Κείμενο πάθος

 

 

ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΑΘΟΣ

Το μικρό παιδί δεν χόρταινε να κοιτάζει τη θέα απ’ το γενέθλιο σπίτι. Στην εικόνα δέσποζε ο Λόφος της Σικελίας που έμοιαζε με ανασκελωμένο κορμί γυναίκας. Τη νύχτα στο κρεβάτι, το μικρό παιδί ψιθύριζε κάτι που του φαινόταν μαγικό, μια νύχτα είπε τη λέξη Δαφτερά, και τότε η Ανασκελωμένη άνοιξε τα πόδια της και άφησε το μικρό παιδί να περάσει ανάμεσά της, να περιπλανηθεί στο μυθικό κόσμο, τον κρυφό. Το μικρό παιδί, μεθυσμένο στη ρέμβη της ήβης, ανακάλυψε πράγματα μυστήρια και θαυμαστά, αντικείμενα σπάνια και ξεχασμένα, θρυλούμενα και ξακουστά, κουρδιστά παιχνίδια που κινούνταν μαγικά, μάσκες, μολυβένια στρατιωτάκια, γκαζές και γιάντες, χαρταετούς και κλεψύδρες, περιεργάστηκε πλουμιστά λάβαρα καμωμένα με μετάξια, λεπτοΰφαντα υφάσματα με περίτεχνα σχέδια, λαχτάρησε τα πατίνια με τα φτερά που κάναν επιδέξιες πιρουέτες στον αέρα, κατέβηκε στις κατακόμβες κι εκεί συνάντησε Αυτή Πακού που του μίλησε με τη ζεστή φωνή της.

«Ό,τι θέλεις, εγώ είμαι εδώ, μπορείς να διαλέξεις…»

Αυτή Πακού του έδειξε ένα σκοτεινό και σκονισμένο δωμάτιο όπου ήταν στοιβαγμένες, σε σκονισμένα ράφια, όλες οι ιστορίες του κόσμου, ανάκατες, με μια ασάφεια και μια υπέροχη γεύση. Τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε με την παράξενη φωνή της σ’ ένα συναρπαστικό ταξίδι. Και το μικρό παιδί σάστισε βλέποντας το πανόραμα της νύχτας, μαγεύτηκε με τον καταυγασμό της πόλης, τα φωτισμένα σπίτια, τους μικρούς φοίνικες με τα μεγάλα στρογγυλά φύλλα, σκαλισμένα σαν φιγούρες θεάτρου σκιών, τις λίμνες και τα σπίτια νησιά, είδε κορίτσια μπροστά σε σκοτεινά παράθυρα που άπλωναν πλυμένα εσώρουχα, κρυφάκουσε στεναγμούς, αγκομαχητά κι όλες τις ιερές κραυγές του έρωτα, έπιασε με τα χέρια του τη σκοτεινή ύλη πίσω από κρυφούς φράχτες και την περιεργάστηκε, ακολούθησε την καταχνιά στους επαρχιακούς χωματόδρομους, ανίχνευσε τη χαμένη στο μαυρομπλέ θάλασσα, τα ‘χασε βλέποντας την κυρά των αγριμιών με τα σημάδια στο λαιμό κι άκουσε το τσακάλι να στριγκλίζει στο κεφάλι της, έτρεξε κι έπαιξε στον κήπο των επιθυμιών, χόρεψε με τη Μιντιλού που είχε πεθάνει και κάπνιζε Ζιτάν, έστησε τ’ αυτί του στο τρέμολο των τυμπάνων, ταράχτηκε με τα δάκρυα των φίλων του, ξαφνιάστηκε με τη σκιά του που δεν είχε πια κεφάλι, περιπλανήθηκε στον ονειρικό χρόνο, επισκέφτηκε την ιερή χώρα και μύρισε τα λουλούδια της, θαύμασε το τέλος τ’ ουρανού που το αυλάκωναν αστροπελέκια, μέτρησε με τα δάχτυλα το ένα έκτο της γης στο φεγγάρι, γύρω του μαζεύτηκαν οι σκιές που ρούφαγαν τ’ αστέρια και το μικρό παιδί ακολούθησε τους οδηγούς του νέκταρος, μέχρι που χάραξε και τότε παρακολούθησε τις τροπές του ήλιου, χαϊδεύτηκε με το νότιο άνεμο, μαγεύτηκε με τον αντίλαλο της φωνής του και διέσχισε μέσα από γλώσσες φωτιάς πυρπολημένα τοπία, ώσπου, κάποτε, έφτασε εκεί που φτάνει το βλέμμα, στο άπειρο, στο απέραντο της ύλης και του κόσμου… 

 

 

Κείμενο πάθος

Μυθιστόρημα

Α΄ έκδοση: Χάος και κουλτούρα, 1995

Β΄ έκδοση: Βιβλιοπέλαγος, 2002

 Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο ή και να το κατεβάσετε  σε μορφή  pdf  εδώ 

ή παρακάτω

 

 

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Βασίλης λέει:

    ΠΑΘΟΣ. Γεια σου Ρόμβε! Έξοχος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s