ελεύθερα κείμενα – copy, right – copy left…

        […] Αν εξαιρέσωμεν την του κουρέως, ουδεμία υπάρχει παρ’ ημίν τέχνη ευκολωτέρα της του συγγραφέως. Εμμανουήλ Ροΐδη

 

Ο Συγγραφέας που δεν ήξερε Γραμματική γι’ αυτό Τόλμησε…

 

του Τέου Ρόμβου

Γράφει ο Αλανιάρης συγγραφέας:

«…Ντιαρμπεκίρ,  Χαλέπι,  Άγκυρα,  Σίβας,  Ερζερούμ  κι εκατό  ακόμα  πόλεις  και  χωριά…   Η  ζωή  ενός  ανθρώπου  ούτε  εξιστορείται  ούτε  γράφεται.  Η  ζωή  ενός  ανθρώπου  που αγάπησε  τον  κόσμο  και  τον  σεργιάνισε  είναι  ακόμα  πιο  δύσκολο  να  χωρέσει  σε  μια αφήγηση.  Μα  αν  αυτός  ο  άνθρωπος  υπήρξε  ένας  παθιασμένος,  που  γνώρισε  όλες  τις κλίμακες  της  ευτυχίας  και  της  δυστυχίας  περιδιαβαίνοντας  τον κόσμο, τότε το να προσπαθήσεις να δώσεις μια εικόνα της ζωής του είναι σχεδόν αδύνατο. Αδύνατο γι’ αυτόν τον ίδιο κατ’ αρχή. Και μετά για κείνους που θα τον ακούνε…»

Στράτα παίρνει, στράτα αφήνει…

Ένα ανυπότακτο πλάσμα. Ένας περιπλανώμενος τροβαδούρος που διέσχιζε την ύπαιθρο, τις πόλεις και τα χωριά. Ένας αλήτης που περπάτησε στις στράτες του κόσμου κι έζησε τη ζωή, για να μπορέσει κάποτε να τραγουδήσει το τραγούδι της. Έτσι και μόνο έτσι θα μπορούσε ένας αληθινός συγγραφέας σαν τον Ιστράτι να γράψει. Αποκτώντας με κόπο το υλικό των αφηγήσεών του, βουτώντας τη γραφίδα του μες στη ζωή και στριφογυρίζοντάς την. Αλλιώς, θα ήταν ένας απλός γραφιάς σαν όλους εκείνους που γράφουν αναμασώντας κλισαρισμένα σχήματα χωρίς καμιά εσωτερική έμπνευση, καμιά εξωτερική ομορφιά, χωρίς αλήθεια.

Αυτός ήταν ο Ιστράτι: ένας αληθινός συγγραφέας που δεν δανειζότανε τίποτα κι από κανένα. Γιατί στα μπαγκάζια του τα είχε όλα. Γιατί ο συγγραφέας Παναΐτ Ιστράτι σφυρηλατήθηκε μέσα από την ίδια του τη ζωή και τα απρόοπτά της. Περπάτησε στα Βαλκάνια και σ’ όλες τις μεσογειακές χώρες κι έκανε όλες τις δυνατές δουλειές για να επιζήσει. Πέρασε θάλασσες και στεριές με τον συνήθη γι’ αυτόν τρόπο -λαθρεπιβάτης σε πλοία και τρένα-, διέσχισε με τα πόδια χώρες ολόκληρες, κάποτε βρέθηκε σε σανατόριο στην Ελβετία όπου και νοσηλεύτηκε για τη φυματίωση που τον βασάνισε σχεδόν σ’ όλη του τη ζωή. Εκεί γνώρισε τον Ρωσοεβραίο συγγραφέα Γιοσουέ Γεχούντα κι έγιναν φίλοι και με τη βοήθειά του έμαθε γαλλικά. Στα τέλη του 1920 πέρασε τα σύνορα για να πάει στη Νίκαια, που την ήξερε καλά από προηγούμενα ταξίδια, κι εκεί δούλεψε σαν πλανόδιος φωτογράφος.

Και τότε κατάλαβε ότι είχε φτάσει πια στο τέλος της αναζήτησης. Βρέθηκε μπροστά στο πιο δύσκολο σταυροδρόμι της ζωής του και στο μεγάλο δίλημμα. Να γράψει ή να πεθάνει.

Στράτα, στρατούλα…

Τον βρήκε ένας κλοσάρ  πάνω στο γρασίδι να σφαδάζει και να ματώνει. Αργότερα, στο νοσοκομείο, βρέθηκε στην τσέπη του παντελονιού του τσαλακωμένο ένα ανεπίδοτο γράμμα που απευθυνόταν στον Ρομαίν Ρολάν, τον γνωστό Γάλλο συγγραφέα που τόσο θαύμαζε.

Ο Ρομαίν Ρολλάν έχει γράψει σχετικά: «Τις πρώτες εκείνες μέρες του Γενάρη 1921 μου παρέδωσαν ένα γράμμα από το νοσοκομείο της Νίκαιας.  Είχε  βρεθεί  πάνω  σε  κάποιον  απελπισμένο  που  είχε  κόψει  το  λαρύγγι  του κι έγραφε: «Νιώθω να πνίγομαι μες την κοινοτυπία που με κυκλώνει. Ούτε ένα πρόσωπο, μήτε μια κουβέντα που να περιέχει λίγη σκέψη και συλλογισμό, μια ματιά κατανόησης. Φεύγω, πιο καλά χάνομαι, εξαφανίζομαι». Κι ενώ μιλάει για το απόλυτο τέλος του, διακόπτει  δυο φορές τις απελπισμένες  του εκκλήσεις για να αφηγηθεί δυο αστείες ιστορίες από το παρελθόν του. Ο άνθρωπος αυτός είναι γεννημένος μυθογράφος, ένας παραμυθάς της Ανατολής που μαγεύει και προκαλεί μέσα από τα γραφτά του και κάθε φορά που ξεκινάει μια ιστορία δεν ξέρει —μήτε ο ίδιος— αν θα του πάρει μια ώρα ή χίλιες και μία νύχτες για να την τελειώσει… Οι πιθανότητες για να  επιζήσει  ήταν ελάχιστες, τελικά όμως σώθηκε».

Και όταν ο Ιστράτι επανήλθε στη ζωή, έμαθε ότι ο νομπελίστας Ρομαίν Ρολάν, εντυπωσιασμένος από το γράμμα του,  ζήτησε να τον συναντήσει. Αναπτερωμένος, λοιπόν, πηγαίνει στο Παρίσι. Στη συνάντηση που υπήρξε πολύ θερμή, ο Ρολάν του μίλησε για το πηγαίο ταλέντο του και του ζήτησε να στρωθεί και να γράψει. Ο Ιστράτι παρέμεινε στο Παρίσι φιλοξενούμενος στο σπίτι ενός Ρουμάνου φίλου του τσαγκάρη και στρώθηκε στο γράψιμο και κει, πάνω στο χαρτί, το ταλέντο του εκρήγνυται, κι αυτό το βλέπουμε σε κάθε αράδα των κειμένων του. Λέει γι’ αυτόν ο Βίκτορ Σερζ: «Έγραφε χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα από γραμματική και από ύφος αλλά ήταν γεννημένος ποιητής».

Το 1923 τέλειωσε το πρώτο του βιβλίο «Κύρα Κυραλίνα», που αμέσως άρχισε να δημοσιεύεται σε συνέχειες σε παριζιάνικη εφημερίδα, ενώ τον επόμενο χρόνο εκδόθηκε και σε βιβλίο. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε και το δεύτερο βιβλίο του «Ο μπάρμπα Αγγελής».

Τον Οκτώβρη του 1927 ο Ιστράτι, γνωστός πλέον συγγραφέας στη Γαλλία, προσκλήθηκε στη Μόσχα για τα δέκα χρόνια της οκτωβριανής επανάστασης. Κατενθουσιασμένος ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και μαζί με τον παλιό γνώριμό του από τη Ρουμανία Κριστιάν Ρακόφσκι, πρέσβη της Σοβιετικής Ένωσης στη Γαλλία, ταξίδεψαν στη Μόσχα. Ο Ρακόφσκι, που ήταν από τα στελέχη της οκτωβριανής επανάστασης, φαινόταν ανήσυχος στη διάρκεια του ταξιδιού λόγω της ξαφνικής, και χωρίς φανερό λόγο,  ανάκλησής του από το Παρίσι. Ανάμεσα σε κείνους που τον υποδέχτηκαν, όταν έφτασε στη Μόσχα, ήταν και ένας γαλλόφωνος νέος άντρας, ο Βίκτορ Σερζ. Η αμοιβαία συμπάθεια που δημιουργήθηκε μεταξύ τους γρήγορα εξελίχθηκε σε φιλία. Λίγες μέρες αργότερα, ο Ιστράτι γνώρισε τον Νίκο Καζαντζάκη ο οποίος ήταν επίσης προσκεκλημένος της σοβιετικής κυβέρνησης.

Ο Παναΐτ ερχόταν στη Ρωσία για πρώτη φορά, ως αντιπρόεδρος της εταιρείας «Φίλοι της Σοβιετικής Ένωσης», ενώ ο Νίκος Καζαντζάκης,  θερμός θαυμαστής της οκτωβριανής επανάστασης, είχε ταξιδέψει ήδη αρκετά στη χώρα. Και οι τρεις τους κάνουν στενή παρέα.

Ο διανοούμενος Βίκτορ Σερζ, γεννημένος στο Βέλγιο, έζησε στη Γαλλία όπου έγινε γνωστός για τη συμμετοχή του στην αναρχική ομάδα Μπονό και την καταδίκη του γι’ αυτή του τη δράση. Μετά την οκτωβριανή επανάσταση πήγε στην πατρίδα των γονιών του, τη Ρωσία, γιατί πίστεψε στο όραμα μιας νέας εποχής για τον άνθρωπο. Τον Νοέμβρη, ο Ιστράτι παρέα με τον Καζαντζάκη ταξιδεύουν σε διάφορες κοντινές περιοχές της Μόσχας, γνωρίζουν κόσμο, συνομιλούν μαζί του.

Ο Ιστράτι  θέλει να μάθει, να ακούσει από τους ίδιους πώς είναι τα πράγματα, όμως οι  άνθρωποι είναι επιφυλακτικοί, εκφράζονται με μισόλογα κι όταν η συζήτηση στρέφεται στην πολιτική και στην οικονομική καθημερινότητα αλλάζουν κουβέντα. Σιγά σιγά ο Ιστράτι  συνειδητοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά.

Επιστρέφοντας στη Μόσχα μαθαίνουν ότι ο Ρουσάκοφ, γνωστός επαναστάτης και πεθερός του Σερζ, είχε κατηγορηθεί από την εφημερίδα Πράβδα ως αντεπαναστάτης και απειλούνταν με εκτέλεση. Ο Ιστράτι θέλοντας να βοηθήσει τον φίλο του χρησιμοποίησε τις γνωριμίες που είχε κάνει αυτό το διάστημα, έφτασε μάλιστα να συναντήσει και τον πρόεδρο Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Καλίνιν για να του ζητήσει να αποσυρθούν οι άδικες κατηγορίες εναντίον του γνωστού μπολσεβίκου. Και πράγματι ο Ρουσάκοφ στη δίκη αθωώθηκε, όμως σε δεύτερο βαθμό, καταδικάστηκε τελεσίδικα.

Στα τέλη του Νοέμβρη 1927, ο Ιστράτι έμαθε από τον Σερζ ότι ο Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφφε, γνωστό στέλεχος της αντιπολίτευσης,  αυτοκτόνησε στη Μόσχα.

Τον ίδιο περίπου καιρό, το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων ο Τρότσκι και ο Ζινόβιεφ, διαγράφηκαν από το κόμμα, αρκετοί όμως απ’ αυτούς προχώρησαν  σε άμεση αποκήρυξη των ιδεών τους προκειμένου να επιστρέψουν σ’ αυτό.

Ο Καζαντζάκης έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα κι έτσι πρότεινε στον Ιστράτι να ταξιδέψουν μαζί. Έτσι κι αλλιώς, οι δυο συγγραφείς ένιωθαν ότι έπρεπε να πάρουν μια απόσταση από τα γεγονότα για να μπορέσουν να γράψουν. Κι αφού συμφώνησαν ότι θα συνεχίσουν το ταξίδι τους στη Ρωσία στις αρχές της άνοιξης, έφτασαν στα τέλη του Δεκέμβρη στον Πειραιά. Και την παραμονή της πρωτοχρονιάς, στην εφημερίδα «Πρωία» δημοσιεύτηκε ένα κείμενο του Καζαντζάκη που παρουσίαζε στο ελληνικό κοινό τον μεγάλο πεζογράφο από τη Βραΐλα.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 11 Γενάρη του 1928, το θέατρο «Αλάμπρα» ήταν κατάμεστο από τον κόσμο που είχε μαζευτεί για ν’ ακούσει από τους δυο συγγραφείς τις εντυπώσεις τους από το μεγάλο λαϊκό επίτευγμα, τη ρώσικη επανάσταση.

Πρώτος μίλησε ο εκπαιδευτικός Δημήτρης Γληνός που παρουσίασε και τους ομιλητές κι όταν ήρθε η σειρά του, ο Ιστράτι μίλησε με πάθος  για τη δίμηνη εμπειρία του στη Σοβιετική Ένωση, για το όραμα και για τον νέο πολιτισμό που, όπως είπε, χτιζόταν εκεί.

Είπε ότι στην αχανή χώρα υπάρχουν ακόμη προβλήματα, δεν υπάρχει εργασία για όλο τον κόσμο, ούτε και τροφή και ρούχα άφθονα, μα ό,τι υπάρχει το μοιράζεται ίσα και δίκαια όλο το έθνος. Κι αυτό είναι η μεγάλη Δικαιοσύνη, η μεγάλη δύναμη της επανάστασης.

Τέλος, ο Ιστράτι καταφέρθηκε κατά των διανοουμένων, συγγραφέων και στοχαστών κατηγορώντας τους ότι στοχάζονται μόνο την προσωπική τους επιτυχία και μένουν βουβοί μπροστά στα κοσμοϊστορικά γεγονότα της εποχής γιατί θέλουν να τα έχουν καλά με όλους. Κι όταν τελείωσε η ομιλία του, ο κόσμος κατενθουσιασμένος από όσα άκουσε βγήκε αυθόρμητα στον δρόμο για να διαδηλώσει.  Η πορεία κινήθηκε στην οδό Πανεπιστημίου και προκάλεσε την επέμβαση της αστυνομίας με συνέπεια επεισόδια και συγκρούσεις.

Την επόμενη μέρα, 12 Ιανουαρίου 1928, στον αθηναϊκό τύπο εμφανίστηκαν άρθρα που ασκούσαν οξεία κριτική κατά των ομιλητών, όπως στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ: «Ό,τι ήρχησεν προ ετών πολλών εις τον Βόλον με τον Δελμούζον και την αθεΐαν, συνεπληρώθη χθες εις την «Αλάμπραν» με τον Γληνόν και τον Καζαντζάκην ψάλλοντας την Τρίτην Διεθνή ομού μετά του Γαλλορουμάνου αλήτου, του τολμήσαντος, εις στιγμήν κραιπαλώδους ενθουσιασμού δια τους βρυχηθμούς των μαινομένων «συντρόφων» ν’ αποκαλέσει «πουλημένα τομάρια» τους Έλληνας διανοουμένους, οίτινες δεν ηθέλησαν να χειροκροτήσουν τας σφαγάς τας διαπραχθείσας εις την Ρωσσίαν εν ονόματι δήθεν των ελευθεριών του ανθρώπου».

Πλήθος επιστολών έφθαναν στις εφημερίδες καθημερινά, γραμμένες από οργισμένους εναντίον του Ιστράτι συγγραφείς και διανοούμενους, αλλά και επιστολές υποστηρικτικές από κάποιους άλλους. Ο εισαγγελέας κάλεσε τον Δημήτρη Γληνό, υπεύθυνο της διοργάνωσης καθώς και τον Νίκο Καζαντζάκη και τους ανακοίνωσε ότι παραπέμπονται σε δίκη με την κατηγορία της διατάραξης της ειρήνης των πολιτών και της ανευλάβειας προς τις αρχές.

Δυο μέρες μετά, στις 14.1.1928, στην  εφημερίδα Αθηναϊκή  άρχισε η δημοσίευση σε ελληνική μετάφραση του μυθιστορήματος «Κύρα Κυραλίνα» σε συνέχειες. Ο Ιστράτι υποχρεώθηκε σε «κατ’ οίκον περιορισμό» στο σπίτι του μουσικοσυνθέτη Γεώργιου Νάζου. Για όσα είπε στην «Αλάμπρα» αλλά και για τα δύο άρθρα που είχαν δημοσιευτεί στον ημερήσιο τύπο, όπου κατήγγειλε τις ελεεινές συνθήκες νοσηλείας των φυματικών στο νοσοκομείο Σωτηρία και τις συνθήκες κράτησης των κομμουνιστών στις φυλακές Συγγρού, o Ιστράτι απελάθηκε από την Ελλάδα ως ανεπιθύμητος. Η δίκη των Γληνού και Καζαντζάκη που είχε οριστεί για τις 3 Απριλίου πήρε αναβολή και τελικά δεν έγινε ποτέ.

Τον Απρίλιο του 1928, οι δυο φίλοι με τις συντρόφους τους αυτή τη φορά, ξαναβρέθηκαν στο Κίεβο. Μαζί με τον Ιστράτι ήταν η Μπιλιλί Μποντ-Μποβί, ενώ μαζί με τον Καζαντζάκη ταξίδευε η Ελένη Σαμίου. Αρχικά πήγαν στη Μόσχα, όπου έμαθαν ότι ο Σερζ είχε συλληφθεί τον προηγούμενο μήνα και κανείς δεν γνώριζε πού βρισκόταν φυλακισμένος, άκουσαν επίσης για νέες διώξεις γνωστών τους, εξαφανίσεις και αυτοκτονίες διαφωνούντων στελεχών του κόμματος.

Οι τέσσερίς τους ξεκίνησαν το μεγάλο ταξίδι διασχίζοντας την αχανή χώρα, πότε με τον σιδηρόδρομο, πότε με ποταμόπλοιο, σε μια διαρκή εναλλαγή τόπων που κράτησε αρκετούς μήνες.

Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού ο Ιστράτι είδε  κι άκουσε πολλά και ένιωσε ότι όλα όσα είχε πιστέψει σκορπίζονταν τελικά σε κομμάτια. Δεν υπήρχε πουθενά άλλη φωνή πέρα από το κόμμα και τον Στάλιν. Η αντιπολίτευση σιωπηλή,  φιμωμένη και κανείς δεν τολμούσε να εκφράσει δημόσια διαφορετική άποψη.

Ο Ιστράτι ένιωθε συγκλονισμένος από όλα όσα βίωσαν αυτούς τους μήνες, ενώ ο Καζαντζάκης δεν έδειχνε να συμμερίζεται τον πόνο του φίλου του και κρατούσε αποστάσεις από τα γεγονότα. Ήταν σαφές ότι κι εκείνος, όπως και τόσοι άλλοι, είχε διαλέξει το δρόμο της σιωπής.

Στα τέλη του 1928 οι τέσσερις συνταξιδιώτες πήραν τη στράτα τού γυρισμού. Η στάση του Καζαντζάκη είχε εξοργίσει τον Ιστράτι κι έτσι οι δυο φίλοι χώρισαν ψυχραμένοι για να μην ξαναβρεθούν ποτέ. Αργότερα όμως, μετά από μεσολάβηση της Ελένης που αγαπούσε τον Ιστράτι και έγραψε κι ένα βιβλίο γι’ αυτόν, άρχισαν να αλληλογραφούν.

Ο Ιστράτι θα επιστρέψει στο Παρίσι απόλυτα απογοητευμένος. Το ταξίδι στη Ρωσία υπήρξε για εκείνον η αιτία για να γράψει ένα βιβλίο σκληρής κριτικής στο σοβιετικό καθεστώς. Κι όλες οι εμπειρίες του από το ταξίδι τόσων μηνών στη Σοβιετική Ένωση αποτυπώθηκαν στο βιβλίο Προς την άλλη φλόγα. Ένα κείμενο ταξιδιωτικό αλλά συνάμα και μια καταγγελία. Ένα κείμενο ποταμός, σε τρεις τόμους, που φέρουν το όνομα του Ιστράτι. Στην πραγματικότητα μόνον ο πρώτος τόμος ήταν γραμμένος από εκείνον, το όνομά του όμως μπήκε σε ολόκληρο το έργο για την προστασία των αληθινών συντακτών του δεύτερου και του τρίτου τόμου, των δυο επαναστατών οι οποίοι είχαν ήδη συγκρουστεί με τον Στάλιν και κινδύνευαν να «εξαφανιστούν», όπως συνέβαινε με όσους διαφωνούσαν με τις επιλογές της εξουσίας. Ο 2ος τόμος «Τα Σοβιέτ» είχε γραφτεί από τον Βίκτορ Σερζ και ο 3ος τόμος «Η Ρωσία γυμνή» από τον Μπορίς Σουβαρίν.

Στο βιβλίο περιγράφεται η αδίστακτη εκμετάλλευση των εργαζομένων από μια γραφειοκρατία αποφασισμένη να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο τα προνόμιά της. Ένα καθεστώς που θύμιζε αυτοκρατορία του Μεσαίωνα. Ένα βιβλίο πολιτικής συνειδητοποίησης, λοιπόν, και ταυτόχρονα μια πολιτική έκκληση προς τους Ρώσους συντρόφους με τους οποίους αισθανόταν ακόμη δεμένος και τους οποίους κριτικάρει για την τυφλή υπακοή τους στην κομματική γραμμή. Είχε πλέον σημάνει η ώρα του σταλινισμού και της εξόντωσης κάθε αντιπάλου που θα τολμούσε να αμφισβητήσει την κομματική ορθότητα. Το βιβλίο κατήγγειλε χωρίς φτιασιδώματα την αυθαιρεσία του σοβιετικού καθεστώτος και έκλεινε με τη γνωστή στιχομυθία: «Παναΐτ, δεν μπορείς να κάνεις  ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά» του λέει κάποιος σύντροφος και ο Ιστράτι του απαντά: «Πολύ καλά, βλέπω τα σπασμένα αυγά. Πού είναι όμως η ομελέτα σας;»

Η μαρτυρία αυτή του Ιστράτι, ενός επώνυμου και βαθύτατα ουμανιστή αριστερού, που άσκησε για πρώτη φορά δημόσια κριτική στη Σοβιετική Ένωση και τόλμησε να επικρίνει τον λαϊκό ηγέτη Στάλιν, προκάλεσε μια βαθιά ραγισματιά στην εικόνα του λαϊκού κράτους.

Την έκδοση του βιβλίου στη Γαλλία ακολούθησε μια βίαιη εκστρατεία κατασυκοφάντησης του Ιστράτι από τους Γάλλους διανοούμενους, τη νομενκλατούρα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, προεξάρχοντος του Ανρί Μπαρμπύς ο οποίος παλιότερα είχε γράψει ότι τα βιβλία του Ιστράτι «…λάμψανε σαν μετεωρίτης ανάμεσα σε άλλους παρωχημένους συγγραφείς του Βυζαντίου».

Όλοι οι καλοί του φίλοι έκαναν πλέον πως δεν τον ήξεραν κι ανάμεσά τους ο άνθρωπος που τον είχε βοηθήσει στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του, ο Ρομαίν Ρολάν. Άρρωστος και χωρίς κουράγιο πλέον, ο Ιστράτι επέστρεψε στη Ρουμανία. Αλλά κι εκεί αντιμετώπισε τα ίδια. Διασύρθηκε από τους κομμουνιστές που τον αποκαλούσαν προδότη, κατάσκοπο και φασίστα, ενώ για τους φασίστες ήταν ο άπατρις και ο κοσμοπολίτης.

Κι όταν, κάποιες φορές, δημοσιεύονταν κείμενά του στη Γαλλία ή στη Ρουμανία που κατήγγειλαν τις κοινωνικές αδικίες της εποχής ή την «ενός ανδρός αρχή» στη σοβιετική ένωση, οι ρουμανικές αρχές ασφαλείας τον συνελάμβαναν για να τον ανακρίνουν με τη κατηγορία ότι πρόκειται για πράκτορα της Μόσχας.

Τα τελευταία εκείνα χρόνια της ζωής του, τσακισμένος από τη φυματίωση κι απομονωμένος από γνωστούς και φίλους, χωρίς βοήθεια από πουθενά, ο Ιστράτι σβήνει σε ένα σανατόριο στο Βουκουρέστι, χωρίς να υπάρξει κάποιος Ρομαίν Ρολάν τούτη τη φορά για να τον αναστήσει. Και μόνη του παρηγοριά φαίνεται πως ήταν κάποια γράμματα που λάβαινε αραιά και πού από τον Νίκο Καζαντζάκη, ο οποίος συνέχιζε τα ταξίδια του στα πέρατα του κόσμου, κι έκαναν και τη δική του παγωμένη καρδιά να χτυπάει δυνατά για λίγο.

Μαδρίτη-5 Ιανουαρίου 1933

Πολυαγαπημένε μου Παναϊτάκι, η κάρτα σου έκανε την καρδιά μου να σκιρτήσει.

Σε σκέπτομαι συνέχεια: ιδέες, ιδεολογίες και παλιόχαρτα μου φέρνουνε ναυτία.

υπάρχει και κάτι άλλο, πιο βαθύ, πιο φωτεινό, πιο ανθρώπινο που μας ενώνει

και που δε θα πεθάνει παρά μαζί με τα κορμιά μας, τα άσημα, άπλυτα, κι αρπαχτικά κορμιά μας.

Είσαι άρρωστος;  Είναι δυνατόν να συμβαίνει σε σένα εφτάψυχη γάτα;

Σε παρακαλώ γράψε μου όλες τις λεπτομέρειες της ζωής σου. Εγώ βρίσκομαι εδώ και δυο μήνες στην Ισπανία και όλες μου οι αισθήσεις είναι ευχαριστημένες-δηλαδή είναι διαυγείς, σιωπηλές και ακόρεστες.

Θα ξαναϊδωθούμε άραγε; Ποιος ξέρει:

Ίσως να μην έχουμε πια ανάγκη να ξαναϊδωθούμε.

Νίκος

 

ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙ-ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ «Φιλάρετ»

8 Μαρτίου 1933

Αγαπητέ Νίκο,

Βρίσκομαι από τις 15 Φλεβάρη στο σανατόριο για «φτωχούς φυματικούς».

Το σπίτι μου στο Νεάμτζ κάηκε μια νύχτα.

Ήμουν κυριολεκτικά τρομοκρατημένος. Ακολούθησε αιμόπτυση. Μετά βρογχικά.

Τέλος χειροτέρεψα, κι όλα καταστράφηκαν. Με μετέφεραν εδώ και με συντηρούν με γλυκονάτ-κάλσιουμ.

Αναρωτιέμαι αν θα τα βγάλω πέρα μέχρι το Πάσχα, αν και η γενική μου κατάσταση δεν φαίνεται να έχει χειροτερέψει.

Έτσι κι αλλιώς είναι το ίδιο αφού εδώ κι ένα χρόνο είμαι στο κρεβάτι.

Ω! Πόσο αγαπώ τον Αβδούλ-Χασάν σου, Νίκο μου! Τον διαβάζω και ξαναδιαβάζω.

Θα πουλούσα και την ψυχή μου στο διάβολο για να βρισκόμουν έστω και για λίγες μέρες κοντά σου, να σ’ ακούσω και να κοιτάξω τα μάτια σου που έχουν μια θεώρηση ζωής.

Σκέπτομαι να μείνω ως το Πάσχα. Μετά; Μετά;;

Γράψε μου πολλά. Βρες για χάρη μου άλλους Αβδούλ-Χασάν και διαβολικούς τύπους. Εγώ δεν έχω άλλους Κοσμάδες.                                                                   

ο αδελφός σου Παν…

 

Χονγκ-Κονγκ 16 Μαρτίου 1935

Αγαπητέ Παναϊτάκι,

Νάμαι λοιπόν να περιπλανιέμαι στην Κίνα ταπεινός και περήφανος όπως ένας κινέζος μοναχός.

Σε μερικές μέρες θα βρίσκομαι στην Ιαπωνία μελετώντας τα κιμονό της, γεμάτα λουλούδια και κερασιές.

Περιπλανιέμαι μόνος, με τα μάτια ορθάνοιχτα, την ψυχή ακόρεστη.

Σε σκέπτομαι, αγαπητέ Παναϊτάκι, Ελπίζω να γράψω ένα Τόντα-Ράμπα κίτρινο.

Άραγε θα βρω ένα γράμμα σου στο Τόκιο;

Η ζωή είναι όμορφη, το ελπίζω. Θα πας στην Αίγινα; Θα βρεις εκεί τη χαρά.

Αντίο, ω σύντροφε των μακρινών ταξιδιών…

 

Έσβησε στις 16 Απριλίου 1935 στα 51 του χρόνια… Κι ενώ στην περίοδο του μεσοπολέμου ο Ιστράτι υπήρξε γνωστός συγγραφέας, μετά θάνατον περιέπεσε σε λήθη. Τα βιβλία του απαγορεύτηκαν στη Σοβιετική Ένωση αλλά και σε όλο το φασιστικό τόξο. Το ίδιο συνέβη και στη Γαλλία κατά τη διάρκεια της κατοχής αλλά  και στη Ρουμανία, στη μακρά περίοδο της εγκαθίδρυσης του κομμουνιστικού καθεστώτος. Και μόνο πολύ αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας 1960, άρχισαν να εμφανίζονται ξανά στη Γαλλία, ενώ στην Ελλάδα, μετά την πρώτη τους κυκλοφορία το 1928 και 1932,  επανακυκλοφόρησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

…………………………………………………………………………………

Οι αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής και πώς αντιμετώπισαν την επίσκεψη του Παναΐτ Ιστράτι στην Αθήνα:

1. EΣTIA 4.1.28

2. ΕΣΤΙΑ 4.1.28

3. ΑΘΗΝΑΪΚΗ 5.1.28

4. ΕΣΤΙΑ 12.1.28

5. ΕΜΠΡΟΣ 12.1.28

6. ΑΘΗΝΑΪΚΗ 12.1.28

7. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 12.1.28 (1)

8. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 12.1.28 (2)

9. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 13.1.28 (1)

10. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 13.1.28 (2)

11. ΑΘΗΝΑΪΚΗ 13.1.28 (1)

12. ΑΘΗΝΑΪΚΗ 13.1.28 (2)

13. ΑΘΗΝΑΪΚΗ 14.1.28 (1)

14. ΑΘΗΝΑΪΚΗ 14.1.28 (2)

15.ΑΘΗΝΑΪΚΗ 14.1.28 (3)

16.ΑΘΗΝΑΪΚΗ 15.1.28

17.ΑΘΗΝΑΪΚΗ 16.1.28

18. ΑΘΗΝΑΪΚΗ 17.1.28

19. ΑΘΗΝΑΪΚΗ 18.1.28

20 ΑΘΗΝΑΪΚΗ 19.1.28

21. ΑΘΗΝΪΚΗ 20.1.28

22. ΑΘΗΝΑΪΚΗ 23.1.28

23. ΑΘΗΝΑΪΚΗ 27.1.28

 

Το Μάρτη του 1928 ο Ιστράτι με τη σύντροφό του Μπιλιλί φτάνουν στην Οδησσό. Την άφιξή τους κινηματογράφησε ο γνωστός σκηνοθέτης Αλεξάντρ Ντοβζένκο. Αργότερα ο Ντοβζένκο κινηματογραφεί τη συνάντηση του Ιστράτι με τον Καζαντζάκη στο Κίεβο.

 

http://www.panait-istrati.com/

Βιβλία του Παναΐτ Ιστράτι στο διαδίκτυο:

ΚΥΡΑ – ΚΥΡΑΛΙΝΑ

http://www.24grammata.com/wp-content/uploads/2011/07/P.-Istrati-Kyra-Kyralina.pdf

ΝΕΡΑΝΤΖΟΥΛΑ

Ο ΜΠΑΡΜΠΑ-ΑΓΓΕΛΗΣ

Advertisements