Περί Έρωτος

Posted: Ιουνίου 3, 2019 in Αρχική σελίδα

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα από τα εμβόλιμα-σχολιαστικά κείμενα που περιέχονται στο βιβλίο «Γεώργιος Κηπιώτης, ένας φίλος των παιδιών». Το βιβλίο στηρίχτηκε στα γραπτά κατάλοιπα -προσωπικές σημειώσεις, αλληλογραφία- ενός καθηγητή που έζησε εκατό χρόνια και συμμετείχε και κατέγραψε τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ου αιώνα.  Δούλεψε σε σχολεία της Μακεδονίας, Θράκης και των νησιών του Αιγαίου, ασχολήθηκε με τον προσκοπισμό και αφιερώθηκε στους μαθητές και προσκόπους του.

«Ταυτόχρονα με την εξέλιξη του βιβλίου έχουμε μια σειρά από αναστοχαστικά δοκίμια του Τέου Ρόμβου. Τα δοκίμια αυτά πραγματεύονται ζητήματα τα οποία θίγονται στο βιβλίο, όπως ο πατριωτισμός και ο εθνικισμός τόσο γενικά όσο και ειδικά ως προς την περίπτωση της Μακεδονίας. Τα ζητήματα της πολιτικής, της παιδείας, της στρατιωτικοποίησης της ζωής μέσω της πραγμάτευσης του προσκοπισμού είναι ακόμη μερικά ζητήματα πάνω στα οποία στοχάζεται και ταυτόχρονα αυτοαναλύεται ο Ρόμβος. Επιπλέον γίνεται αναφορά και σε ζητήματα όπως ο έρωτας και ο θάνατος με τη βαθιά προσωπική και συνάμα βαθιά διεισδυτική ματιά του συγγραφέα». Χρίστος Μάης.

 

ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ

Μέσα από τις σημειώσεις που κρατάει από καιρού εις καιρόν, τις επιστολές αλλά και το πλήθος από carte de visit, προσκλήσεις σε κοινωνικές εκδηλώσεις, χοροεσπερίδες, θεατρικά προγράμματα, που βρέθηκαν στα χαρτιά του καθηγητή Γ. Κηπιώτη, σχηματίζεται σιγά-σιγά ολοζώντανη η ζωή, οι πράξεις του, οι σχέσεις και οι φιλίες, οι επιθυμίες του, η ύπαρξή του η ίδια.
Από τις φωτογραφίες συμπεραίνουμε ότι προσέχει πολύ το ντύσιμό του, τον βλέπουμε πάντα ντυμένο στα λευκά, ίσως ένας έμφυτος ναρκισσισμός τον κάνει να θέλει να ξεχωρίζει.

Στις ημερολογιακές σημειώσεις του φαίνεται η προσπάθεια να διαστείλει το μικρό του σύμπαν και να του προσδώσει μια σημαντικότερη υπόσταση, ενώ συχνά περνάει από τα μεγάλα στα μικρά και καθημερινά. Μέσα από την καθημερινότητα και την γραφόμενη προσωπική ιστορία αυτού του αξιομνημόνευτου ανθρώπου, που έζησε έναν ολόκληρο αιώνα, ξεδιπλώνεται η ιστορία του τόπου. Γενικώς, ασχολείται με πολλά θέματα, παρακολουθεί την καθημερινότητα της μικρής κοινωνίας που ζει και εκφράζεται για ζητήματα που δεν τον αφορούν άμεσα ή έμμεσα ασκώντας μέσα από τις σύντομες σημειώσεις του κοινωνική κριτική. Ακόμα και στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας, μολονότι δεν καλοβλέπει πλέον λόγω καταρράκτη, που τότε δεν χειρουργούνταν, συνεχίζει να κρατάει σημειώσεις στο ημερολόγιό του.
Στη ζωή του όλη φαίνεται να κάνει παρέα κυρίως με νέους ανθρώπους, τους οποίους σαν μεγαλύτερος καθοδηγεί και συμβουλεύει, ενώ δείχνει κατανόηση στις νεανικές ανησυχίες τους και συμπαραστέκεται στα προβλήματά τους.
Κι ενώ γύρω του οι άλλοι δημιουργούν οικογένεια που είναι και ο «απαράβατος κανόνας», δηλ. γάμος, γυναίκα και παιδιά, εκείνος μοιάζει απόλυτα αφιερωμένος στη δουλειά του και στους νέους ανθρώπους και φαίνεται ότι θα καταλήξει γεροντοπαλίκαρο.

Ο Κηπιώτης με μαθητές του. Ξάνθη, 30 Μαΐου 1911

Ο Κηπιώτης αλληλογραφεί τακτικά με τους αγαπημένους του φίλους, συνήθως μαθητές του, και μαζί τους μοιάζει να γίνεται κι εκείνος νέος. Κι όταν νιώθει ότι ο άλλος χρειάζεται να ακούσει μια κουβέντα από έναν μεγαλύτερο, γίνεται συμβουλάτορας, παίρνει τη θέση του ενήλικα που έχει πάντα μια σοφή και ζυγισμένη κουβέντα να του πει.

Παρόλα αυτά, και μόλο τον πακτωλό των πληροφοριών που προκύπτουν μέσα από την πυκνή αλληλογραφία του, η ερωτική πλευρά της ζωής του παρουσιάζεται ελάχιστα φωτισμένη. Στα μέρη όπου ζει, υποθέτω πως επισκέπτεται οίκους ανοχής και αγοράζει τον έρωτα, μόλο που εκείνος συχνά μιλάει στους μαθητές και προσκόπους του για τα αφροδίσια νοσήματα και τους συμβουλεύει να μένουν μακριά από τα «σπίτια της χαράς». Μάλιστα προκαλείται και σχετικό σκάνδαλο, όταν ένας μαθητής του και πρόσκοπος, που τον έχει επισκεφθεί σπίτι του, τυχαία ανακαλύπτει ένα πακετάκι με προφυλακτικά και τον καταγγέλλει στον Περιφερειακό Έφορο, ως «δάσκαλο που δίδασκε και λόγο δεν εκράτει».

Καρτ-ποστάλ της εποχής (από το αρχείο του Κηπιώτη)

Στα γραπτά του σπάνια αναφέρεται σε γυναίκες, όταν όμως χρειαστεί να συμβουλέψει κάποιον μαθητή του, τότε η γυναίκα στο ρόλο της μητέρας γίνεται «επίγειος θεός», ενώ η ερωτευμένη κοπέλα μεταβάλλεται σε «αβδέλλα, έτοιμη να κολλήση στην ράχη του ανδρός» ή ακόμη και σε «θανατηφόρο αράχνη»…
Κάπου γύρω στα σαράντα δύο του χρόνια, η Διευθύντρια της Οικοκυρικής Σχολής του Καρλοβάσου Σάμου του κάνει γραπτή πρόταση γάμου, την οποία εκείνος ευγενώς απορρίπτει. Από την πλευρά του δεν υπήρξε παραπέρα σχολιασμός, φρόντισε μόνο να κρατήσει αντίγραφο της επιστολής την οποία και επέστρεψε στην αποστέλλουσα.
Γενικώς, η ερωτική του ζωή φαντάζει ανύπαρκτη. Ακόμη και ομοφυλόφιλος να ήταν, δεν το εκδήλωσε. Οι κοινωνίες της εποχής δεν ήταν καθόλου ανεκτικές απέναντι στη διαφορετικότητα, αντίθετα ήταν αδυσώπητες και δε σήκωναν ερωτικές αποκλίσεις, οπότε ο ομοφυλόφιλος θα έπρεπε να καταπιέζει τον ερωτισμό του στα βάθη της ψυχής του. Και ο Κηπιώτης δεν φαίνεται να είχε την τόλμη του παλιού του μαθητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.
Και όπως εμφανίζεται μέσα από την πυκνή -εκείνα τα χρόνια- αλληλογραφία του, το μέγα πάθος, ο μεγάλος έρωτας της ζωής του φαίνεται πως υπήρξε ο Αντωνάκης, ένα αγόρι από το Καρλόβασι Σάμου που ήταν ο αγαπημένος του μαθητής και πρόσκοπος. Η αλληλογραφία τους άρχισε σποραδικά το 1915, όταν ο καθηγητής ήταν ώριμος άνδρας στα σαράντα δύο του, ενώ το αγόρι μόλις στα δώδεκα. Και η φιλία αυτή συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας του Αντωνάκη και στα χρόνια της ενηλικίωσης αλλά και πολύ αργότερα. Ο ιδεαλιστικός(;) έρωτας του Κηπιώτη για το νεαρό, όπως προκύπτει μέσα από τα γράμματα που ανταλλάσσουν, παραπέμπει στο δάσκαλο και το μαθητή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η σχέση αυτή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία του θεσμοποιημένου έρωτα Δάσκαλου και Μαθητή, Εραστή και Ερώμενου των αρχαίων ελληνικών χρόνων, όπου η καθοδήγηση από τον ενήλικα δάσκαλο αποσκοπούσε στην καλλιέργεια των δεξιοτήτων του νέου αλλά και στο να του δημιουργήσει ένα αντρικό πρότυπο και να του εμφυσήσει τις αξίες και τα ιδεώδη της εποχής, ώστε ο νέος να ενταχθεί απρόσκοπτα στην κοινωνία των ενηλίκων.

Μια σχέση σεβασμού, λατρείας και αφοσίωσης, με μικρά και μεγάλα μυστικά δημιουργείται ανάμεσά τους. Κι όταν χωρίζουν και ο δεκαεξάχρονος Αντωνάκης πηγαίνει στη Σμύρνη, ενώ ο Κηπιώτης μετατίθεται στη Σύρο, η σχέση τους συνεχίζεται μέσα από την πυκνή αλληλογραφία. Γράφει λοιπόν ο Δάσκαλος: «Κοιτάζω τη φωτογραφία σου και θυμάμαι διαρκώς τις στιγμές που περάσαμε μαζί κι αναλογίζομαι το πόσο μου λείπει η παρουσία σου…»
Κι αλλού: «Η σημερινή ημέρα υπήρξε δι’ εμέ ημέρα ανακουφίσεως, ημέρα χαράς, διότι ηυτύχησα επί τέλους να μάθω περί σου, να διαβάσω γράμματά σου…»
Κι όταν ο Αντωνάκης ξεχνιέται και δεν του γράφει τόσο συχνά, φαίνεται να πληγώνεται από την ελαφράδα και αδιαφορία του νέου και του κάνει παράπονα ή ακόμη τον μαλώνει γι’ αυτό. «Δυστυχώς όμως δεν δύναμαι να δώσω ικανοποιητικήν απάντησιν, ούτε την καρδιά μου να παρηγορήσω, διότι έπαυσαν οι παρήγοροι λόγοι σου προ ενός και ημίσεως περίπου μηνός χωρίς να γνωρίζω τουλάχιστον το αίτιον. Δια τούτο πολύ σε παρακαλώ, αν εξακολουθής να με αγαπάς ως πιστεύω, να μου γράψης ολίγας λέξεις, ευθύς ως λάβεις την παρούσαν μου, προς ησυχίαν μου».
Επιστολές που εκτείνονται σε πολλές σελίδες: «… εγώ είμαι κεκλεισμένος εντός των τεσσάρων τοίχων του δωματίου μου όπου έχω ως μόνον σύντροφον την φωτογραφίαν εκείνου όστις μέχρι της αλησμονήτου πρωίας της 4ης Σεπτεμβρίου λήξαντος έτους μου εχάριζε την χαράν και ευτυχίαν. Δεν σου γράφω περισσότερα, διότι είμαι πεπεισμένος, ότι εκ των ολίγων τούτων, άτινα είνε λόγια της καρδίας την οποίαν γνώρισες κατά βάθος, εννοείς τα πάντα».
«Πότε θα ευτυχήσω να σε καμαρώσω και πάλιν; Έως πότε θα μένω μακράν σου; Κύριος είδεν. Τα ‘μμάτια έπαυσαν να σε βλέπουν προ επτά μηνών, δεν έπαυσαν όμως να σε επιζητούν. Τα αυτιά μου εις κάθε βήμα διαβάτου έξω του δωματίου μου προσπαθούν να το συνδυάσουν με τα ιδικά σου βήματα καίτοι έπαυσαν προ πολλού να ακούουν ταύτα. Εκείνο όμως το οποίον δεν δύνανται να κατορθώσουν τα ‘μμάτια και τα αυτιά, το κατορθώνει ο νους όστις δεν έπαυσε να ευρίσκεται πάντοτε πλησίον σου. Αφ’ ενός λοιπόν ο νους και αφ’ ετέρου η πεποίθησις ότι εξακολουθείς να εμμένεις πιστός εις τας υποσχέσεις και ότι ενθυμείσαι και τηρείς τας συμβουλάς μου, μου δίδουν το θάρρος να υπομένω την ερήμωσίν μου, μέχρις όταν ευτυχήσω να σε επανίδω και πάλιν».
Κύριος στόχος του ενήλικα Κηπιώτη φαίνεται πως ήταν η διαπαιδαγώγηση του έφηβου Αντωνάκη, κίνητρό του η επιθυμία του να μεταδώσει στον αγαπημένο του μαθητή πρότυπα συμπεριφοράς, να του διδάξει αξίες και γενικότερα «στάση ζωής». Αυτή η ιδιότητα του Μέντορα, που περιέβαλλε τον καθηγητή Κηπιώτη, συχνά εύρισκε ανταπόκριση στο θαυμασμό και στην ευγνωμοσύνη του μαθητή του και προφανώς έκανε τη σχέση τους κοινωνικά αποδεκτή.
Και όταν αργότερα, ο Αντώνης στα είκοσί του χρόνια φεύγει από τη Σμύρνη στο εξωτερικό για να μην λάβει μέρος στον πόλεμο της Μικρασίας -και δεν βλέπονται πλέον, παρά μόνον αλληλογραφούν- η σχέση τους μετεξελίσσεται βαθμιαία σε μια φιλία που κρατάει πολλά χρόνια.

Οι αγαπημένοι του μαθητές, Αντωνάκης Κουḯτης και Τάκης Κουρκουτάκης

Εν Σμύρνη τη 15 Φεβρουαρίου 1922
Αγαπητέ Κε Γιώργο, Χαίρε,
Στερούμαι προ πολλού επιστολής σου και ανησυχώ πολύ. Φοβούμαι μη τυχόν και η τελευταία μου επιστολή σε έφερεν εις την δύσκολον θέσιν του να μη ξεύρης και εσύ τι πρέπει να μου απαντήσης εις το ερώτημά μου.
…Τέλος είναι πολλοί και άπειροι οι λόγοι του ταξιδίου μου.
Τίποτα άλλο αγαπητέ μου φίλε σε βεβαιώ δεν με συγκινεί που φεύγω ειμή μόνον το ότι αισθάνομαι πως θα ευρίσκομαι μακριά σου, μακράν ενός αληθινού, ειλικρινούς και προσφιλούς φίλου και προστάτου. Μακράν ενός ανθρώπου μετά του οποίου τόσοι μας ενώνουν δεσμοί. Μακράν ενός πραγματικού υποστηρικτού και κηδεμόνος. Μακράν τέλος ενός εις τον οποίον αφοσιώθην ψυχή τε και σώματι και από τον οποίον τόσα καλά προτερήματα έχω αποκομίσει. Τι να γίνει φίλε μου, υπομονή χρειάζεται και ο θεός είναι μεγάλος. Αρκεί να διαρκέση η αγάπη μας και πιστεύω με την δύναμιν του θεού μίαν ημέραν να ευρεθώμεν πάλιν ηνωμένοι ο είς πλησίον του άλλου.
Στενοχωρούμαι πολύ όταν αισθάνομαι το τι έχεις να υποφέρης έως ότου το πάρεις απόφασιν πως θα ευρίσκωμαι πολύ μακράν σου. Υπομονή όμως και όλα διορθώνονται.
Θα είχα πολλά αγαπητέ μου να σου γράψω αλλά σε βεβαιώ πως τρέμω διότι καθ’ ην ώραν σου γράφω ο νους μου φτερουγίζει εις παλαιάς αναμνήσεις εποχών ευτυχισμένων για μας. Περαίνων την παρούσα μου σε παρακαλώ και σε ικετεύω εις την αγάπην μας όπως μη αγανακτήσης μαζί μου διότι υπάρχει ανωτέρα βία.
Σε γλυκοφιλώ
Τώνης Κουḯτης

Με την Αννίτσα στην αυλή του σπιτιού του.

Το 1931, ο Κηπιώτης, πενηντάχρονος πλέον κι έχοντας αφήσει πίσω την τραυματική σχέση του με το νεαρό Αντωνάκη, ξεκινάει και πάλι πυκνή αλληλογραφία με ένα εντεκάχρονο κοριτσάκι αυτή τη φορά, την Αννίτσα, που ζει στην Αθήνα και επί μία δεκαετία σχεδόν ανταλλάσσουν εβδομαδιαίες επιστολές. Και μέσα από την τρυφερή αυτή επιστολική σχέση το κοριτσάκι μαθαίνει να γράφει και να εκφράζεται σωστά και ορθογραφημένα, ενώ ο δάσκαλος διδάσκεται από το μικρό παιδί την απλότητα του λόγου και ξανακατακτά την πρώτη του γλώσσα, τη δημοτική. Κι οι δυό τους διατηρούν μικρά και μεγάλα μυστικά μεταξύ τους. Και είναι το μικρό κοριτσάκι, η Αννίτσα, που σκεπτόμενη τη μοναξιά του Δάσκαλου, του κάνει προξενιά με κάποιες κυρίες της Αθήνας.
Όμως, ξάφνου, στην ηλικία των εξήντα τριών χρόνων όταν ο Κηπιώτης κοντεύει να βγει στη σύνταξη, φιλοξενεί μια εικοσιεπτάχρονη κοπέλα στο σπίτι του. Πρόκειται για την ανιψιά του Άννα, που προφανώς δεν έχει συναντήσει ποτέ πριν, μια γυναίκα πανύψηλη και σχεδόν τυφλή, που έρχεται από την Αθήνα στη Σύρο, για να μείνει κοντά στο «Σεβαστό» αλλά και άγνωστό της, μέχρι τότε, θείο. Αρκετά χρόνια αργότερα, και ενώ ο Κηπιώτης, έχει πλέον περάσει τα ογδόντα, -ηλικία όπου συνήθως κανείς ψάχνει για μια θέση στο νεκροταφείο- κι έχουν συζήσει ήδη με την Άννα περισσότερο από είκοσι χρόνια, παντρεύονται, και ο Κηπιώτης από «Σεβαστός θείος» όπως εμφανίζονταν μέχρι τότε στις επιστολές της Άννας, τώρα γίνεται ο «αγαπημένος της Γιώργος»!

Στα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι γυναίκες να σκύβουν πάνω μου και να με φιλούν αφήνοντας στα μάγουλά μου αποτυπώματα από κατάστικτα κόκκινα χείλη, ενώ το άρωμα της πούδρας τους με τύλιγε. Και η Μιντιλού θυμάται με φανερή ευχαρίστηση άντρες να τη χαϊδεύουν στοργικά και να τη φιλούν ακόμη και στο στόμα.
Συχνά, τα ενήλικα ή και γερασμένα χέρια τρίβονταν τρυφερά πάνω μας κι όλο αυτό φαίνεται πως μας άρεσε και δεν άφηνε πίσω του κάποιο λεκέ αποστροφής, αντίθετα μας έκανε να αισθανόμαστε κομμάτι της κοινωνίας των ενηλίκων αλλά συνάμα και ξεχωριστοί. Όλα αυτά τα χάδια και τα εγκώμια ενηλίκων προς ένα αμφίφυλο πλάσμα, όπως μεγάλωνα εγώ, που ισορροπούσα ανάμεσα σε αγόρι και κορίτσι μέχρι την πρώτη ημέρα που πήγα στο σχολείο, ήταν ευπρόσδεκτα. Αργότερα, στα δώδεκα, κρυμμένος μαζί με τους φίλους μου στη φυλλωσιά του «Ιερού Δέντρου» της οδού Μινιάκ, περνούσαμε ώρες ολόκληρες ψιθυρίζοντας ερωτικά μυστικά, κι έτσι όπως καθόμασταν πάνω στα κλαριά με ανοιχτά τα κουμπιά στα κοντά παντελονάκια μας και τρίβαμε τα τσουτσούνια μας που ήταν σκληρά και τεντωμένα, μοιάζαμε με μικρούς πιθήκους. Κανείς περαστικός δεν υποψιαζόταν ότι εκεί, πάνω στη συκιά, ήταν σκαρφαλωμένα τρία-τέσσερα παλιόπαιδα που διηγούνταν ιστορίες και πλέανε σε πελάγη διαρκούς ευφορίας και που, κάποιες ελάχιστες στιγμές, ένιωθαν την ανείπωτη γλύκα να πλησιάζει, σταμάταγε όμως λίγο πριν σε μια ζαχαρώδη χαύνωση και δεν έφτανε ποτέ στο σημείο που δεν υπάρχει επιστροφή.
Και εδώ, εκτείνοντας το διάλογο περί έρωτος, ώριμος άντρας πια, με αρκετές εμπειρίες στο διάβα της ζωής, σχέσεις συνύπαρξης και δημιουργικής συνεργασίας με άντρες και γυναίκες, με πολύτιμες φιλίες και έρωτες βγαλμένους μέσα από κοινή ζωή και κοινές δράσεις, καταθέτω την προσωπική μου άποψη. Έχοντας βιώσει τη διαφορετικότητα του άλλου και αγαπώντας τη ζωή και τα πλάσματά της, ανθρώπους και ζώα, σμιλεύτηκα, άλλαξα, ολοκληρώθηκα και ένιωσα τον άλλο στη σάρκα μου, με τις αγωνίες του, τις ανασφάλειές του, τη διαφορετική του οπτική. Αφουγκράστηκα τη γυναίκα. Τι βαθύτερο έλεγε.

Καρτ-ποστάλ της εποχής (από το αρχείο του Κηπιώτη)

Συχνά οι γυναίκες με έκαναν να σκεφθώ ότι δε λύνονται όλα με μάχες, δεν υπήρχε λόγος να σύρω σε κάθε ευκαιρία τη σπάθα μου για να κόψω το «γόρδιο δεσμό», κι έτσι σταμάτησα να συμπεριφέρομαι σαν ένας μικρός μέγας Αλέξανδρος κι έπαψα να νιώθω μονομάχος και πολεμόχαρος. Η θηλυκή πλευρά μου, η κατανόηση στη διαφορετικότητα είχε πλέον καλλιεργηθεί και νικήσει.
Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξα ποτέ φαλλοκράτης και ούτε κοίταζα γύρω μου με καχυποψία τους ανθρώπους που είχαν διαφορετικές μ’ εμένα ερωτικές προτιμήσεις. Με επιλογή και σκέψη, από τα νεανικά μου χρόνια, δεν θέλησα να κάνω παιδιά -είμαστε πλέον των 7 δισ. οι κάτοικοι σ’ αυτόν τον πλανήτη- το θεώρησα εγωιστικό να φέρω κι εγώ στον κόσμο ένα παιδί μόνο και μόνο για να αφήσω το δικό μου «στίγμα» ή να κατακτήσω κάποιο ψήγμα αθανασίας. Την ανάγκη της πατρότητας ή μητρότητας, την αίσθηση τρυφερότητας την αισθάνθηκα και τη νιώθω με όλα τα απροστάτευτα πλάσματα γύρω μου. Αρνήθηκα επίσης δια βίου την ιδιοκτησία. Δε θέλησα να κάνω καριέρα. Δε γούσταρα να πηγαίνω κάθε πρωί σε μια άχαρη δουλειά και να φεύγω μετά από 8-10 ώρες για να κερδίζω χρήματα κι ούτε εθίστηκα στην κατανάλωση. Έμαθα να ζω λιτά. Ο Ρουσό έλεγε: «Να μειώνεις τις ανάγκες σου σημαίνει ότι αυξάνεις τη δύναμή σου. Μείωνε, λοιπόν τις ανάγκες σου για να ‘σαι κυρίαρχος». Και είμαι ελεύθερος. Κι είχα όλο το χρόνο δικό μου για να σκέφτομαι ανατρεπτικά και επικίνδυνα, να στοχάζομαι μεγάλα και μικρά ζητήματα και να τα συζητώ με τους συνανθρώπους.
Στον έρωτα επεδίωξα να ενωθώ, να γίνω ένα με τον άλλο. Σαν ένα τραυματικό μισό έψαχνα το άλλο μου μισό. Εκεί που ο ένας τελειώνει να αρχίζει ο άλλος. Το χέρι του ενός να νοείται σαν προέκταση του άλλου. Να γίνουμε ή να ξαναγίνουμε όντα τετράποδα και τετράχερα, καμπουριαστά και αγκαλιαστά. Να περπατάμε με τη χάρη του ανασούμπαλου τετράποδου σώματος, να ξαναμάθουμε να περπατάμε κι ανάποδα, να σκεφτόμαστε με δύο μυαλά που ξεχειλίζουν και μπλέκουν οι μνήμες της κοινής ζωής, μερικές φορές η μνήμη ξεγελάει τον ένα και θυμάται αλλιώτικα από τον άλλο τα περασμένα. Ή δεν θυμάται και του τα θυμίζει ο άλλος. Να μιλάμε με δυο γλώσσες και δυο στόματα και να λέμε περίπου τα ίδια. Δεν ένιωθα ανταγωνιστικά. Δε αισθανόμουνα ότι είχα κάτι να χωρίσω. Τη σύνθεση αποζητούσα…
Με τη σύντροφό μου Μιντιλού, τα πολλά χρόνια της κοινής και αγαπημένης ζωής μας, ταξιδέψαμε παντού στον ελλαδικό χώρο για να δούμε από κοντά και να περιεργαστούμε κάποιες γνωστές ή άγνωστες αρχαίες ερωτικές επιγραφές που υπάρχουν διάσπαρτες σ’ ολόκληρη τη χώρα, ιδιαίτερα στα νησιά, και με τις οποίες δηλωνόταν το πάθος κι ο έρωτας των ανθρώπων που κατοικούσαν εκεί. Ανακαλύψαμε, λοιπόν, πάμπολλες ερωτικές γραφές που κάποιοι ερωτευμένοι στους αρχαίους χρόνους είχαν σκαλίσει πάνω στα βράχια. Αυθόρμητες ερωτικές φρασούλες λαξεμένες συχνά με τέχνη κι άλλοτε πάλι άτεχνα πάνω στο μάρμαρο, ομοφυλοφιλικές και παιδεραστικές γραφές χαραγμένες στην πέτρα, καυχησιολογίες, πειράγματα, συκοφαντίες και παινέματα για όμορφους νεαρούς και ποθητές κοπέλες.

Δάσκαλος και μαθητής. Αυθόρμητο αρχαίο χάραγμα από τον αρχαιολογικό χώρο της Αλυκής Θάσου (φωτο Χαρά Πελεκάνου)

Και στα μουσεία που επισκεφθήκαμε, διαβάσαμε εγχάρακτες γραφές σε κεραμικά κύπελα και βάζα με τις οποίες οι προσφέροντες εκφράζανε το ερωτικό τους πάθος. Και πάνω σε αρχαία τείχη, στα σκαλισμένα πέη που διακοσμούσαν τις γωνίες των μισογκρεμισμένων κτιρίων, στις χαραγμένες πλάκες των αρχαίων ναών, σε λαξεμένες πέτρες και σε χαραγμένα μάρμαρα διαβάσαμε τα ονόματα των εραστών, στήσαμε αυτί και ακούσαμε σκοτεινούς ψιθύρους και φράσεις ατέλειωτες, λόγια λατρείας κι όρκους έρωτα, αφουγκραστήκαμε ερεθισμένα αγκομαχητά, ακούσαμε λυγμούς κι ερωτικές κραυγούλες, ψιθύρους και φωνές που μιλούσαν για κάλλη, που έπλεκαν εγκώμια στη διαβατάρικη ομορφιά, στον πρόσκαιρο πόθο. Και αναφιλητά, κοπετoύς και θρήνους γι’ αυτόν που χάθηκε, που λιώνει κάτω από τη γη, που δεν θα ξανάρθει, δεν θα τον ξαναγγίξει, δε θα τον χαϊδέψει ξανά ποτέ το πυρωμένο σώμα. Άνθρωποι, όπως κι εμείς, που κάποτε στέναζαν και έλιωναν από έρωτα.
Τελικά άξιζε το ταξίδι αυτό σε τόσους αρχαίους τόπους, όπου η Μιντιλού φωτογράφιζε κι εγώ βιντεοσκοπούσα τις αυθόρμητες ερωτικές μαρτυρίες. Κι αργότερα, κοιτάζοντας το υλικό αυτό και κουβεντιάζοντας για όσα μας έκαναν εντύπωση φανταζόμασταν τους ανθρώπους εκείνους, το πάθος τους και τους έρωτές τους, πριν πέσει βαρύ το σκοτάδι του εκκλησιαστικού φανατισμού.
Εμένα, λοιπόν, που πότε είμαι η Μιντιλού και πότε ο άντρας, και κάποτε εγώ και η Μιντιλού, κι ενσαρκώνω την ανδρογύναια υπόσταση που γεννήθηκε από το ζευγάρι, μου είναι πλέον δύσκολο να μιλώ σαν δύο ξεχωριστοί άνθρωποι. Η σκέψη του ενός συμπληρώνει τα λεγόμενα του άλλου, η επικοινωνία μέσα από το χρόνο συμβίωσης έχει φτάσει στην αλληλοσυμπλήρωση, στη σύνθεση, στην ολοκλήρωση και την ταύτιση, ο ένας έγινε συνέχεια του άλλου, θα μας επιτρέψετε, λοιπόν, να σας μιλάμε σαν ένας άνθρωπος, ως ο μοναδικός αφηγητής, ο αρχαίος χορός που σχολιάζει και δεν έχει πρόσωπο.
Δεν υπήρχε τίποτε κρυφό αναμεταξύ μας. Οι δυο μας μιλάγαμε για όλα και για όλους. Μιλάγαμε για έρωτες, για γυναίκες και γι’ άντρες που έζησαν τη μυθολογία του έρωτα μέχρι τέλους, και μ’ αυτά περνάγαμε τις μέρες, μα και τις νύχτες μας.
−Στους ανατολίτες αρέσει να κάνουν πρωκτικό έρωτα, εσύ δεν το ορέγεσαι;
−Οφείλεται και στη γυναίκα που θέλησε να ελέγξει τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, μου απαντούσε.
−Το ξέρεις ότι οι Έλληνες αρέσκονταν στην αρσενοκοιτία και στην παιδεραστία;
−Μα και οι άλλοι λαοί, υποθέτω.
−Είναι γνωστό από πολλά κείμενα πως το νεαρό αγόρι ερέθιζε τους Άραβες, Πέρσες και Ρωμαίους, όσο και τους Έλληνες. Στις χώρες του Ισλάμ, όπου η γυναικεία πλευρά είναι σχεδόν απούσα, οι άνδρες είχαν ευνοούμενα αγόρια με τα οποία κοιμούνταν και κυκλοφορούσαν μαζί τους και αυτό ήταν κοινωνικά αποδεκτό. Στην οθωμανική αυτοκρατορία τα παιδιά αυτά ήταν γνωστά ως «κιουτσέκια». Ο Παναḯτ Ιστράτι στο μυθιστόρημά του Κύρα Κυραλίνα περιγράφει τις περιπέτειες του νεαρού Ντραγκομίρ σαν κιουτσέκι. Όλοι οι σουλτάνοι και οι μπέηδες είχαν στις αυλές τους μικρά αγόρια για να απολαμβάνουν τον έρωτα. Τα ευνοούμενα αγόρια συχνά είχαν περισσότερες εξουσίες από τις παλλακίδες και τις συζύγους. Ο Ηλίας Πετρόπουλος εξηγεί πως «τα κιουτσέκια ήταν ντυμένα με γυναικεία φουστάνια και φανταχτερά διαδήματα χόρευαν στα σαράγια και στους καφενέδες τσιφτετέλι και, κυρίως, τον κατ’ εξοχήν δικό τους χορό, το kocekce και στη διάρκεια των χορών αυτών, τα κιουτσέκια έριχναν πυριφλεγείς ματιές προς την μεριά των θεατών, που αποθαύμαζαν τα λάγνα κουνήματά τους. Και, φυσικά, μετά το χορό οι θαυμαστές που διέθεταν το σχετικό παραδάκι έπαιρναν βίζιτα τα νεαρά αγόρια. Ο θεσμός αυτός, ξεκινώντας από την Ινδία και Περσία, ξεπερνούσε τα όρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, του Ισλάμ και της Οσμανλίδικης Αυτοκρατορίας, κι απλωνόταν από το Μαγρέμπ ως τα Βαλκάνια κι από την Αίγυπτο ως την τουρκόφωνη Κεντρώα Ασία».
−Μα και στη Δύση συμβαίνουν αυτά, ειδικά στο Παρίσι, όπου υπάρχουν τα πάντα γύρω από τον έρωτα και όπου ανθούν όλα τα ανθρώπινα φύλα.
Και ο Γιώργος Ιωάννου σ’ ένα καταπληκτικό αφήγημα μιλάει για τη συνάντησή του με ένα αγόρι στην αρχή της ερήμου, εκεί που τελειώνει ο ορατός κόσμος και αρχίζει το χάος, στον μη-τόπο, εκεί όπου γίνονται όλα εφικτά. Γιατί εκεί που δεν υπάρχουν σύνορα, έθνη, προκαταλήψεις και ιδεοφοβίες ένας ομοφυλόφιλος συγγραφέας μπορεί να ατενίζει ένα νεαρό αγόρι και να το ερωτεύεται, και να συνομιλούν οι δυο τους τρυφερά, σιωπηλά, μόνο με τα μάτια και είναι η εικόνα αυτή μουσική ερωτική…
Και όπως έλεγε ο γέρο-καπετάνιος στον Ίωνα Δραγούμη:«Ο έρωτας είναι ανάγκη και πρέπει με κάθε τρόπο να την εκπληρώση ο άνθρωπος, όπως και να είναι, και όποιος και να είναι, είτε άντρας δηλαδή είτε γυναίκα. Κι αν οι γυναίκες δεν βρουν άντρα έχουν το δάχτυλό τους, όπως οι άντρες κάνουν αυνανισμό. Χρησιμοποιούν ακόμη και κεριά, μπανάνες, μπουκάλια ό,τι μπορείς να φαντασθείς, τρόποι πολλοί και όργανα, ενώ -και η ανάγκη οξύνει τη φαντασία…»
Ο έρωτας είναι χαρά και ελευθερία μα πάνω απ’ όλα είναι εμπειρία. Κι η γενιά μας έζησε τον ελεύθερο έρωτα και τον χάρηκε χάρη και στο αντισυλληπτικό χάπι που πρωτοκυκλοφόρησε στα χρόνια μας.
Ανάμεσα στα πεταμένα χαρτιά που μαζέψαμε από το πάτωμα στο σπίτι του Κηπιώτη υπήρχε και το ποίημα του ερωτικού Ν. Λαπαθιώτη δημοσιευμένο στα 1910, στα χνάρια του ερωτικού Καβάφη…

Κι έπινα μέσ’ από τα χείλια σου…

Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
το γλυκό σου μάτι,

και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
στο κορμί μου γύρω-γύρω
κι έπινα μέσ’ από τα χείλια σου,
γλυκιάν άχνα σαν το μύρο,

και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
γλυκά λόγια σαν τα μύρα,
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι μας
κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

Έτσι, αγάπη μου, σε χόρτασα
Κι έτσι, τη γλυκάδα σου ήπια
μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα
στ’ άνομα τα καρδιοχτύπια

κι απ’ το μέλι ποθοπλάνταζε
το κορμί σου και το μάτι
κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι…

ΤΕΟΣ ΡΟΜΒΟΣ

 

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

(Όλες οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Κηπιώτη).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s