Για το Νίκο Μητρογιαννόπουλο

Posted: Δεκέμβριος 20, 2016 in Η φυλή των συγγραφέων

του Τέου Ρόμβου

p1210814

Ο Νίκος είναι ένας ξαφνικός άνθρωπος, ένας άνθρωπος που ξαφνιάζει.

Εγώ είμαι ένας ερημίτης, σχεδόν ερημίτης.

Κάποια μέρα χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο άγνωστος Νίκος που μου λέει:

Είσαι ο Ρόμβος;

Ναι, απαντώ εγώ.

Θέλω να ‘ρθω να τα πούμε!

Και πράγματι ήρθε με το επόμενο βαπόρι. Και τα είπαμε, κι έκτοτε τα λέμε και τα ξαναλέμε.

Κάποτε του έλεγα ότι  εκεί, στη δεκαετία του ΄60, τα απομεσήμερα και αργά τις νύχτες άκουγα τον AFRS, το ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικάνικης Βάσης του Ελληνικού που έπαιζε ροκ και μπλουζ. Άκουγα κι ανατρίχιαζα με τα ουρλιαχτά του Wolfman Jack, του μοναδικού dj που έσκουζε σα λύκος, είχε το πιο στριγκό, σατανικό γέλιο και συνόδευε σιγομουρμουρίζοντας κάποια από τα τραγούδια. Εκείνη ήταν η εποχή που ξεφύτρωσαν δεκάδες στην αρχή κι εκατοντάδες αργότερα «πειρατικοί ραδιοσταθμοί» φτιαγμένοι από πιτσιρικάδες και ακούγονταν σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας και σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα. Ελεύθερες φωνές παντού.

Ο Νίκος Μητρογιαννόπουλος γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του: Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, φοιτητής, όπως πειραματιζόμουν με φίλους στην μπάντα των FM, άκουσα συμπτωματικά έναν πειρατικό σταθμό με την επωνυμία «436» – η χιλιομετρική απόσταση από τα Γιάννενα στην Αθήνα. Έκανε πρόγραμμα μόνο για μία εβδομάδα, υποθέτω δοκιμαστικά, και κάθε μέρα σχεδόν το ίδιο: μιλούσε, μονολογούσε για την ακρίβεια, απευθυνόμενος σε μια γυναίκα που παρέμενε πεισματικά βουβή, σύντομα, πέντε λεπτά, δέκα το πολύ, και στο τέλος της χάριζε ένα τραγούδι. Μια ολόκληρη εβδομάδα μόνο αυτό, την ίδια ακριβώς ώρα γύρω στις 2 τα ξημερώματα λες και έπαιζε ένα ταξίμι. Προνόησα τότε να μαγνητοφωνήσω εκείνες τις εκπομπές, έτσι μπορώ να τις αναμεταδώσω σήμερα, σ΄ αυτό το βιβλίο.

 Ένας πειρατής των Ερτζιανών, λοιπόν, που ξεκινάει την εκπομπή του την ίδια πάντα ώρα στις 2 το ξημέρωμα λες και παίζει ένα ταξίμι και ο Νίκος ακούει αυτόν τον μοναχικό άνθρωπο που σβήνει από έρωτα για τη γυναίκα που παραμένει βουβή.

Τι σκέφτεται αυτός ο άνθρωπος όπως μιλάει; Σκέφτεται κυρίως πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να επαναληφθεί η ζωή.

Ακούτε Τέσσερατριάνταέξη, όσα και τα χιλιόμετρα που μας χωρίζουν…

Θυμάσαι αγάπη μου; Θυμάσαι;

Έρωτας, τότε, η στιγμή που χάραζε άγνωστη πόλη.

Σε κύκλους από πειρατικούς σταθμούς, χιλιόμετρα στο χάρτη, και χρόνια σιωπής έμαθα να μετράω την αγάπη.

Το να κάνεις ραδιόφωνο είναι η συνάντηση λέξεων και μελωδιών στην πόλη, αν η απόσταση ενός μικροφώνου και μιας φωνής είναι η ενδεδειγμένη.

Κάποτε μ’ άρεσαν τα μελαγχολικά τραγούδια, η λύπη που έφτιαχνε γκρεμό στο βλέμμα των ανθρώπων.

Παλιές αγαπημένες, το μέλλον που υποσχεθήκαμε απόν, παρόν το γαμημένο αναπάντητο, και αντίδωρο αιωνιότητα φτιαγμένη από δεν, έρημη από χωρισμούς ή συναντήσεις.

(ακούγεται το Γεννήθηκα για να πονώ με την Μαρίκα Νίνου)

Θυμάσαι αγάπη μου; Θυμάσαι;

Οδός Στουρνάρα. Πληγώνομαι, απορώ, οργίζομαι, ερωτεύομαι, μισώ. Όπως ο Ρεμπώ τη χαρτογράφηση άγνωστων περιοχών, το εμπόριο όπλων, τα σκλαβοπάζαρα και τους εξ αμελείας φόνους, έτσι σ’ αγαπώ…

Θ’ ανοίξω ένα χειμερινό υπαίθριο σινεμά να βλέπουμε παλιές ασπρόμαυρες ταινίες όταν βρέχει.

Η γυναίκα  που αγαπώ, η γυναίκα που αγάπησα. Δε νιώθω ποτέ μόνος την ώρα που κάνω εκπομπή, ακόμη και αν δεν μπορώ να εκτιμήσω το αν με ακούνε και πόσοι.

Κάθεται δίπλα μου, ακούμε μουσική, χαμογελά, και ψιθυρίζει, ψεύτη, ψεύτη, ακόμη λες σε όλους πως είμαι ζωντανή.

Δε μ’ αρέσει η στιγμή που αφήνω τη μουσική να παίζει μόνη της και χαμηλώνω το μικρόφωνο. Δεν είναι από ματαιοδοξία, αν με καταλαβαίνετε… Είναι ότι ερημώνει μια πόλη μέσα μου.

Ματαιωμένες κινήσεις τρυφερότητας, στιγμούλα κόμπος, χάντρες γαλάζιο παρελθόν, στιγμές κομπολογάκι, όπως σε παίρνουνε σιγά σιγά τα χρόνια.

Σκουριά το χρώμα της αγάπης.

(ακούγεται Το βαλς των χαμένων ονείρων, Μάνος Χατζηδάκης).

Είναι οι άνθρωποι μια κόκκινη κλωστή, όπως αυτές π’ αρχίζουνε τα παραμύθια.

Μια πόλη μου θυμίζει διαρκώς μια άλλη πόλη.

Το ραδιόφωνο- ναι. Νομίζω πως είναι ιδανικό ηχείο για τις πόλεις. Η τηλεόραση έχει όλη τη μιζέρια της επαρχίας.

Θυμάσαι αγάπη μου; Θυμάσαι;

Διαβάζεις, σηκώνεις το κεφάλι και χαμογελάς.

Ένοχη, τελεσίδικα, σωπαίνεις ότι μονάχα έτσι γίνεται τώρα πια να συναντιόμαστε

Μη τηλεφωνήσεις… θα είναι ο πατέρας μου….

Λησμονημένες λεπτομέρειες, παλιές αγαπημένες.

Δεν αρκούν διαβεβαιώσεις της αγάπης σου και εξηγήσεις.

Καθώς περνάει ο καιρός φτιάχνω μια έρημο.

Ξημερώματα η κοπέλα με τα πιο όμορφα μάτια που έχω δει. Κάτω από τα μάτια, στο πρόσωπο, παντού όπου φαινόταν ακάλυπτο το σώμα σημάδια-κέντημα από τσιγάρο και βελόνα. Σκιές που γύρευαν η μια την άλλη- τίγκα στην άσπρη η Ζωοδόχος, έπεσε σκόνη στην πλατεία. Χαμήλωσε το βλέμμα, σκεπάζοντας το πρόσωπο με τα μαλλιά, και αρνήθηκε εξίσου επίμονα να απαντήσει.

Ήταν η πριγκίπισσα όλων των σπαταλημένων αύριο, κι η μόνη που προφήτευε το μέλλον γιατί το είχε ήδη τερματίσει.

(Διακόπτουμε το πρόγραμμα για να διαβάσουμε την αφιέρωση της Μάρθας που ζητάει από τον Τζον να τη βοηθήσει για να βγάλει το βράδυ).

Επιστρέφουν πάντα λυπημένες κατά τα ξημερώματα. Με βλέμμα από τραγούδι σκοτεινό, λες και βαθαίνει απότομα προς την κατεύθυνση του ονείρου η ζωή, όπως η θάλασσα σωπαίνει έναν γκρεμό στο μαύρο.

Πόσοι εραστές σε στιγμή υπέρτατης ευτυχίας δεν τραγουδήσανε αγκαλιασμένοι το απόψε είναι πια για μας η νύχτα η τελευταία, χωρίς να υποπτεύονται πως πράγματι, μπορεί και να’ ναι…

Έβρεχε, όπως βρέχει συνήθως σ’ αυτά τα κείμενα. Μια γυναίκα να κλαίει βουβά, όπως φορτώνει τα πράγματά της σε ένα φορτηγό.

Παράξενες μέρες. Επέστρεψε, βρήκε το σπίτι άδειο και σκόρπια γράμματα. Τα διάβασε.

Η κάθε νύχτα σχημάτιζε ένα πρόσωπο απ’ τη σκιά που ρίχνανε τα ρούχα της στον τοίχο. Στο τέλος είπε: ό,τι έγινε έγινε. Και τώρα σκίσε τις φωτογραφίες της και ξέχασέ τη.

Ώρα 3.30 το πρωί. Ακούω μια συνομιλία δυο πειρατών στα FM. Για το μέλλον του σταθμού. Η ζωντανή εκπομπή μου τέρμα. Στο ‘χα πει ότι όλα θα τελειώσουν…

Έτσι ακριβώς όπως παλιά χαμήλωνες τον ήχο στο ραδιόφωνο.

Ξημερώνει μια άλλη μέρα. Στην αποφώνηση υπάρχει πάντα μια γεύση εγκατάλειψης.

Θυμάσαι αγάπη μου; Θυμάσαι;

Γέμισε ο τόπος δακρυγόνα, κάδοι-οδοφράγματα που καίγονταν, υπνωτισμένος, ανήμπορος να απομακρυνθώ, το ‘μαθα πια καλά- αυτοί που έφυγαν γυρίζουν ξαφνικά στα σωθικά σα σουγιαδιά.

Γωνία Τζαβέλα και Μεσολογγίου εκεί είναι ο δρόμος που δεν έχουμε.

Είναι ένα άδειο μέλλον.

(ακούγεται το Broken Bicycles του Tom Waits)

Την ώρα που οι τοίχοι τρέχουνε παράλληλα όπως οι ράγες ενός τρένου, -α, ναι, αγάπη μου βρεθήκαμε αργά.

Τη βλέπω πάλι να γελάει και να τρέμει σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες, όμορφη, τόσο ξέγνοιαστη, σ’ εκείνο το ταξίδι, και ξέρω, Κύριε, ότι τουλάχιστον για μια μέρα ήταν η βασίλισσά μου κι εγώ ο βασιλιάς της, κι ότι τουλάχιστον για μια μέρα ήμαστε ήρωες ο ένας για τον άλλο.

Αυτό είναι για μένα αθανασία. Σε κύκλους από πειρατικούς σταθμούς, χιλιόμετρα στο χάρτη, και χρόνια σιωπής έμαθα να μετράω την αγάπη. Δε θέλω τίποτα άλλο από σένα Κύριε, εκτός από τη χάρη να μη μου δώσεις άλλες λέξεις, που πληγώνουν. Να μη μου δώσεις άλλες λέξεις…

Εύχομαι μόνο αν μου επιφυλάσσει ο καιρός φινάλε από γιατρό Τσιρώνη, να το σκηνοθετούσε ο Νικολαΐδης.

(ακούγεται η μουσική από τα Κουρέλια τραγουδάνε ακόμα)

ΤΕΛΟΣ ΕΚΠΟΜΠΗΣ

Η νεολαία τα χρόνια των ΄60s άκουγε αποκλειστικά πειρατικούς ραδιοσταθμούς. Στους κρατικούς σταθμούς ακούγονταν μόνο ψήγματα αυτής της αναιδούς και ανθελληνικής μουσικής, της Ροκ. Το ίδιο ίσχυε και για τα ρεμπέτικα. Το 1966 μάλιστα με απόφαση του Άρειου Πάγου απαγορεύτηκε ρητά σε ιδιώτες να κατέχουν ραδιοσταθμούς και να εκπέμπουν. Και λίγο αργότερα, στη διάρκεια της δικτατορίας,  η αστυνομία απέκτησε κινητή μονάδα με ραδιογωνιόμετρο κι  άρχισε τις εφόδους  στα σπίτια όσων τολμούσαν ακόμη να εκπέμπουν. Ίσως για τις εμπειρίες μου αυτές με κάλεσε ο Νίκος για να μιλήσω απόψε εδώ. Και όσα σας διάβασα, λοιπόν, στην πραγματικότητα είναι λεξούλες και φράσεις παρμένες από τα πεζοτράγουδα του Νίκου Μητρογιανόπουλου. Γιατί το Ταξίμι του Νίκου, είναι ένας δεξιοτεχνικός αυτοσχεδιασμός που περιέχει μοναδικές στιγμές για το χρόνο που φεύγει, κι ίσως κάποτε ήταν σενάριο για μια ταινία που δε γυρίστηκε ποτέ, αλλά σαν κείμενο παραμένει μέχρι τέλους ένας λογοτεχνικός λυγμός που ακουμπάει στο ρεμπέτικο και τη βυζαντινή μουσική και στροβιλίζεται στους ατέρμονες κοχλιοειδείς κύκλους δερβίσηδων και σούφηδων ενώ κάποιες στιγμές ξαμολιέται μέσα στους διονυσιασμένους αλαλαγμούς των Rockers…

Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Μητρογιαννόπουλου Νησάκι, 1984 ταξίμι, που έγινε στις 18/12/2016.

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Nikos Mitrogiannopoulos λέει:

    Θόδωρε, μόλις το είδα. Θέλω να σ’ ευχαριστήσω δημόσια που δέχθηκες να μπεις στην ταλαιπωρία του ταξιδιού. Τα όσα είπες και ο τρόπος με τον οποίο τα είπες θα έπρεπε να υπήρχε τρόπος να μπουν στις σελίδες του βιβλίου. Λες για μένα πως είμαι άνθρωπος που ξαφνιάζει. Λέω πως είσαι άνθρωπος που μαγεύει. Περιμένω την επόμενη συνάντηση.

  2. Ο/Η Εμμανουέλλα Μσυράκη λέει:

    Μαγικά αγγίγματα ψυχής…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s