Archive for the ‘Μάης του ’68’ Category

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΜΑΗ ΤΟΥ ’68

32-33-1--2-thumb-large

 

Carré blanc

Σημειώσεις για μια άνοιξη που δεν λέει να τελειώσει

Καρέ μπλαν, λευκό τετράγωνο, λέγαμε το άγραφο καρέ στο κινηματογραφικό φιλμ. Αλλά δεν είναι όπως η άγραφη σελίδα στο χαρτί. Είναι το καρέ που έχει πάρει πολύ φως, τόσο πολύ που έχει καεί. Αυτό στο αρνητικό φιλμ. Στο Θετικό βγαίνει το αντίστροφο, μαύρη μαυρίλα. Εμ, δεν έχει μία όψη η ζωή

Του Νίκου Θεοδοσίου

Σκηνοθέτη

NIKOSΛίγες βδομάδες πριν ο Σταύρος με ρώτησε: «Πώς γίνεται και δεν έχεις κάνει ακόμη ταινία για τον Τέο; Πρέπει να έχεις πολύ υλικό». Από την άλλη, ο Τέος κάθε τόσο επανέρχεται: «Πότε θα κάνεις την ταινία για την Μπλανς;». Πάντα Μπλανς τη λέει, ποτέ Λευκή. Ο λόγος είναι ο ίδιος. Αυτός που με έχει κάνει να μην έχω γράψει τίποτε για τον Μάη του ’68 στο Παρίσι – πέρα από κάτι οργισμένα ποιητικά ξεσπάσματα της εποχής εκείνης, που έκλεισαν κιόλας με τον αφορισμό ότι η ποίηση πλέον είναι στην άκρη του δρόμου. Τίποτε, σου λέω. Κι ας πέρασαν πενήντα χρόνια. Αλλά δεν είναι θέμα χρόνου. Δεν είναι θέμα αναμνήσεων. Είναι κάτι βαθύτερο, πιο ουσιαστικό, που δεν λέγεται με λέξεις. Είναι συναισθήματα πολύ έντονα. Η λογιστική της ζωής εδώ σηκώνει τα χέρια. Γιατί αυτά τα πράγματα δεν έχουν λογική. Ουσιαστικά για να γράψεις κάτι χρειάζεται να πάρεις μια απόσταση. Να σηκωθείς λίγο πιο ψηλά, να έχεις πιο σφαιρική, πιθανόν πιο ψύχραιμη αντίληψη. Να μην είναι άναρθρες κραυγές. Όταν όμως αυτό είναι εδώ, παρόν, ζωντανό όσο ποτέ, δεν γίνεται. Η ανάσα τον διπλανού καθώς τρέχεις να ξεφύγεις το ρόπαλο ακόμη στ’ αυτί.

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΡΑΛΙΑ

Η Μπλανς απέναντί μου. Κουβεντιάζουμε ήρεμα στην κουζίνα του μικρού διαμερίσματός της στην Αθήνα. Τσιμπώντας τυριά και πίνοντας κρασί. Το «ήρεμα» βάλ’ το σε εισαγωγικά. Τρίτη συνάντηση μετά σαράντα χρόνια που την ψάχναμε με τον Τέο.

Blanche_a

Είναι η ίδια! Γλυκιά μορφή. λόγος ευθύς, καθαρός. Όπως τον μάθαμε τότε στα σκληρά λιθόστρωτα. Η κουβέντα ένα διαρκές πηγαινέλα. Δεν νικήσαμε αλλά και δεν ηττηθήκαμε. Αν είχε συμβεί αυτό, τα πράγματα θα πήγαιναν πίσω. Αλλά δεν πήγαν. Πήγαν μπροστά; Το παλιό πάντως δέχτηκε ένα σκληρό χτύπημα. Κι αν δεν άλλαξε ο κόσμος, άλλαξαν οι άνθρωποι. Άλλαξαν οι συνήθειες, οι νοοτροπίες. Νέες σκέψεις μας συνεπήραν. Οι άνθρωποι άρχισαν να κουβεντιάζουν πια για τα μεγάλα. Τίποτε δεν θα είναι όπως πριν. Αν το πιστέψουμε.

Carré blanc: Όταν έβγαλαν τους πρώτους γρανιτένιους κυβόλιθους από τα μπουλβάρ ανακάλυψαν έκπληκτοι ότι από κάτω υπήρχε Θαλασσινή άμμος. Αυτή ήταν η τεχνική κατασκευής τους. Κάποιος την απλή διαπίστωση την έγραψε στον τοίχο. «Κάτω από τις πέτρες υπάρχει παραλία». Κι έγινε σύνθημα. Γιατί ο καθένας στη Θαλασσινή άμμο προέβαλλε όποια εικόνα διέγειρε σε αυτόν η καλοκαιρινή προσδοκία. Το πρώτο σύνθημα-χαϊκού!

Μονπαρνάς, Μπουλβάρ Ρασπάιγ, Καφέ Ζιμνάζ, «ασπρόμαυρη» Μπλανς. Μόλις στα 16. Τότε που βλέπεις ακόμη τα πράγματα όπως είναι και ό,τι λες το εννοείς. Η Φρανσουάζ έπαθε την πλάκα της. Το σχολείο, όπως όλα, σε κατάληψη. Η Μπλανς κόλλησε σε ένα και μόνο σύνθημα: «Να κάψουμε τα σχολεία». Η Φρανσουάζ, οργανωμένη τροτσκίστρια, στην ηγεσία της κατάληψης. Κάθε πρωί είχε να αντιμετωπίσει την επίθεση της Μπλανς: «Λοιπόν, πότε θα κάψουμε το σχολείο;».

Απηύδησε η Φρανσουάζ με την εμμονή της και τρέχει, αυτή η επαναστάτρια, στον πατέρα της. «Κύριε Ιάσονα, σας παρακαλούμε κάντε κάτι, η Μπλανς θέλει να κάψει το σχολείο»! Το σχολείο φυσικά δεν κάηκε. Αλλά εμείς ψηθήκαμε. Ο Μάης ήταν καμίνι. Κι εμείς χώμα. Αλλά το χώμα άμα το βάλεις στο καμίνι ψήνεται, αποκτά άλλη υφή, γίνεται σκληρό σαν πέτρα. Μιλάμε τώρα γι’ αυτούς που πέρασαν από μέσα. Τους χιλιάδες ανώνυμους. Όχι τους ξώφαλτσους. Αυτούς που πήραν μια γεύση και το παίζουν παλαιοί πολεμιστές.

Ο Μάης δεν έχει παλαιούς πολεμιστές γιατί απλώς δεν τέλειωσε. Το κρασί όμως τελειώνει και η νύχτα κινδυνεύει να γίνει μέρα. Λες και κάνουμε γενική συνέλευση, πρέπει να καταλήξουμε σε πρακτικά συμπεράσματα. Καταστρώνουμε με την Μπλανς σχέδια. Πολλά. Λες και έχουμε όλη τη ζωή μπροστά μας. Ακόμη και τα σαράντα χρόνια που χάσαμε τα προσθέτουμε κι αυτά.

Απ’ όλα τα σχέδια κρατάω ένα. Να βγάλουμε στην επιφάνεια τους αφανείς. Φωνές που βγήκαν έξω από τη «χορωδία» του κατεστημένου, έβγαλαν μια δυνατή κραυγή, έδωσαν μια γροθιά στην Ιστορία, αλλά τους τύλιξαν στη σιωπή. Μιλάμε για τους Έλληνες «καταραμένους» του Παρισιού και βάζουμε μπρος να κάνουμε ταινίες για τον Άρη Αλεξάνδρου, τον Γιώργη

Ζιούτο, τον Γιώργη Βιτσώρη…

Carré blanc: Τέταρτη συνάντηση με την Μπλανς λίyες μέρες μετά στο Α΄ Νεκροταφείο. Δεν τόλμησα να σηκώσω το κεφάλι να δω ούτε το φέρετρο. Πάλι χάθηκε αυτή η κοπέλα. Κι άφησε πολλές εκκρεμότητες!

ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ  ΣΤΟΥΣ ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΝΟΜΟΥΣ

Επιστροφή στο Καφέ Ζιμνάζ, φιλμ των 16 χιλιοστών, κάμερα κουρδιστή, μαλλιά φουντωτά, «ασπρόμαυρος» Τέος. Έτσι που τον κόβω δεν ξέρω αν θα μπορούσε να αναλάβει άλλον ρόλο. Ο μικρός Gavoche των γαλλικών επαναστάσεων που μεγάλωσε κι είπε να βγει μπροστά να παίξει κάποιον ουσιαστικό ρόλο. Και μάλιστα πιο μπροστά από την πρώτη γραμμή. Στην υποδοχή των δακρυγόνων!

Εεε, ο Τέος ήταν εκεί. Στο Παρίσι έχει ένα πολύ ωραίο σύστημα για τον καθαρισμό των δρόμων. Κατά διαστήματα υπάρχουν κρουνοί που όταν τους ανοίξεις ρέει άφθονο νερό στα ρείθρα των δρόμων. Οι οδοκαθαριστές δεν έχουν παρά να ανοίξουν αυτούς τους κρουνούς και απλώς να σπρώξουν τα σκουπίδια εκεί. Το νερό θα τα παρασύρει στους υπονόμους.

Όταν έπεφταν βροχή τα δακρυγόνα οι φοιτητές άνοιγαν τους κρουνούς. Οι ομάδες κρούσης είχαν αναλάβει το έργο να υποδέχονται τα δακρυγόνα και να τα κλοτσούν γρήγορα στο νερό να σβήσουν. Όχι και τόσο εύκολο άθλημα. Οι θεατές διαδηλωτές παρακολουθούσαν τους «χορευτές» συντρόφους τους στην εκτέλεση δύσκολων χορογραφιών.

Μια στιγμή ο γαβριάς Τέος πετυχαίνει ένα δακρυγόνο στον αέρα. Δυνατή κλοτσιά, πετυχημένη βολή, αλλά το δακρυγόνο αντί να πάει μπροστά, πάει πίσω. Και σκάει στο κεφάλι ενός διαδηλωτή. Όλη η «αρένα» ξεσπά σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές. Η ένταση της στιγμής που ζητάει εκτόνωση.

Φυσικά η πραγματικότητα δεν ήταν τόσο απλή. Εμείς μάθαμε ότι δεν είμαστε ταυρομάχοι να χορεύουμε με τους ταύρους προσπαθώντας να τους αποφύγουμε. Εμείς πρέπει να πιάσουμε τον ταύρο από τα κέρατα. Αλλά αυτός έχει μεγαλύτερη δύναμη. Τότε πρέπει να τον κοιτάξεις στα μάτια και να τον καθηλώσεις με τη δύναμη της θέλησης. Όχι τη μυϊκή. Αυτή δεν την έχεις. Την έχει εκείνος. Εσύ έχεις τη θέληση και την Ιστορία. Δεν είναι εύκολο αλλά είναι δοκιμασμένο.

Carré blanc: Αν Θες να πάρεις μια γεύση Μάη, βάλε τα τραγούδι του Λεό Φερέ «Καλοκαίρι του ’68» από τη ζωντανή ηχογράφηση στη Μιτιαλιτέ, όχι τις άλλες τις ψόφιες, κι όταν φτάσει στο τέλος ούρλιαξε μαζί του «Ca ira! Ca irα!», που πάει να πει: «Θα τα πάμε καλά, θα τα καταφέρουμε».

Νομίζω ότι ο Τέος έλυσε το πρόβλημα της αναγκαίας απόστασης με τον δικό τον τρόπο. Βέβαια παράτησε το σινεμά και τα μεγαλεπήβολα σχέδιά μας και ρίχτηκε στο γράψιμο. Ίσως γιατί δεν χρειαζόταν «προϋπολογισμούς». Εκεί, παίζοντας με τις λέξεις, ανακατεύει έντεχνα την πραγματικότητα με τον μύθο, το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον και έτσι μπορεί να σου περιγράψει για παράδειγμα πώς έγινε η κατάληψη του Ελληνικού Σπιτιού στην πανεπιστημιούπολη, γιατί τα παράτησε και ξαναβγήκε στους δρόμους. Πήγε στη Σορβόννη να πάρει «δίπλωμα»!

Ο Τέος τώρα αγναντεύει το πέλαγος και παλεύει με τους δικούς του «δαίμονες», τον αναρχικό Πλωτίνο Ροδοκανάκη, τον πειρατή Γεώργιο Νέγρο, τον δάσκαλο Γιώργο Κηπιώτη. Πορεία ευθεία κόντρα σε όλους τους ανέμους… Αν το ήξερε η Μπλανς θα ήταν πολύ χαρούμενη.

Αναγκαστική επιστροφή στο Καφέ Ζιμνάζ. Γιατί πρέπει να κλείσω. Τώρα έχει χειμωνιάσει. Ο Μάης έχει φύγει αλλά εμείς συνεχίζουμε. Έχουμε γύρισμα. Κάμερα βρήκαμε (τρελή ιστορία πώς την αποχτήσαμε), ιδέες και σενάρια άφθονα, τα μοιράζαμε από δω κι από κει. Είχα την τρελή ιδέα να βάλω να πρωταγωνιστήσουν ο Τέος και η Μπλανς. Όπως ο Μάης, κι ας πέρασαν πολλές άνοιξες από τότε, η ταινία δεν ολοκληρώθηκε. Μάλλον δεν ήθελε. Το φιλμ έμεινε στα κουτιά. Καμιά φορά το βάζω και το βλέπω. Είναι σαν μια γερή γροθιά στο στομάχι και μια σπρωξιά: σήκω, μαλάκα, προχώρα! Ο παλιός κόσμος είναι πίσω σου και σε κυνηγάει. Τίτλος της ημιτελούς ταινίας; Carré blanc.

Hot Doc 6/5/2018

Μπλανς: Λευκή Μολφέση

Carre blanc: Η ταινία

 

Οι ελληνικές ημέρες του γαλλικού Μάη

«Χαμένοι στη διανόηση
αλλά καθόλου στη νόηση»

Του Σταύρου Καπλανίδη
κινηματογραφιστή

STAYROS K.

Βρέθηκα αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Ξεμπάρκαρα 23 Σεπτεμβρίου με την Ολυμπιακή στο Ορλί. Σαν άλλος Τομ Σόγερ είχα πάρει το δισάκι μου για να φύγω μακριά από τον στρατοκρατούμενο τόπο. Ο Μάης του ‘68 ήτανε για μένα η Χάρλεϊ που δεν είχα. Για μένα υπάρχουν δυο Μάηδες. Ο Μάης των Γάλλων και αυτός των Ελλήνων. Θα αναφερθώ κυρίως σ’ αυτούς.
Γνώρισα και συναναστράφηκα εξόριστους διωγμένους, βασανισμένους από τη χούντα, κομμουνιστές, τροτσκιστές, μαοϊκούς, και άλλων συνιστωσών, όπως αποκαλούνται σήμερα. Πολλοί από αυτούς με φλέρταραν ιδεολογικά και με δελέαζαν να ενταχτώ. Ακόμα και η Μελίνα και ο Ντασσέν. Προσωπικώς, δεν ήμουν ποτέ μέλος σε ομάδες κομματικές, αθλητικές και όλα τα συναφή. Ήμουνα ροκάς. Δεν μπορούσα να είμαι μέρος μιας ιδεολογικής, θρησκευτικής ή πολιτικής αγέλης. Ήθελα να είμαι ελεύθερος. Δηλαδή αυτό που είμαι και σήμερα. Στο Παρίσι εκείνα τα χρόνια ζούσα διπλή ζωή. Το πρωί ήμουν φοιτητής ψυχολογίας στο Cencier και πήγαινα στα οδοφράγματα, και το βράδυ σύχναζα σε μεγαλοαστικούς κύκλους ντυμένος με κουστούμι Pierre Cardin αγορασμένο από το Ατενέ στην Αθήνα, που ήταν ήδη ντεμοντέ. Θυμάμαι και κάποιους που έλεγαν πως όλοι οι Γάλλοι έχουν ένα Ντεσεβό, αλλά θέλουν μια Σιτροέν. Είχα έναν φίλο δημοσιογράφο από την εφημερίδα «Combat», πρόδρομο της «Libération», και με τη δημοσιογραφική ταυτότητα περνούσαμε όλους τους ελέγχους των CRS για φτάσουμε από το Σεν Μισέλ στο Σεν Ζερμέν για να τους επισκεφτούμε.
Τι έμεινε από τον Μάη; Άνοιξαν οι ορίζοντες όσων από εμάς είχαμε στερηθεί τα βιβλία στην Ελλάδα. Δεν είχε πολιτική σκέψη ο Μάης. Ήταν κυρίως μια μεγάλη γιορτή φοιτητών. Και συνδικαλιστών. Ο έλληνες διανοούμενοι ήτανε χαμένοι στη διανόηση αλλά καθόλου στη νόηση μιας πραγματικότητας που έτρεχε μπροστά στα μάτια τους. Σε αντίθεση με τους Γάλλους, από τον Μαλρό μέχρι τον Σαρτρ, κι από τον Γκοντάρ μέχρι τον Τριφό.
Αυτή την περίοδο γυρίζω ένα ντοκιμαντέρ για έναν άλλο αυτοεξόριστο, τον πολυπράγμονα ακτιβιστή και συγγραφέα Τέο Ρόμβο, συνοδοιπόρο εκείνα τα χρόνια της εξέγερσης.

 TA NEA 05/05/2018

 

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

του Τέου Ρόμβου

 «Κάτω από το λιθόστρωτο οι παραλίες».

«Κάτω από τους κυβόλιθους τα όνειρά μας».

Το Παρίσι έμοιαζε με πόλη βομβαρδισμένη, συγκοινωνίες δεν υπήρχαν, καύσιμα δεν υπήρχαν, τροφοδοσία δε γινότανε, καπνίζαμε τις τελευταίες γόπες που βρίσκαμε πεταμένες και μόνο τα ποδήλατα κυκλοφορούσαν στους δρόμους. Από νωρίς είχε ακουστεί, στο καφέ Σεν Κλοντ, ότι το βράδυ οι Έλληνες θα μαζεύονταν στο αμφιθέατρο 5 της Σορβόννης για να συζητήσουν και να συντονίσουν τη συμμετοχή τους στην εξέγερση του Μάη.
Πηγαίνοντας για κει πέρασα από δρόμους που ελέγχονταν από τους φοιτητές. Συνθήματα γραμμένα στους τοίχους: «Τέλος στο πανεπιστήμιο», «Κατάργηση της κοινωνίας των τάξεων», «Τέρμα στην εμπορευματική κοινωνία του θεάματος», «Η κοινωνία θα ευτυχήσει μόνο όταν ο τελευταίος γραφειοκράτης θα κρεμαστεί με τα άντερα του τελευταίου καπιταλιστή!».

σάρωση0001

Τριγύρω, έβλεπες μίμους, ταχυδακτυλουργούς, ανθρώπους που βγάζανε φωτιές από το στόμα, παρέες που παίζανε μουσική, ξυλοπόδαρους και ισορροπιστές. Οι συμπλοκές με την αστυνομία συνεχίζονταν το τελευταίο εικοσαήμερο σχεδόν καθημερινά, κι απόψε δεν είχαν ακόμη αρχίσει. Στους δρόμους που έλεγχαν οι δυνάμεις ασφαλείας, οι αστυνομικοί έστεκαν παρατεταγμένοι με πλήρη εξάρτυση, προστατευτικά γυαλιά, κράνη, ασπίδες, κλομπ, και παρακολουθούσαν με ζήλια και κούραση τη ζωή στην αυλή των θαυμάτων.
Μέσα στο αμφιθέατρο 5 γινότανε χαμός. Ήταν πολύς κόσμος εκεί, ο Τρότσκας, η Λενάρα, ο Αρχιτέκτονας, ο Δράκος, ο Χιτζάζ, ο Άγγελος, ο Βοσκός της Αβύσσου, ο Κόκκινος Δικηγόρος, ο Αμπελοφιλόσοφος, η Πασιονάρια, και πολλές φάτσες που έβλεπα για πρώτη φορά. Ο πυρήνας των συγκεντρωμένων ήταν οι αυτοεξόριστοι κινηματογραφιστές του Παρισιού, μόνο ο Γκάζης, το τσιράκι του Δράκου έλειπε. Ένα μήνα πριν, στις 23 του Απρίλη, τη μέρα που έγινε η συγκέντρωση στη Σορβόννη για τη συμπλήρωση ενός χρόνου φασισμού στην Ελλάδα, πήρε σουηδικό διαβατήριο και τώρα πια θα ήταν στη Στοκχόλμη.
Από τη Συντονιστική προτάθηκε να κάνουμε κατάληψη στην ελληνική πρεσβεία, υπήρξαν όμως πολλές αντιρρήσεις, θα φυλαγόταν -κατά πληροφορίες- εκτός από τους Γάλλους αστυνομικούς και από τους τραμπούκους του Περίπτερου. Αρχίσανε οι αψιμαχίες, ειπώθηκε ότι ο γαλλικός Μάης πρέπει να μεταλαμπαδευτεί στην Ελλάδα, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την ελληνική χούντα, άλλοι ήταν υπέρ της βίαιης ανατροπής του καθεστώτος των Συνταγματαρχών, άλλοι υπέρ του περάσματος με ειρηνικά μέσα σε μια λαϊκή Δημοκρατία, ώρες ατέλειωτων συζητήσεων και ανταλλαγής σφοδρών πυρών.
«Εσείς», κραύγαζαν, «ξεπουλάτε την επανάσταση».
«Ρεβιζιονιστές!» οι μεν.
«Προβοκάτορες!» οι άλλοι.

Σιγά σιγά η αίθουσα άδειαζε. Ο γαλλικός Μάης είχε ξεχαστεί, ώσπου κάποιος πρότεινε να καταλάβουμε το Ελληνικό Σπίτι στη φοιτητούπολη της Σιτέ. Η πρότασή του έγινε δεκτή με ανακούφιση απ’ τους περισσότερους.
Η νύχτα είχε προχωρήσει, όταν βγήκαμε από το χώρο του πανεπιστημίου στους δρόμους του καρτιέ Λατέν. Πελώρια δέντρα κομμένα σύρριζα ήταν πεσμένα στη μέση του δρόμου. Στα οδοφράγματα ξηλωμένα καθίσματα από το γειτονικό κινηματογράφο, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, γυρισμένα στο πλάι φορτηγά. Κρατώντας σημαίες στα χέρια κατεβήκαμε τη Ρι Σεν Ζακ τραγουδώντας ελληνικά τραγούδια, παράθυρα ανοίγανε στο δρόμο μας και ξαφνιασμένα μούτρα κοίταζαν την εύθυμη παρέα μας. Μισή ώρα αργότερα φτάσαμε στην πύλη της Σιτέ, είχε πια ξημερώσει, μπήκαμε στο πάρκο και σταματήσαμε μπροστά στο κτίριο που θύμιζε αρχαίο ελληνικό ναό. Ανάμεσα στους δυο κίονες της εισόδου ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα: Ελληνικό Σπίτι.
Ο μισοκοιμισμένος θυρωρός μας κοίταζε να γεμίζουμε την είσοδο, καμιά πενηνταριά συμπατριώτες σε πλήρη ευθυμία. Ο Γιάννης της Λιλής έβγαλε μια μπερέτα και την κούνησε στη μούρη του. Ο θυρωρός φάνηκε να ξυπνάει. Ο Γιάννης της Λιλής ρώτησε πού βρίσκεται το διαμέρισμα του Διευθυντή. Μερικοί ανεβήκαμε στο δεύτερο, που ήταν οι κοιτώνες των φοιτητών, και ανοίξαμε την πόρτα που έγραφε ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ, χωρίς να χτυπήσουμε. Ήταν στο κρεβάτι του και κοιμότανε. Σηκώθηκε κάτωχρος. «Ποιοι είστε εσείς και με ποιο δικαίωμα…». «Σκασμός Χούντα!». Του ανακοινώθηκε σε έντονο ύφος ότι, από τώρα και στο εξής, το Ελληνικό Σπίτι καταλαμβάνεται από αντιχουντικούς πατριώτες και κηρύσσεται «Ελεύθερο Ελληνικό Έδαφος». Εκείνος απαλλάσσεται των χουντικών καθηκόντων του και θα παραμείνει έγκλειστος στο διαμέρισμά του κι όταν θελήσει να βγει θα ζητήσει την άδεια από την επιτροπή αγώνα. Στα πλαίσια του περιορισμού του προστέθηκε ο όρος ότι θα έπρεπε να φοράει μόνο πιτζάμες.
Το θυρωρό τον στείλαμε σπίτι του. Ο Αρχιτέκτονας κάθισε στο θυρωρείο και ανέλαβε το τηλεφωνικό κέντρο. Τηλεφώνησε στη συντονιστική της Σορβόννης και διάβασε τη διακήρυξη της επιτροπής κατάληψης: «Από σήμερα, 22 του Μάη και ώρα 7 το πρωί, το Ελληνικό Σπίτι της φοιτητούπολης βρίσκεται υπό κατάληψη από φοιτητές και νεαρούς ΄Έλληνες εργάτες. Η κατάληψη εκφράζει το πνεύμα αντίστασης στον ελληνικό φασισμό και είναι πράξη συμπαράστασης στο γαλλικό κίνημα. Από σήμερα το Ελληνικό Σπίτι ορίζεται σαν τόπος κατοικίας, συγκέντρωσης και ελεύθερων συζητήσεων, με σκοπό να γίνει κέντρο επαναστατικής δραστηριότητας». Ο Αρχιτέκτονας πρόσθεσε ότι θα πρέπει να ενημερώσουμε την επιτροπή συσσιτίου για να μας στέλνουν φαγητό. Μετά από αυτά άρχισε τα τηλεφωνήματα σε διάφορες γκόμενες.

Εντωμεταξύ στη μεγάλη σάλα γινότανε χαμός. Στους τοίχους έγραφε ο καθένας με σπρέι, λαδομπογιά ή μαρκαδόρο ό,τι σκεφτότανε, τα συνθήματα γέμιζαν τα λευκά ντουβάρια με αστραπιαία ταχύτητα. Αφίσες με μουστακαλήδες γεμίσανε τη μια μεριά:
«ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΩΝ».
«ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ».
«Ούτε Θεός ούτε Αφέντης».
«Η φαντασία στην εξουσία».
«Διαρκής επανάσταση».
«Κάντε Έρωτα όχι πόλεμο».
«Γαμήστε το σύστημα».
«Μπολσεβίκικη Επανάσταση».
Στη γωνίτσα μόλις που διακρινόταν το σύνθημα:
«Είμαι κι εγώ εδώ».
Διαμορφώσαμε το χώρο, ώστε να μπορούν να γίνονται συνελεύσεις. Έξω κρεμάστηκε ένα μεγάλο πανό που δέθηκε στα κλαδιά του κισσού της εισόδου:
«ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΔΑΦΟΣ».

Ξυπνήσαμε τους φοιτητές στους κοιτώνες τους και τους καλέσαμε να κατέβουν στη μεγάλη σάλα όπου θα γινότανε γενική συνέλευση. Οι φοιτητές κατεβήκανε φοβισμένοι και κάθισαν μαζεμένοι στις καρέκλες. Από την παρέα μας όλοι σχεδόν γράφανε και μοιράζανε προκηρύξεις. Και τότε η συνέλευση άρχισε. Συζητήσεις με θέμα την αυτοοργάνωση, τις επιτροπές αγώνα, την κλιμάκωση των καταλήψεων, για την ανάγκη κοινωνικοποίησης της τέχνης, το επαναστατικό θέατρο, για επαναστατικές πολιτιστικές εκδηλώσεις και, τέλος, για τρόπους άμυνας στις επικείμενες συγκρούσεις με την αστυνομία και τους φασίστες.
Ξαφνικά μια κοπέλα μισότυφλη, με πολύ χοντρούς φακούς, ανέκτησε φαίνεται την όρασή της κι άρχισε να στριγκλίζει υστερικά και να δείχνει μια αφίσα στον τοίχο. «Πάρτε τον αυτόν, αυτός έσφαξε τον παππού μου». Γύρισα και κοίταξα εκεί που έδειχνε. Ήταν η εικόνα ενός μουσάτου άντρα, ζωσμένου με φυσεκλίκια. Το αντεπαναστατικό αυτό στοιχείο απομακρύνθηκε από το φουαγιέ και η συνεδρίαση συνεχίστηκε. Ο Κοσταφέρης πρότεινε να χωριστούμε σε 5 επιτροπές αγώνα. Τέχνης και προπαγάνδας, τροφοδοσίας και καθαριότητας, παραγωγής πολιτικής και ιδεών, συντονισμού με την εξέγερση, φύλαξης και άμυνας. Ψηφίσαμε και αποφασίσαμε. Κάποιοι αναλάβανε να ανεβάσουνε θέατρο επαναστατικό, άλλοι να μαγειρεύουνε και να καθαρίζουνε, άλλοι να φυλάνε με βάρδιες και άλλοι γράφανε κείμενα με προοπτική να τα τυπώσουμε σε πολύγραφο.
Είχε πια βραδιάσει. Ο Άγγελος μίλησε με τη λεπτή ψιθυριστή φωνή του: «Δε θα φάμε τίποτα βρε παιδιά!» Θυμηθήκαμε ότι στα υπόγεια μαγειρεία είχαμε μεταφέρει τα τρόφιμα που μας είχε στείλει η επιτροπή συσσιτίου της Σορβόννης και τότε άρχισε το μαγείρεμα.
Τις επόμενες ώρες κυκλοφορούσαν φήμες για ενδεχόμενη επίθεση των Ελλήνων φασιστών του Περιπτέρου και των ομάδων κρούσης των φασιστών της Οξιντάν και κάναμε διπλοσκοπιές. Δε μου κολλούσε ύπνος και βγήκα έξω στη νύχτα να πάρω αέρα, άναψα τσιγάρο και μίλησα με τον Τρότσκα που φύλαγε σκοπός με ένα χοντρό ρόπαλο. Από το Σπίτι της Αφρικής ακούστηκαν γυναικείες φωνές να ζητάνε βοήθεια. Τρέξαμε. Μια ξανθή κοπέλα βγήκε τρέχοντας, γυμνή, κρατώντας το ματωμένο της στήθος, πίσω της ένα εξαγριωμένος Γκανέζος. Έντρομη εκείνη τον έδειχνε και φώναζε ότι ήθελε να τη φάει. Κινηθήκαμε απειλητικά προς τον Γκανέζο, που τρύπωσε πάλι μέσα στο Σπίτι της Αφρικής για να γυρίσει με καμιά δεκαριά άλλους συμπατριώτες του. Ακολούθησε συμπλοκή Ελλήνων και Αφρικανών. Οι φωνές μας ξεσήκωσαν τους καταληψίες των άλλων εθνικών σπιτιών, Ισπανούς και Πορτογάλους, που έτρεξαν και μας χώρισαν. Την κοπέλα την πήρε ένα ασθενοφόρο και η νύχτα τελείωσε έτσι. Γυρίσαμε στο φουαγιέ. Οι μεγάλοι, ο Δράκος, ο Διαφημιστής, ο Βοσκός της Αβύσσου, είχαν κάνει φαίνεται το επαναστατικό τους καθήκον και είχαν πάει στα σπίτια τους. Είχαμε μείνει όλοι οι άστεγοι και πεινασμένοι. Ο Μάης ήταν στην πραγματικότητα για μας και μεις έπρεπε να τον υπερασπιστούμε. Το ξημέρωμα συνεχίζονταν ακόμη οι συζητήσεις και οι τσακωμοί, μάχες χαρακωμάτων για κομματικές θέσεις. Υπήρχαν κάποιοι που θέλανε να βγάλουμε έξω από το Σπίτι τους τρόφιμους φοιτητές για να πάρουμε εμείς τα δωμάτια, άλλοι μας προέτρεπαν να βιάσουμε τις φοιτήτριες, ακόμη ακούστηκε η πρόταση να βασανίσουμε και να κρεμάσουμε το Διευθυντή. Κάποιοι κατηγορούσαν κάποιους άλλους για ρεφορμιστές, εκείνοι τους έβριζαν σταλινικούς. Άλλοι, αποκαμωμένοι, κοιμόντουσαν στο πάτωμα. Στα καθίσματα, κάθε λογής άνθρωποι κοιμόντουσαν, φιλιόντουσαν, αδιαφορούσαν. Οι πιο τυχεροί, ξαπλωμένοι στους λιγοστούς καναπέδες, ροχάλιζαν.
Οι επιτροπές αγώνα είχαν ολότελα ξεχαστεί. Λίγα μόλις χιλιόμετρα πιο πέρα από τη Σορβόννη και η εξέγερση των Γάλλων φοιτητών, οι οδομαχίες που συνεχίζονταν στα κεντρικά βουλεβάρτα φάνταζαν πράγματα πολύ μακρινά. Όλο το κλίμα στο Ελληνικό Σπίτι ήταν κλίμα θεωρίας και εσωστρέφειας. Είχα την αίσθηση ότι οι συμπατριώτες μου, με όλες τις προσωπικές μικροκομματικές γραμμές που αγωνιούσαν να επιβάλουν, να προωθήσουν και να υπερασπιστούν, αναλώνονταν σε ζητήματα που βρίσκονταν μακριά από την πραγματική δράση. Οι Συνταγματάρχες στην Ελλάδα μου φαίνονταν θλιβεροί και μακρινοί για να ασχολούμαι μαζί τους. Αποφάσισα να φύγω από κει μέσα και να πάω στη Σορβόννη.

maiiiiii
Λίγες μέρες μετά, όταν ο Μάης είχε πια τελειώσει, συνάντησα το Γιάννη της Λιλής που μου διηγήθηκε την πλάκα που έγινε στο Ελληνικό Σπίτι, το τελευταίο βράδυ, πριν αποχωρήσουν και οι τελευταίοι καταληψίες. Κάθε βράδυ, στις οκτώ, περνούσε από το Σπίτι ένας κοντούλης και γλοιώδης τύπος, που μεταξύ μας ήταν γνωστό ότι επρόκειτο για έμμισθο χαφιέ. Αργότερα, στη μεταπολίτευση, τον συνάντησα καθηγητή στην Πάντειο. Όταν, λοιπόν, εκείνο το βράδυ εμφανίστηκε, τον προσκαλέσανε με τρόπο να κάτσει μαζί τους στο πίσω δωμάτιο. Ανυποψίαστος εκείνος μπήκε και κάθισε. Ενώ συζητούσανε, κάποιος πήγε στο ραδιόφωνο και το άνοιξε στα βραχέα και μέσα από παράσιτα προσπαθούσε να το συντονίσει στη Φωνή της Αλήθειας, την εκπομπή που εξέπεμπε στα ελληνικά, εκείνα τα χρόνια, το Ράδιο Μόσχα. Την εκπομπή την είχαν μαγνητοφωνήσει από πριν στο ραδιοκασετόφωνο και έτσι αντί για ράδιο ακουγόταν η σκηνοθετημένη εκπομπή. Τους ήχους των παρασίτων τους είχανε δημιουργήσει με ψαλίδια που τρίβανε πάνω σε μέταλλα, σύρμα κατσαρόλας και άλλα, η κοπέλα που έκανε την εκφωνήτρια άλλοτε απομακρυνόταν από το μικρόφωνο κι άλλοτε πλησίαζε, έτσι, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ενός σταθμού βραχέων που χάνεται και ξαναεμφανίζεται.
Κάποιος είπε, «να, εκεί είναι», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή που μίλαγε ελληνικά, αυτός που έψαχνε για το σταθμό είπε να γίνει ησυχία, η φωνή ακουγότανε στο ραδιόφωνο να πάλλεται, μιλούσε προφανώς για την πτώση της χούντας
«Εδώ Μόσχα…, εδώ Μόσχα…, σας ομιλεί η Φωνή της Αλήθειας…, Έλληνες πατριώτες, Έλληνες της διασποράς, απανταχού Έλληνες, η χούντα πέθανε, αυτή την ώρα οι κάτοικοι της Αθήνας έχουν βγει στους δρόμους για να γιορτάσουνε την πτώση της ξενόφερτης, αιματοβαμμένης και λαομίσητης χούντας των λακέδων στρατιωτικών, οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι όλα τα ανδρείκελα της χούντας και οι υπηρέτες τους έχουν πέσει στα χέρια του λαού. Λαϊκά δικαστήρια οργανώνονται μπροστά στη Βουλή, οι πρώτες αγχόνες στήνονται στο Σύνταγμα. Έλληνες πατριώτες, Έλληνες της διασποράς, απανταχού πατριώτες, γρηγορείτε! Απομονώστε τους χαφιέδες που βρίσκονται ανάμεσά σας, αυτοί είναι οι πρώτοι που πρέπει να πληρώσουνε…».
Όλοι κοιταχτήκανε με σημασία, σιγά σιγά τα βλέμματα συγκεντρώθηκαν και μείνανε καρφωμένα πάνω στο χαφιέ. Όταν εκείνος κατάλαβε ότι όλοι μέσα στο δωμάτιο τον κοιτούσαν, κατέβασε το βλέμμα, ψιθύρισε κάτι γρήγορα, φοβισμένα, κι εξαφανίστηκε από το Σπίτι.
Ήμουν πολύ νέος τότε και όλα, όσα συμβαίνανε γύρω, μου φαίνονταν ότι θα διαρκέσουν για πάντα. Λίγες μέρες μετά, οι παραλίες σφαλίστηκαν και πάλι κάτω από το καλντερίμι των δρόμων κι από πάνω έπεσε άσφαλτος. Τα όνειρά μας συνεχίζουν να βρίσκονται θαμμένα κάτω από τους κυβόλιθους και καραβάνια τουριστών τριγυρίζουν σήμερα στα σημεία των συγκρούσεων, όπου οι τσιτσερόνε εξηγούν πώς άρχισαν όλα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στη ΓΑΛΕΡΑ, τ. 32, Μάιος 2008)

 

P1290970

Φίλιππος Φωκιανός, Σταύρος Καπλανίδης, Νίκος Θεοδοσίου, Θόδωρος Μπασιάκος, Τέος Ρόμβος 28/2/18

 

Advertisements

 

Ένα ταξίδι ενηλικίωσης

του Τέου Ρόμβου

 

Υπήρξα κι εγώ ένα παιδί δύσκολο, όπως τόσα και τόσα άλλα ιδιαίτερα πλάσματα…

Επαναστάτησα πολύ μικρός, ήδη στα δεκατρία μου αποφάσισα ότι το σχολείο δεν μου έκανε και στράφηκα ενάντια στον κόσμο των μεγάλων. Ναι, τους μεγάλους δεν τους άντεχα και ένιωθα ότι σκοπός τους ήταν να με εντάξουν στο κοπάδι. Σ΄ εκείνο το κοπάδι που ο ίδιος ο Kύριος, κατά τη διάρκεια της επίγειας παραμονής Tου ανάμεσά μας, είχε πει: «Τα δικά μου πρόβατα γνωρίζουν τη φωνή μου και με ακολουθούν». Ναι, τους ενήλικες τους έβλεπα σαν Κυρίους και Δυνάστες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων.

Κι ήταν η ζωή μου τέτοια, που με έκανε να ωριμάσω πολύ γρήγορα. Την ημέρα δούλευα ασταμάτητα, χωρίς ωράριο, μέχρι την ώρα που έφευγα για να πάω στο νυχτερινό ιδιωτικό σχολείο. Εκεί, εκτός από δυο παιδιά της ηλικίας μου, οι υπόλοιποι συμμαθητές μου ήταν σαραντάρηδες και πενηντάρηδες, μπάτσοι ή παπάδες που πρόσβλεπαν στο απολυτήριο για να πάρουν αύξηση μισθού. Οι ελάχιστοι καθηγητές (τρεις θυμάμαι όλους κι όλους), κάποιοι βαρεμένοι συνταξιούχοι εβδομηντάρηδες, έκαναν ανόρεχτα το μάθημά τους συμπληρώνοντας έτσι την πενιχρή τους σύνταξη από το δημόσιο. (περισσότερα…)

Ασπρόμαυρα 16

Posted: Φεβρουαρίου 18, 2014 in Μάης του '68
Το μικρότερο πολιτιστικό γεγονός του Παρισιού!

Poster Paris 1 Mars

ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΑ 16

Ταινίες ατελείς, ημιτελείς, αλλά και ολοκληρωμένες, (περισσότερα…)

Το ξενοδοχείο της Λίλης

Posted: Αύγουστος 25, 2010 in Μάης του '68

 ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΗΣ ΛΙΛΗΣ

Του Τέου Ρόμβου

Μια νύχτα, αρχές Μαΐου, καθιστός στο κρεβάτι μου ανακάλυψα τις ψείρες που ’χαν φωλιάσει στους πόρους  του δέρματος και μαυρίζανε παντού, κι όσο τις τσίγκλαγα τόσο εκείνες προσπαθούσανε να τρυπώσουνε και η φαγούρα γινότανε παροξυσμός. Κάτι (περισσότερα…)

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Posted: Αύγουστος 20, 2010 in Μάης του '68

“Κάτω από το λιθόστρωτο οι παραλίες”.

“Κάτω από τους κυβόλιθους τα όνειρά μας”.

Το Παρίσι έμοιαζε με πόλη βομβαρδισμένη, συγκοινωνίες δεν υπήρχαν, καύσιμα δεν υπήρχαν, τροφοδοσία δε γινότανε, καπνίζαμε τις τελευταίες γόπες που βρίσκαμε πεταμένες και μόνο τα ποδήλατα κυκλοφορούσαν στους δρόμους. Από νωρίς είχε (περισσότερα…)