταν η ζωή μου τέτοια, που με έκανε να ωριμάσω πολύ γρήγορα. Την ημέρα δούλευα ασταμάτητα, χωρίς ωράριο, μέχρι την ώρα που έφευγα για να πάω στο νυχτερινό ιδιωτικό σχολείο. Εκεί, εκτός από δυο παιδιά της ηλικίας μου, οι υπόλοιποι συμμαθητές μου ήταν σαραντάρηδες και πενηντάρηδες, μπάτσοι ή παπάδες που πρόσβλεπαν στο απολυτήριο για να πάρουν αύξηση μισθού. Οι ελάχιστοι καθηγητές (τρεις θυμάμαι όλους κι όλους), κάποιοι βαρεμένοι συνταξιούχοι εβδομηντάρηδες, έκαναν ανόρεχτα το μάθημά τους συμπληρώνοντας έτσι την πενιχρή τους σύνταξη από το δημόσιο.

Απεχθανόμουν αυτή τη γηραλέα ατμόσφαιρα και άρχισα τις κοπάνες. Πήγαινα στα μπιλιαρδάδικα, όπου άκουγα ροκιές και η ανεμελιά ξεχείλιζε.

Κάποια στιγμή με ειδοποιήσανε ότι χάνω τη χρονιά λόγω απουσιών. Ο Διευθυντής του σχολείου μού ζήτησε για κάθε αδικαιολόγητη απουσία να πληρώσω μία δραχμή, μόνο έτσι θα τις έσβηνε. Τον κοπάνησα με την κουδούνα που χτύπαγε τα διαλείμματα. Δεν ξαναπάτησα το ποδάρι μου στο σχολείο, απλώς συνέχισα να εγγράφομαι κάθε Σεπτέμβρη και να περνάω ως απών τις τάξεις, όπως συνηθιζόταν στο ξακουστό “κολέγιο της Λαζαροπούλου”.

Γενικώς εκείνα τα χρόνια τσακωνόμουν συχνά, ξύλο με παρακρατικούς και ηλίθιους, διάφορες δουλειές, αλητεία. Μόνο στα μπουρδέλα στην Τρούμπα έβρισκα κατανόηση. Στα δεκάξι μου μπάρκαρα σε φορτηγό καράβι. Ιδανική δουλειά, δουλεύοντας γύριζα τον κόσμο. Έβλεπα την καθημερινότητα των νέων της ηλικίας μου, τη ζωή των ανθρώπων στις χώρες της Ευρώπης, στην Αφρική, την Ασία, την Αμερική. Την απίστευτη ανισότητα, τα καυτά κοινωνικά προβλήματα, την εγκληματικότητα, κι όλο το ετερόκλητο μωσαϊκό που έως και σήμερα αντικρίζει κανείς ταξιδεύοντας σε Ανατολή και Δύση.

Και αυτό ήταν εξαιρετικά διδακτικό για κείνον το νέο που μέσα σε δυο χρόνια έκανε το γύρο της γης δυο φορές, αλλάζοντας εικόνες από μέρος σε μέρος, κάθε βδομάδα, κάθε δεκαπενθήμερο, κάθε μήνα. Έτσι, λοιπόν, ταξιδεύοντας σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη άρχισα να διακρίνω, να βλέπω στο σκοτάδι, ένιωσα βαθύτερα τι σημαίνει άνθρωπος, ποια η τυχαιότητα της ύπαρξης και προσπαθούσα να ανακαλύψω όσα δίνουν νόημα στη ζωή.

Κι όπου πήγαινα ρωτούσα να μάθω λέξεις, προσπαθούσα να μιλήσω τη γλώσσα, να επικοινωνήσω.

Νομίζω ότι εκείνα τα ταξίδια με βοήθησαν να χειραφετηθώ και να γίνω ένας, άπατρις μεν, πολίτης όμως του μεγάλου κόσμου.

Στα είκοσί μου πήγα στη Γαλλία κι έκανα κινηματογραφικές σπουδές, ενώ παράλληλα δούλευα ευκαιριακά. Πότε πότε μοίραζα διαφημιστικά φυλλάδια ή έκανα τον μπογιατζή και τον κομπάρσο σε ταινίες.

Κάποια μέρα, όταν είχε γίνει πια η Δικτατορία στην Ελλάδα, στο καφέ Σεν Κλοντ του Σεν Ζερμέν, όπου μαζεύονταν οι Έλληνες αυτοεξόριστοι, ακούστηκε ότι ξεκινάνε τα γυρίσματα μιας ταινίας εποχής και χρειάζονταν κομπάρσους. Η ταινία ήταν για τον αναρχικό Μπονό και την παρέα του, μια ομάδα ελευθεριακών που έδρασαν το 1911-12 αναστατώνοντας τη Γαλλία και που μέσα σ’ ένα χρόνο έγιναν πασίγνωστοι για τις θεαματικές αιματηρές ληστείες τους (απαλλοτριώσεις στο αναρχικό γλωσσάρι). Πολλά άκουσα στη διάρκεια εκείνων των γυρισμάτων να λέγονται για τον θρυλικό Μπονό.

Το σενάριο βασιζόταν σε αληθινά περιστατικά, ενώ ιστορούσε και την καθημερινότητα κάποιων νέων αναρχικών που ζούσαν κοινοβιακά και επιβίωναν με μικροκλοπές, μέχρι που συνάντησαν τον πολύπειρο αναρχικό Ζιλ Μπονό, που τους παρότρυνε να κάνουν όλοι μαζί ληστείες σε χρηματαποστολές και τράπεζες, εκεί όπου ήταν συσσωρευμένο το χρήμα. Η ταινία γυριζόταν λίγους μήνες μετά την προβολή της ταινίας “Μπόνι και Κλάιντ” του Άρθουρ Πεν, που είχε σπάσει τα ταμεία και αναφερόταν σ’ ένα παθιασμένο ζευγάρι πιτσιρικάδων με δύσκολα παιδικά χρόνια, όπως άλλωστε δύσκολη ήταν και η παιδική ηλικία του Μπονό.

Τα λεφτά δεν ήταν πολλά αλλά η υπόθεση, για μένα που ήμουν αναρχικός, είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Ο σκηνοθέτης, που τον είδαμε την επόμενη μέρα στα γυρίσματα, ήταν πολύ νέος, κάπου είκοσι πέντε χρονών και πολύ φιλικός. Η ταινία είχε αρκετά εξωτερικά γυρίσματα, κάποια απ’ αυτά νυχτερινά, είχε και σκηνές πλήθους κι έτσι θα έκανα μερικά μεροκάματα. Επίσης, σαν κομπάρσοι, ντυμένοι με διαφορετικά ρούχα θα παίζαμε αρκετούς ρόλους. Απ’ όσο θυμάμαι, έπαιξα τον εργάτη στους σιδηροδρόμους, το μυστικό μπάτσο και το Ζουάβο στρατιώτη.

Στην ταινία το ρόλο του Ζιλ Μπονό τον έπαιζε ο Μπρούνο Κρέμερ, ενώ το ρόλο του κολλητού του Ραϊμόν Επιστήμη τον έπαιζε ο γνωστός τραγουδιστής Ζακ Μπρελ.

Σχεδόν όλο το καφενείο Σεν Κλοντ μετακόμισε στα γυρίσματα: ο Φέρρης, ο Κωνστανταράκος, ο Κατακουζηνός, ο Φραγκάκης, ο Φαφούτης και πολλοί άλλοι, που αδυνατώ να ανασύρω από την αχλή.

Στα γυρίσματα της ταινίας αυτής επετεύχθη ένας μοναδικός ιστορικός συμβιβασμός όλων των πολιτικών τάσεων ανάμεσα στους Έλληνες πολιτικούς αυτοεξόριστους. Γνωστοί σταλινικοί, μαοϊκοί, τροτσκιστές, τώρα έπαιζαν μαζί, σε αγαστή συνεργασία, σε μια αναρχική ταινία, κι ενώ κάποιοι ήταν σταλινικοί παρουσιάζονταν ως αναρχικοί, και κάποιοι άλλοι αριστεριστές έπαιζαν τους χωροφύλακες κι άλλοι τους εργάτες. Ντυμένοι με ρούχα Μπελ Επόκ ακούγαμε τις οδηγίες του βοηθού σκηνοθέτη, προβάραμε το πλάνο κάνα δυο φορές και περιμέναμε να ακούσουμε τον ήχο της κλακέτας και το «πάμε» του σκηνοθέτη.

Υπήρξε μια πολύ ωραία  εμπειρία που κράτησε, βέβαια, λίγες μέρες αλλά για μένα ήταν από τις σπάνιες φορές που έφαγα φυσιολογικά κι ανθρώπινα από την καντίνα της παραγωγής.

Την πρώτη μέρα των γυρισμάτων πήγαμε με πούλμαν στα βόρεια προάστια του Παρισιού μαζί με άλλους σαράντα περίπου κομπάρσους και εκεί ντυθήκαμε εργάτες με φόρμες δουλειάς. Ο διευθυντής της εταιρείας μας πήρε μαζί του για να πάμε να διώξουμε τους αναρχικούς που έγραφαν συνθήματα στην πύλη του εργοστασίου. Όταν φτάσαμε εκεί είδαμε τον Ζακ Μπρελ, που έπαιζε το ρόλο του Ραϊμόν του Επιστήμη, μαζί με κάποιον άλλο.

Κράταγαν πινέλα και μπογιές κι έγραφαν στον τοίχο συνθήματα όπως:  ΟΥΤΕ ΘΕΟΣ ΟΥΤΕ ΑΦΕΝΤΗΣ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤ’ ΑΦΕΝΤΙΚΑ, ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ.

Μόλις μας πήρε χαμπάρι ο Επιστήμης περιέλουσε το διευθυντή με βρισιές και στη συνέχεια ανέβηκε σε μια σκάλα και έβγαλε ένα λογύδριο: “ΞΕΣΗΚΩΘΕΙΤΕ!” φώναζε: “Δουλεύετε από το πρωί ως τη βαθιά νύχτα για ένα κομμάτι ψωμί και τα  παιδιά σας θα δουλεύουν από τα δέκα τους χρόνια σαν σκλάβοι…”, “Ξεσηκωθείτε, μην τους φοβάστε, ενωμένοι είστε δυνατοί”.

Όταν τελείωσαν εκείνη την ημέρα τα γυρίσματα, ο βοηθός σκηνοθέτη μας ανακοίνωσε ότι την επόμενη μέρα τέσσερις από εμάς θα παίζανε τους μυστικούς μπάτσους ντυμένοι με ρούχα εποχής, κουστούμια κλπ. και θα παρακολουθούσανε κρυφά την ομάδα των αναρχικών, ενώ οι υπόλοιποι θα κάνανε τους διαβάτες, κι όλα αυτά κάπου στo Πορτ ντ’ Ορλεάν.

Στο γύρισμα αυτό δεν πήρα μέρος, έμαθα όμως από κάποιους που δούλεψαν ότι ξεκίνησε το ξήλωμα της ομάδας με απανωτές συλλήψεις, τη μία μετά την άλλη. Μετά την τελευταία αποτυχημένη ληστεία, η αστυνομία συνέλαβε τέσσερις από τους συντρόφους του Μπονό. Την ίδια μέρα, η εθνική ασφάλεια που είχε αναλάβει τις επιχειρήσεις, εντόπισε τον Μπονό να κοιμάται στην κατοικία ενός αναρχικού, στο Ιβρί-σιρ-Σεν. Εκείνος όμως τους πήρε είδηση, πετάχτηκε απάνω κι άρχισαν αμέσως οι πυροβολισμοί. Τραυματισμένος από την ανταλλαγή πυρών κατάφερε να ξεφύγει. Τώρα η αστυνομία είχε πλέον μια πιο καθαρή εικόνα για το πού μπορεί να βρίσκεται ο Μπονό, ενώ περνά την περιοχή από ψιλό κόσκινο. Μετά απ’ όλα αυτά η παραγωγή της ταινίας οργάνωσε το επόμενο γύρισμα στο Σουασί-λε-Ρουά όπου βρισκόταν η γνωστή στην αστυνομία «κόκκινη φωλιά» και είχαν στο παρελθόν καταγραφεί ύποπτα σούρτα φέρτα.

Και την επόμενη μέρα, πρωί πρωί, οι ηθοποιοί κι όλοι εμείς, κομπάρσοι και συνεργείο, αναχωρήσαμε με δύο πούλμαν για τα νότια προάστια του Παρισιού, στο Σουασί-λε-Ρουά όπου βρισκόταν το σπίτι με το γκαράζ του αναρχικού Ντιμπουά, η περίφημη «κόκκινη φωλιά», για τα γυρίσματα του τέλους της ταινίας. Ήταν σχεδόν βέβαιο ότι ο Μπονό κρυβόταν εκεί, ενώ από χθες θα είχε όλο το χρόνο για να ταμπουρωθεί καλά.

Ο επικεφαλής της ασφάλειας προτίμησε να περικυκλώσει την περιοχή και να περιμένει έως ότου έρθουν και άλλες ενισχύσεις. Μια μακρά πολιορκία και αναμονή άρχισε, και τις ώρες αυτές ενισχύεται η αστυνομία κι από άλλες δυνάμεις. Πράγματι, έφτασαν ενισχύσεις από ποδηλάτες αστυνομικούς, ασφαλίτες με πολιτικά, χωροφύλακες κι όλοι αυτοί ανακατεύτηκαν με τον κόσμο που είχε μαζευτεί για να παρακολουθήσει το θέαμα. Αργότερα ήρθε κι ένα σύνταγμα Δραγόνων, μια ομάδα Φρουρών της Δημοκρατίας και Φρουροί της Ειρήνης, και το σπίτι είχε πλέον περικυκλωθεί για τα καλά από εκατοντάδες μάχιμους άντρες. Εμείς έπρεπε να αλλάζουμε ρούχα ανάλογα με τις ανάγκες των πλάνων και πότε να κάνουμε τους χωροφύλακες, πότε τους περαστικούς και πότε τον κόσμο που παρακολουθούσε. Ντυνόμασταν και γδυνόμασταν σε ένα αυτοκινούμενο βεστιάριο.

 Σε λίγο άρχισαν τα γυρίσματα κι εγώ, ντυμένος Ζουάβος, παρελαύνω μαζί με το λόχο μου μπροστά στο μαζεμένο πλήθος. Μαζί κουβαλάγαμε κι ένα πολυβόλο Hotchkiss κι όπως βαδίζουμε συντεταγμένα, το μαζεμένο πλήθος των περιέργων μας επευφημεί φωνάζοντας: «Ζουζού! Ζουζού»! Πίσω μας ακολουθούσαν και άλλες στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις που θα ενισχύσουν την επιχείρηση εξόντωσης του αναρχικού Μπονό.

Στα γυρίσματα αυτά γνωρίστηκα με τον Τίτο Πατρίκιο, που ήταν επίσης ντυμένος Ζουάβος. Εκείνος μου εξήγησε ότι οι Ζουάβοι ήταν μια φάρα ορεινών ανυπότακτων Αλγερίνων που μοιάζουν σε αγριότητα  με τους Μανιάτες και που, όπως κι εκείνοι, δεν υποτάχθηκαν ποτέ στους Τούρκους.

Κοιτάζοντας προς το σπίτι βλέπαμε τον Μπονό να εμφανίζεται πότε πότε στο κεφαλόσκαλο για να πυροβολήσει προς τους μπάτσους κι εκείνοι τον υποδέχονταν με ριπές από σφαίρες, που όμως δεν τον τραυμάτιζαν. Βγήκε κιόλας και περπάτησε στο μπαλκόνι αψηφώντας τα πυρά, ενώ σημάδευε και πυροβολούσε όποιον έκανε το λάθος να ξεμυτίσει από την κρυψώνα του. Κατάφερε μάλιστα να τραυματίσει δυο ακόμη ασφαλίτες. Στο τέλος αναγκάστηκε να κρυφτεί και πάλι μέσα στο σπίτι, όταν πήραμε διαταγή κι άρχισαν τα τουφέκια των Ζουάβων να πυροβολούν.

Λίγο μετά τις έντεκα τραυματίστηκε κι ο διευθυντής της αστυνομίας από σφαίρα μάλλον κάποιου ηλίθιου μπάτσου, που ρίχνανε όπου να ‘ναι, και που νωρίτερα είχαν τραυματίσει κι έναν θεατή. Πολίτες κατέφθαναν τώρα κατά κοπάδια, θέλοντας όλοι να ζήσουν από κοντά το τέλος του πιο τρομερού ληστή της Γαλλίας, κάποιοι μάλιστα έφερναν μαζί σε καλαθάκια το φαγητό τους.

Το σπίτι-γκαράζ πρέπει να ήταν φτιαγμένο από ξύλο, λάσπη και σοβά και όπως είχε χτυπηθεί από εκατοντάδες σφαίρες, είχε γίνει σαν τυρί γκριγιέρ, κυριολεκτικά κόσκινο και μέσα από τις τρύπες ξεπρόβαλλε πότε πότε κάποιο όπλο που πυροβολούσε προς το μέρος μας.

Γύρω στο μεσημέρι είχε πλέον γίνει  φανερό πως όλοι τούτοι οι πυροβολισμοί δεν έβγαζαν πουθενά. Έγινε για λίγο ησυχία κι έτσι μπόρεσαν οι επικεφαλείς να συνεννοηθούν και να αποφασίσουν για το πότε θα χρησιμοποιούσαν το κιβώτιο με τα εκρηκτικά.

Η πόρτα του γκαράζ μισάνοιξε λίγο, κάποιοι το προσέξανε και κατάλαβαν ότι ο Ντιμπουά, ο αναρχικός σύντροφος του Μπονό, προετοίμαζε ηρωική έξοδο με μια μοτοσικλέτα. Τον πυροβολήσανε και εκείνος ανταπέδωσε, του ζητήσανε να βγει έξω με σηκωμένα τα χέρια ψηλά κι εκείνος αρνήθηκε επικαλούμενος τα αναρχικά του πιστεύω και στη συνέχεια πυροβόλησε τους χωροφύλακες. Εκείνοι ανταπέδωσαν τα πυρά κι ο Ντιμπουά σωριάστηκε. Την ίδια ώρα, στο παράθυρο του πάνω ορόφου, εμφανίστηκε ο Μπονό που τον είχαν ξυπνήσει οι πυροβολισμοί κι άρχισε να πυροβολεί κάποιους που, με χίλιες προφυλάξεις, κρυμμένοι στη σκάλα του γκαράζ, ετοιμάζονταν να ανέβουν.

Οι σφαίρες βρήκανε τον προπορευόμενο μπάτσο στο στομάχι κι ο Μπονό κρύφτηκε για ν’ αποφύγει την βροχή από σφαίρες που τώρα σφύριζαν γύρω του. Αλλά κι οι μπάτσοι αναγκαστήκανε να οπισθοχωρήσουν μαζεύοντας τους πληγωμένους συναδέλφους τους κι ανταποδίδοντας τους πυροβολισμούς προς το σπίτι. Ο Μπονό πετάχτηκε και πάλι έξω πυροβολώντας, χωρίς να πετύχει όμως κανέναν, γιατί όλοι τους είχαν πια κρυφτεί πίσω από τα δέντρα που βρίσκονταν στην όχθη του Σηκουάνα. Το σκοτάδι άρχισε να τυλίγει την περιοχή και το γύρισμα για κείνη την ημέρα πήρε τέλος.

 Στις δυο τελευταίες μέρες των γυρισμάτων οι περισσότεροι κομπάρσοι ήμασταν Έλληνες, άλλοι από εμάς ντυμένοι αστυνόμοι και πολιτοφύλακες, άλλοι θεατές. Κι εμείς, που ήμασταν για δεύτερη μέρα ντυμένοι Ζουάβοι με βράκες, φέσια και τουφέκια, οδηγηθήκαμε με ένα βαγόνι που το έσπρωχνε μια ατμομηχανή στο μέσον της εναέριας γέφυρας, που περνούσε πάνω σχεδόν από το σπίτι-γκαράζ, όπου και στήσαμε το πολυβόλο και πήραμε τις θέσεις μας με τα τουφέκια να σημαδεύουν το σπίτι.

Όλα πλέον ήταν έτοιμα και περιμέναμε να χαράξει.

Με το πρώτο φως της ημέρας, γύρω στις εφτά το πρωί, δόθηκε η διαταγή κι άρχισαν οι πυροβολισμοί, το τουφεκίδι και το πιστολίδι. Κι εμείς, οι Ζουάβοι, που είχαμε το πολυβόλο, κορυφή της τεχνολογίας, γαζώναμε οριζοντίως και καθέτως το σπίτι-γκαράζ. Οι πληροφορίες λέγανε ότι μέσα στην «κόκκινη φωλιά» βρισκόταν πλέον μόνον ο Μπονό ζωντανός.

Αντίκρυ από το σπίτι και κάτω από τα πέδιλα της γέφυρας κρυβόντουσαν οι τέσσερις  Έλληνες μυστικοί αστυνόμοι που είχαν πάρει εντολή να μπουκάρουν στο σπίτι αμέσως μετά την έκρηξη και να αποτελειώσουν τον Μπονό.

Στην άλλη μεριά της αλάνας υπήρχε ένας μεγάλος τοίχος, παλιά εργοστάσια κι από τις δύο πλευρές και μέσα στις αυλές περιμένανε κι άλλοι αστυνομικοί με πολιτικά για το τελικό ντου.

Ξαφνικά, ο σκύλος του Ντιμπουά άρχισε να γαυγίζει και ο Μπονό εμφανίστηκε λίγο στο παράθυρο για να κοιτάξει έξω. Τότε είδε το κάρο με τα σανά και τα δεμένα γύρω του στρώματα και κατάλαβε ότι ζύγωναν για να τοποθετήσουν τους δυναμίτες. Ο Μπονό άδειασε το πιστόλι του προς τα κει αλλά δεν πέτυχε κανένα. Φάνηκε να μετακινείται στο πίσω δωμάτιο για να προστατευτεί απ’ την επικείμενη έκρηξη. Εκεί τούμπαρε το σιδερένιο κρεβάτι για να το βάλει ασπίδα κι οχύρωσε την πόρτα με το γραφείο και τις πολυθρόνες που στοίβαξε πάνω του. Ύστερα κάθισε δίπλα στο παράθυρο, πυροβολώντας πότε πότε και με τα δυο όπλα μέσα από τις τρύπες που είχαν ανοίξει οι σφαίρες των αστυνομικών. Ήταν πια σίγουρος ότι δε θα ‘βγαινε ζωντανός, γι’ αυτό και στρώθηκε να γράψει τη διαθήκη του. Αράδιασε μπροστά του τα όπλα του, την καραμπίνα, τα τρία Μπράουνινγκ και το μικρό Μπαγιάρ, ενώ γύρω στο πάτωμα άπλωσε τις τελευταίες σφαίρες και τα φυσίγγια που είχαν απομείνει.

Έξω από το γκαράζ ένας Δραγόνος άναψε το φιτίλι κι απομακρύνθηκε τρέχοντας. Η έκρηξη  που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική, ένα σύννεφο από χώματα σκέπασε το σπίτι και για λίγα λεπτά δε βλέπαμε τίποτα κι όταν κάπως καθάρισε, διακρίναμε ολόκληρη την πρόσοψη του γκαράζ κατεστραμμένη, ενώ οι ξύλινοι τοίχοι είχαν αρπάξει φωτιά. Κι όταν κατακάθισε εντελώς ο κουρνιαχτός, τα πλήθη του κόσμου ερεθισμένα απ’ την αγριότητα της σκηνής άρχισαν να ουρλιάζουν: «Θάνατος, θάνατος, θάνατος» και όρμησαν προς το ερείπιο για να λυντσάρουν τον Μπονό. Η αστυνομία κι οι Φρουροί της Δημοκρατίας παραταγμένοι κατάφεραν να τους συγκρατήσουν. Οι αστυνόμοι περίμεναν να καταλαγιάσει η φωτιά για να δουν εάν υπήρχε σημάδι ζωής μέσα στο σπίτι. Ύστερα από δέκα λεπτά αποφάσισαν να προχωρήσουν και κύλησαν το οχυρωμένο κάρο, όπου πίσω του κρυβόντουσαν καμιά δεκάδα αστυνόμοι, ξανά προς το σπίτι. Στη φωτιά που ακόμη σιγόκαιγε βρήκανε τον σκοτωμένο Ντιμπουά και τον ακούμπησαν έξω στο παρτέρι. Και μετά ανεβήκανε τη σκάλα. Στο πρώτο δωμάτιο, διάτρητο τώρα από χιλιάδες σφαίρες, όπου πλανιόταν μια βαριά μυρωδιά από μπαρούτι, βρήκαν τον Μπονό, βαριά τραυματισμένο, να κάθεται μαζεμένος πίσω απ’ το στρώμα και να συνεχίζει το  γράψιμο της διαθήκης του, όπου ξεκαθάριζε ότι διάφορα πρόσωπα, που είχαν κατηγορηθεί άδικα, δεν συμμετείχαν ποτέ σε τίποτα κι ότι ήταν αθώοι.

Ο Κώστας Φέρρης αφηγείται για κείνη τη σκηνή: «Στις 3 Μαΐου ειδοποίησαν εμένα, τον Αχιλλέα Θεοφίλου, το σκηνοθέτη Γιώργο Κατακουζηνό, και τον κινηματογραφιστή Ηλία Φραγκάκη: Ο Φιλίπ Φουραστιέ γύριζε μια ταινία για το Γάλλο αναρχικό Ζιλ Μπονό, και μας ήθελε να κάνουμε τους τέσσερις χωροφύλακες που τον εκτελούν, τυλιγμένο με την κουβέρτα του, με το σκύλο νεκρό δίπλα, στο πρότυπο της διάσημης γκραβούρας των αρχών του 20ου αιώνα. Εγώ, αν και δεν ήμουν θαυμαστής του Μπονό, την είχα αυτή τη γκραβούρα στο σπίτι μου. Και να που ξαφνικά μου πέφτει ο ρόλος να τον σκοτώσω. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί πήγαμε στο γύρισμα, σκοτώσαμε τον Μπονό, και φύγαμε κατευθείαν στο μετρό για να γυρίσουμε στο Σεν Ζερμέν, να δούμε τι γίνεται. Με το που βγήκαμε στην πλατεία, κοντοσταθήκαμε έκπληκτοι: Όλα λίμπα». Οι φοιτητές είχαν ξεσηκωθεί και πήρανε στο κυνήγι τους μπάτσους. Ο Μάης είχε μόλις αρχίσει…»

 

Και τα γυρίσματα είχαν πλέον τελειώσει για όλους εμάς τους κομπάρσους. Εκείνο το βράδυ πληρωθήκαμε για τελευταία φορά, η αποστολή μας είχε τελειώσει. Κάποιοι από μας, νιώθοντας εντελώς ξεπουλημένοι για τους φόνους συντρόφων, πήγαμε και κάναμε ένα γερό μεθύσι.

Από το επόμενο βράδυ την έβγαζα στα οδοφράγματα της Γκι Λισάκ και του Σαιν Μισέλ και, όσο κράτησε η εξέγερση, κοιμόμουνα τη μια στο κατειλημμένο θέατρο Οντεόν και την άλλη στην κατάληψη της Σορβόνης. Και τις ώρες που δεν γινόταν κάποια διαδήλωση τριγύρναγα στο απέραντο Παρίσι γράφοντας στους τοίχους των σχολείων το σύνθημά μου:

ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

ΕΙΝΑΙ ΤΩΝ ΝΕΩΝ Η ΡΟΠΗ

Τον Τίτο Πατρίκιο, τον ξανασυνάντησα κάνα χρόνο μετά στην Αθήνα της χούντας. Εκείνος έκανε μελέτες πάνω στα αποκρυφιστικά σύμβολα των ελληνικών μοναστηριών και των μεσαιωνικών εκκλησιών της χώρας. Κυκλοφορούσε με ψεύτικα χαρτιά παριστάνοντας το Γάλλο τουρίστα, με ένα γαλλικό αυτοκίνητο που είχε διαφορετικές πινακίδες μπρος-πίσω. Κανείς δεν το είχε προσέξει. Γελάσαμε πολύ εκείνη την ημέρα. Μου φάνηκε ότι κι εκείνος είχε συγκρατήσει κάτι πολύτιμο από τη συμμετοχή μας στην ταινία του ελευθεριακού και ιλεγκαλιστή Μπονό.

Κι όταν, μετά από χρόνια, στη μεταπολίτευση, στη διάρκεια του ελληνικού Μάη, επέστρεψα στην Αθήνα κι άνοιξα το βιβλιοπωλείο Όκτοπους στα Εξάρχεια, συνέχισα να γράφω στους τοίχους:

ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ

ΕΙΝΑΙ ΤΩΝ ΝΕΩΝ Η ΡΟΠΗ

αδιαφορώντας για τους κομπλεξικούς που κάποτε προσθέτανε κι ένα ΝΤ στη λέξη ΡΟΠΗ…

 

Υστερόγραφο: Τελευταία φορά που πέρασα από τα Εξάρχεια, στη γωνία Οικονόμου  και Κουντουριώτη, είδα ότι το σύνθημα που είχα γράψει κάποτε εκεί είχε χαθεί κάτω από το χυμώδες αμεσοσύνθημα:

ΑΡΠΑΞΕ ΝΑ ΦΑΣ ΚΑΙ ΚΛΕΨΕ ΝΑ ’ΧΕΙΣ

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέο Επίπεδο τον Ιούνιο του 2017

http://www.neoepipedo.gr/

Advertisements
Σχόλια
  1. Κοινοποιώ με αγάπη
    να μοιραστώ την απόλαυση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s