Συνέντευξη Τέου Ρόμβου στον Νίκο Λέκκα

Posted: Φεβρουαρίου 8, 2016 in Φύλλα παλιά

αναρτήθηκε στα Φτερά Χήνας, 6 Φεβρουαρίου 2016

Την δεκαετία του 90 (και εσείς αγαπητοί μου αναγνώστες θα μου πείτε γιατί είμαι κολλημένος στην δεκαετία του 90- αλλά ήταν η εποχή που ως έφηβος, μεγαλωμένος σε χωριό, αν και δίπλα στην Αθήνα, σε μια άκρως συντηρητική οικογένεια όπου ο πιο «επαναστάτης» τελείωσε τα «επαναστατικά του» καθήκοντα ψηφίζοντας ΠΑ.ΣΟ.Κ την δεκαετία του 80, έψαχνα ποιος είμαι και τι με τραβάει. Μοιραία έπεσα στις εκδόσεις του Σταθάτου, Δελφίνι, εκεί που ο Λεωνίδας Χρηστάκης, ο δικός μας Λεό, μας κοινωνούσε την αμφισβήτηση της Ελληνικής πραγματικότητας ever. Σελίδες επί σελίδων, πάνω από 20 βιβλία και βιβλιαράκια, μέσα σε μια 5ετία. Μιλάω για την εποχή 93–98, τότε που γύρω στο 95, ξεκλείδωνα το στόμα μου για ερωτικά φιλιά, λέξεις, αλκοόλ και μπάφους.

Λέξεις, λέξεις, λέξεις, ονόματα, ονόματα, ονόματα, και εγώ που δεν μ’ εξέφραζε τίποτα, εδώ (γιατί στο ίδιο χωριό είμαι τώρα που γράφω) αναζητούσα την διαφυγή, τους ορίζοντές μου, να μην την κόβουν τα βουνά που με περιτριγύριζαν και το περιορισμένο οπτικό μου πεδίο να μην το εμποδίζει τίποτα, είπα να το ρίξω στο διάβασμα. Ως παιδί το είχα ρίξει στις μακρινές βόλτες με το ποδήλατο, στην εφηβεία γύρισε μπούμερανγκ σε μια βαθιά ενδοσκόπηση. Το τι θα πει νορμάλ δεν μπορούσα να το καταλάβω, κάτι με τραβούσε στο χώρο των αποκλεινουσών συμπεριφορών. Και όπως έχει γράψει και η Γώγου, «Εκεί στο απαγορεύεται ήθελα».

Ο ογκόλιθος της πεζογραφίας, που δεν είναι δική μου ανακάλυψη, για να λέω την αλήθεια αλλά μου την «κοινώνησε» ο Λεωνίδας μέσα από τα γραπτά του, ήταν ο Τέος Ρόμβος. Το βιβλίο του «Τρία φεγγάρια στην πλατεία» που ανάφερε ο Λεό, στοίχειωσε τα όνειρά και αν θέλετε ήταν μια μορφή ονείρωξης, γιατί τότε στα μάτια μου, τις ελάχιστες φορές που είχα αράξει στην πλατεία Εξαρχείων, είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν στο πεζοδρόμιο έξω από το βιβλιοπωλείο του Λόρενς. Άσιμος, Σιδηρόπουλος, Γώγου μας είχαν αφήσει, και εγώ έψαχνα τους εναπομείναντες. Τα όρια στο Ελληνικό αντεργκράουντ τότε ήταν δυσδιάκριτα.

Φοιτητής στην Πάτρα -στην ουσία είχα μια ελευθερία με πρόσχημα τη φοίτηση, μια ελευθερία που μου επέτρεπε το πρωινά να αλητεύω, τα μεσημέρια να κοιμάμαι και τα βράδια να διαβάζω και να πίνω, με καθημερινές βόλτες στα βιβλιοπωλεία είδα το κομψό βιβλιαράκι του Τέο, το «Τρία φεγγάρια στην πλατεία» ένα τομίδιο από τις εκδόσεις «ο σκύλος που κλαίει» και κατευθείαν το αγόρασα. Σπίτι με μπάφους, ούζο το έριξα στην μελέτη. Σιχτίρισα τον εαυτό μου γιατί στην Αθήνα που το είχα αναζητήσει, μου είχαν πει ότι δεν υπάρχει, όμως υπήρχε κάπου στην επικράτεια. Θύμωσα. Έπρεπε να είχα επιμείνει περισσότερο. Τα κείμενα τα ερμήνευα ως εξής: αυτά που γράφει, αυτές οι περσόνες , κάποια στιγμή θα ήθελα να γίνω. Γιατί αυτές οι περσόνες είχαν μια αξιοπρέπεια μόνο για τον εαυτό τους και έκαναν όνειρα και ήμουν στην ώριμη στιγμή να μην με ενδιαφέρει η γνώμη του κόσμου και είχα την πολυτέλεια να μπορώ να κάνω όνειρα.

Έτσι θεώρησα το κ. Ρόμβο φίλο μου, τότε που περισσότερο ένιωθα φίλους μου συγγραφείς και τραγουδοποιούς που με εξέφραζαν παρά τους φοιτητές/καρντάσια της πόλης των Πατρών που λιώναμε μαζί τα βράδια. Το βιβλίο το τέλειωσα και την άλλη μέρα, μετά από επίσκεψη στην τράπεζα για οικονομική ενίσχυση, σούμπιτος στο βιβλιοπωλείο. Αναζήτησα και τα άλλα βιβλία του Τέο. Τα βρήκα. Τότε συνεργαζότανε με τις εκδόσεις «Γόρδιος». Τα πήρα. Και το βράδυ μαστούρωνα διαβάζοντας τα βιβλία: «Ασσασίνοι του βορρά, «Δροσουλίτες του νότου» σε δεύτερη έκδοση (πρώτη έκδοση του βιβλίου με τίτλο «Στο βορρά και στο νότο», εκδ. Στύγα) και το επίσης σε δεύτερη έκδοση «Πλάνος δρόμος» (πρώτη έκδοση, εκδ. Απόπειρα). Με ταξίδεψαν, ένιωσα ότι κάτι δεν κάνω καλά στην αλητεία. Κάτι έχω πάρει στραβά. Εδώ πρέπει να διευκρινίσω ότι βοήθησε και ο αφορισμός του Μ. Κούντερα, ότι «η πραγματική ελευθερία των παιδιών, αρχίζει από το βαθμό που έχουν θάψει, μέσα τους, την εξάρτηση από τους γονείς τους». Κατά το ήμισυ ήμουν τυχερός. Ο Μπαμπάς είχε δολοφονηθεί πριν αποκτήσω μνήμη αλλά με την μαμά; Το πάλεψα μέχρι θανάτου.

Έχοντας κόψει κάθε εξάρτηση από την οικογένεια και έχοντας αποκτήσει δύο άλλες, την κατάχρηση αλκοόλ και την χρήση ηρωίνης, στην Αττική πια, διάβασα και τα καινούργια βιβλία του Τέο. Το «Κείμενο πάθος» από τις εκδόσεις «Χάος και κουλτούρα» που το βρήκα σε τιμή αφάνταστα χαμηλή σε ένα βιβλιοπωλείο της Σόλωνος (γύρω στο ‘99), τα «Κρυφά Ταξίδια» από τις εκδόσεις «Βιβλιοπέλαγος» που δεν θυμάμαι που το πήρα, την μονογραφία «Πλωτίνος Ροδοκανάκης» που την έκλεψα από την «Πρωτοπορία» μέχρι το πρόσφατο «Γιώργος Νέγρος» από τις εκδόσεις «Πανοπτικόν».

Όλα μια αποκάλυψη. Τόσο που πιστεύω ότι αν δεν είχα διαβάσει ΚΑΙ τα βιβλία του Τέο, δεν θα ήμουν ο ίδιος. Θα είχα μια τρύπα στο ψυχισμό μου, «Τρύπα» λεγόταν και το περιοδικό που έβγαζε. Έτσι έμαθα για το βιβλιοπωλείο του, τις αλητείες του, το ξύλο με παρακρατικούς, τις ταινίες που δεν τέλειωσαν ποτέ, την εμπλοκή του με το νεοεισαχθέντα όρο για την ελληνική πραγματικότητα «Κατάληψη», για…., για.., για…

Νίκος Λέκκας (*)

 

Ερώτηση 1η

Τέο, πρώτα απ’ όλα σε ευχαριστώ που δέχτηκες να μου μιλήσεις και να φιλοξενηθεί η συνέντευξη στα «Φτερά χήνας». Θα ξεκινήσω κάπως παράδοξα. Δηλαδή πρώτα θα πούμε για τα παράδοξα της αντεργκράουντ κουλτούρας και ύστερα θα μιλήσουμε για τα ευχάριστα, το παράλογα αισιόδοξο πνεύμα ελευθερίας που μας σκορπάς απλόχερα τόσα χρόνια. Η πλατεία Εξαρχείων (που εσύ την έζησες στις επάλξεις της) είχε και ένα κακό, την πρέζα. Και όπως γράφει ο Δημήτρης Φωτιάδης (των νεοελληνικών γραμμάτων) για την περίπτωση Μυλονωγιάννη, «Θα μπορούσε νάδινε πολλά, μπλέχτηκε όμως με την παρέα του Ν. Λαπαθιώτη που λογάριαζε τον αργό θάνατο από ναρκωτικά ωσάν επίτευγμα και κορύφωμα κάθε ψευδαίσθησης της ζωής. Το θυμάμαι με αγάπη και με λύπη…». Εσύ που τους έζησες όλους, με όποια μορφή τέχνης και αν εκφράζονταν, τι έχεις να πεις; Έχεις μιλήσει ανοιχτά για συνοδοιπόρους που κατέληξαν πρεζάκια. Χαρακτηριστικά αναφέρω το Ανδρέα Μιχελιουδάκη από τους επιφανείς. Κατά πόσο όλοι οι χαμένοι θα μπορούσαν να έδιναν πολλά και κατά πόσο τους θυμάσαι –αν τους θυμάσαι- με αγάπη και με λύπη; Στην δική μου παρέα αυτό που μας οδήγησε στα ναρκωτικά ήταν η μη αποδοχή, γιατί κατά βάθος, στο κουκούτσι της ψυχής μας, ήμασταν βλαχαδερά και την αποδοχή την αναζητούσαμε…

Τ.Ρ. Πράγματι, είδα κάποια από τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου να διαλύονται στην πρέζα και  στην παράκρουση, κάποιους να κοντοστέκονται κι άλλους να φτερουγίζουν μακριά. Πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν οι άνθρωποι που γοητεύονται από τις θεαματικές περσόνες της μουσικής σκηνής, του κινηματογράφου, από ταινίες όπως ο Επαναστάτης χωρίς αιτία, που γίνονται σύμβολα και φράσεις Live fast, die young που ηχούν σαν διαφημιστικό σλόγκαν προς το θάνατο…

Τα περισσότερα από τα πλάσματα που έφυγαν στα ντραγκς, χάπια και σκόνες, ήταν άνθρωποι ιδιαίτεροι και με τη ζωή τους ασκούσαν μεγάλη γοητεία γύρω τους. Θυμάμαι φατσούλες γλυκές, τρυφερές κι αγριεμένες, θυμάμαι κινήσεις των δαχτύλων που συχνά έπαιζαν ντραμς. Εκεί στα Εξάρχεια, στο βιβλιοπωλείο Οκτόπους, καθημερινές απαγγελίες οργισμένων ποιημάτων, ζωγραφικές και κόμικς καρφιτσωμένα στους τοίχους, τα πρώτα γκράφιτι στους γύρω δρόμους της πλατείας και κάποιες βραδιές να ξενυχτάμε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών για κάποιες νύμφες της πλατείας που είχαν πάρει χάπια.

Κάποιοι καθάρισαν και βγήκανε σώοι, άλλοι όμως πήδησαν από τους πάνω ορόφους ή φτερούγισαν μακριά στο ταξίδι της τρέλας. Γνωριζόμασταν λοιπόν και κάναμε και στενή παρέα. Εγώ που ήμουν στην απ’ έξω αφουγκραζόμουν τον πόνο που κουβαλούσαν ώσπου κάποια μέρα φύγανε κι άφησαν πίσω τους τραγούδια, ζωγραφικές, ταινίες, ποιήματα κι όλα γραμμένα με αιματοκηλίδες. Η Κατερίνα, ο Νικόλας, ο Παύλος, η Μυστηριώδης Νήσος, τόσοι και τόσοι…

Και το γαμώτο είναι πως οι περισσότεροι δεν κατάφεραν να κοιταχτούν στον καθρέφτη,  δεν πρόλαβαν να γνωρίσουνε τον εαυτό τους, να συμφιλιωθούν μαζί του και να παραμερίσουν το παρελθόν που τους βασάνιζε για να χαρούνε τη μοναδικότητα της ύπαρξης και την ανεπανάληπτη περιπέτεια της ζωής.

Εγώ πάντως τους φέρω εντός μου κι από τέτοια υλικά είμαι πλασμένος, ακόμη και τώρα ξεφωνίζουν μέσα μου και πότε-πότε κουβεντιάζω μαζί τους. Σίγουρα ενδόμυχα και τα πλάσματα αυτά την αγάπη και τη φιλία αποζητούσαν, την παραδοχή και την αποδοχή. Μα πού να την εύρουνε…

 

Ερώτηση 2η

Οι αλητείες σου δεν ήταν μόνο η περιπλάνηση του σαρκίου σου αλλά και η περιπλάνηση της ψυχής σου. Έζησες σε διάφορες πόλεις του κόσμου, έκανες ετερόκλητες δουλειές για βιοπορισμό, έως και νυχτερινός φύλακας σε βιβλιοθήκη υπήρξες. Εκεί όλο το βράδυ με ένα φακό διάβαζες. Θέλω να πω κατά πόσο το διάβασμα σε οδηγεί σε μια στάση ζωής μες την αμφισβήτηση και κατά πόσο το διάβασμα σε συνδυασμό με το ότι δεν έκατσες στα αυγά σου, και ευτυχώς που δεν έκατσες στα αυγά σου, σε οδηγεί σε μια έκσταση που καμιά ψυχοτρόπος ουσία εν δυνάμει δεν θα μπορούσε να σε οδηγήσει;

Τ.Ρ. Όλα άρχισαν όπως σ’ εκείνα τα παραμύθια που έλεγαν: «Δρόμο παίρνει, Δρόμο αφήνει…» Οι αρχαίοι λαοί πίστευαν ότι οι νέοι πρέπει να βγαίνουν μόνοι στο Δρόμο, ώστε να πάθουν και να μάθουν. Κι έτσι άρχιζαν οι ιστορίες του κόσμου και ο μικρός ήρωας ή η μικρή ηρωίδα στο δρόμο τους ζουν καταστάσεις απρόσμενες, κάνουν φοβερές εμπειρίες, ώσπου κάποτε μεστωμένοι ενήλικες επιστρέφουν στον τόπο τους έτοιμοι πλέον να διαχειριστούν τη ζωή τους. Και το σημαντικότερο, χωρίς να έχουν βιώσει την τραυματική υστερία και την καταπίεση κάποιων υπερπροστατευτικών γονέων. Έτσι κι εγώ λοιπόν βγήκα για να σεργιανίσω στο Δρόμο. Το ένστικτό μου για τη ζωή βρήκε διέξοδο σ’ αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες ονομάτιζαν Αλητεία, δηλαδή στην Περιπλάνηση.

Στην πραγματικότητα εκείνα τα πρώτα χρόνια της περιπλάνησης ακολουθούσα τα βιβλία που έμελλε να γράψω μετά από χρόνια και οι προσωπικές μου αυτές εμπειρίες και σκέψεις ίσως να γίνονται βάλσαμο και οδηγός σε κάποιες ανήσυχες νεανικές ψυχές που ψάχνονται.

Κάποια στιγμή στη ζωή μου, ήμουν πολύ νέος ακόμη, έκανα μιαν εμπειρία θανάτου ζώντας στους δρόμους κάπου στην κεντρική Ευρώπη. Ήταν καταχείμωνο κι εγώ κοιμόμουν τις νύχτες με σλίπινγκ μπαγκ κάτω από μια γέφυρα, απόλυτα νηστικός για μέρες, παραιτημένος, βάδιζα προς τον θάνατο από ασιτία, ώσπου κάποια στιγμή είχα μια έκλαμψη –με την τυχαία παρέμβαση ενός φίλου- και συνειδητοποίησα πόσο πολύτιμο ήταν αυτό που είχα μέχρι τότε ζήσει αλλά και όλο αυτό που θα ακολουθούσε κι από κει και μετά  έμαθα να χαίρομαι την κάθε μέρα ξεχωριστά. Και όλο αυτό το ταξίδι της ζωής το γεύτηκα και το χαίρομαι ακόμη μέχρι και σήμερα.

 

Ερώτηση 3η

Οι παρέες – γιατί είσαι άνθρωπος ΚΑΙ της παρέας, τι ρόλο παίζανε στην ζωή σου; Στο βιογραφικό των βιβλίων από το «Γόρδιο» αναφέρεις παρέες με γερμανούς σκηνοθέτες ταινίες που δεν τέλειωσαν πότε και άλλα. Ιστορική θα μείνει η συμμετοχή σου και ως ηθοποιός και ως μέλος του δημιουργικού της ταινίας : «Οι σφαίρες έπεφταν σαν το χαλάζι» του Ν. Αλευρά, μιας ταινίας που ευτυχώς σώζεται μετά από πολύχρονη περιπέτεια και υπάρχει και σε βιβλίο με το dvd της ταινίας. Και άλλες ταινίες, και πολλά βιβλία, ζωή, ζωή, ζωή…

Τ.Ρ. Η σύντροφός μου η Χαρά, οι φίλοι κι όλα τα αγαπημένα πρόσωπα γύρω μου είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος που δικαιώνει την ύπαρξή μου. Χωρίς αυτούς τους αγαπημένους η ζωή μου θα ήταν ανούσια, έχω φίλους καλούς, ανθρώπους αλλά και ζώα. Μαζί τους συζώ, συνυπάρχω, πραγματώνομαι και εμπλουτίζω το είναι μου με αισθήσεις και αισθήματα και δικαιώνομαι σαν έλλογο ον και σκεπτόμενος άνθρωπος.

Στα 16 μου χρόνια δραπέτευσα από τη Ελλάδα (που έμοιαζε με στρατόπεδο εκείνα τα χρόνια) ξανοίχτηκα στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη, νιώθοντας επιτακτική την ανάγκη της συνύπαρξης και της επικοινωνίας, και αναζήτησα ανθρώπους φίλιους για να συμφωνήσουμε και να προχωρήσουμε μαζί στη σύνθεση. Στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, όπου πέρασα αρκετά χρόνια της ζωής μου, συμμετείχα στα κινήματα των καταλήψεων και έζησα σε κοινόβια. Συναντήθηκα με ανθρώπους που φλέγονταν από ιδέες, που οραματίζονταν έναν κόσμο αρμονικό, χωρίς βία, χωρίς ανταγωνισμούς, ανθρώπους ξένους προς τις θλιβερές λογικές του κέρδους. Μαζί δημιουργούσαμε απλούς τρόπους κοινής ζωής με μικρές κοινότητες μακριά από «τις αγορές εργασίας». Όραμά μας υπήρξε η απελευθέρωση του ανθρώπινου μυαλού από την κυριαρχία θρησκειών και δογμάτων, η απελευθέρωση από την κυρίαρχη λογική της ιδιοκτησίας, η απελευθέρωση από τη λογική ότι κάποιοι ειδικοί της εξουσίας  πρέπει να μας κυβερνούν και να αποφασίζουν για όλους και για όλα. Μοιραζόμασταν τα πάντα, τα λίγα ή τα πολλά, όσα καθένας μας κατείχε βάζοντας ρεφενέ τον ενθουσιασμό μας, τον έρωτά μας, την αθωότητα και την ανεμελιά μας. Κάποιοι στην αρχή σίμωναν επιφυλακτικοί αλλά σιγά σιγά όλο και ξανοίγονταν, άλλοι κουβαλούσαν ένα τεράστιο εγώ κι άλλοι πάλι γίνονταν παρανάλωμα προσφοράς χωρίς προσχήματα, απλώς γενναιόδωρα. Κι έτσι έζησα χρόνια ευωχίας.  Κι όταν γύρισα στην Ελλάδα προσπάθησα μέσα από το βιβλιοπωλείο Οκτόπους και το περιοδικό Τρύπα να ξαναζήσω με τους φίλους τη μαγεία της συντροφικότητας και της συν-δημιουργίας δίνοντας παράλληλα κι ένα όραμα.

Και μια και ανέφερες τον αγαπημένο φίλο Νίκο Αλευρά που υπήρξε πράγματι σπουδαίο ταλέντο και πνεύμα ανατρεπτικό, η ελληνική συντήρηση ήταν που  με το χυδαιότερο τρόπο εκείνη την αποφράδα νύχτα του 1982, ημέρα προβολής στην τηλεόραση της θαυμάσιας ταινίας του Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι, κατέβασε το διακόπτη, η προβολή διακόπηκε και η ταινία εξαφανίστηκε από προσώπου γης…

 

 Ερώτηση 4η

Η ενασχόλησή σου με το γράψιμο, πόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε στον ψυχισμό σου, στο να πεις υπάρχω κατά πρώτον και κατά δεύτερον ότι δεν έζησες τζάμπα γιατί ο δημόσιος λόγος των βιβλίων θεωρώ ότι είναι βαρυσήμαντος και εν αγνοία σου ή ηθελημένα διαμόρφωσες και την πορεία ζωής των αναγνωστών σου, εμένα τουλάχιστον κατά ένα μεγάλο μέρος μου την διαμόρφωσες στο να δω καθαρά και χωρίς παραμορφωτικούς φακούς –όσο το δυνατόν σε μεγαλύτερο βαθμό– ποιο είναι το γνήσιο και ποιο το κάλπικο, ποιος γράφει για να «κοινωνήσει» και να κοινωνικοποιήσει και ποιος γράφει -να το πω απλά– για να προκαλέσει εντύπωση και να ικανοποιήσει το κακώς εννοούμενο ψώνιο του. Εν πάση περιπτώσει, τι είναι το γράψιμο και ποια η λογοτεχνία;

Τ.Ρ. Είμαι βαθύτατα επηρεασμένος από τη λογοτεχνία μιας γενιάς που εξεγέρθηκε, που έζησε τη διαρκή ανατροπή και συγκρούστηκε με το συντηρητισμό και τον ευπρεπισμό και όλα τα αποκρουστικά τρίπτυχα: «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», «δουλειά, γάμος, παιδιά» κ.ο.κ.

Πέρασα χρόνια πολλά με καθημερινό διάβασμα,  έρευνα και γράψιμο. Ναι, η δουλειά μου είναι το γράψιμο. Αφιερώθηκα στο γράψιμο και έγινα συγγραφέας συνειδητά, γιατί με έθελγε η ιδέα να ανιχνεύω τον άγνωστο εαυτό μου, να αυτοαναλύομαι και να ενδοσκοπούμαι, μου άρεσε εν ολίγοις να σκέφτομαι επικίνδυνα. Ζω και γράφω βιωματικά και ανόσια. Θέλω να πω ότι ξεκινάω να γράφω δίχως κανόνες, στην ουσία χωρίς να έχω προκαθορίσει πού θα οδηγηθώ και το γράψιμο εξελίσσεται σ’ ένα ταξίδι προς το άγνωστο.

Γράφοντας θέλησα να αφηγηθώ όλες τις ιστορίες του κόσμου κι ακόμη όσα σκεπτόμουν και  παρατηρούσα γύρω μου. Πρόθεσή μου ήταν και είναι να αφυπνίσω, να ενσπείρω την ανησυχία, να δημιουργήσω κάποια μικρά ρήγματα στις εφησυχασμένες συνειδήσεις, να κινητοποιήσω τα νεαρά μυαλά που θα με διαβάσουν και να κάνω μαζί τους κάποιες νοερές συζητήσεις. Και τούτο γιατί κατανόησα ότι οι περισσότεροι από εμάς ζούμε και βιώνουμε συνειδητά ένα μικρό μόνο κομμάτι της ζωής μας, ενώ από τις βαθύτερες επιθυμίες μας μόνο ένα ελάχιστο μέρος πραγματοποιείται, κι αυτό αποσπασματικά, κατακερματισμένα, μιας και ζούμε  χωρίς σκέψη, ακολουθώντας σαν υπνωτισμένοι μια πορεία που δεν τη χαράξαμε εμείς, και το πιο βασικό, μη διαθέτοντας τον απαραίτητο χρόνο για σκέψη. Κι αυτό θέλω να το δυναμιτίσω.

 

Ερώτηση 5η

Τα τελευταία χρόνια, ζεις και εργάζεσαι στην Σύρο ως ελεύθερος γραφιάς. Η ελευθερία είναι ο διακαής πόθος όλων των ανθρώπων άλλα έχει και ένα κόστος στην συγγραφή το περιορισμένο ή το καθόλου εισόδημα. Για να αντιστρέψω την ερώτηση –γιατί δεν μ’ αρέσει να σερβίρω δύσκολες έννοιες ως εύκολες- τί σου κόστισε αυτή η ελευθερία σε ψυχοκοινωνικό βαθμό;

Τ.Ρ. Αρνήθηκα δια βίου την ιδιοκτησία. Δε θέλησα να κάνω καριέρα. Δε γούσταρα να πηγαίνω κάθε πρωί σε μια άχαρη δουλειά και να φεύγω μετά από 8-10 ώρες για να κερδίζω χρήματα κι ούτε εθίστηκα στην κατανάλωση. Έμαθα να ζω λιτά. Ο Ρουσό έλεγε: «Να μειώνεις τις ανάγκες σου σημαίνει ότι αυξάνεις τη δύναμή σου. Μείωνε, λοιπόν τις ανάγκες σου για να ‘σαι κυρίαρχος».

Ζω απλά λοιπόν γιατί εκεί είναι το μυστικό. Η δύναμη του να ζεις με τα λίγα. Και παραμένω ελεύθερος. Ένα ταπεινό σπιτάκι, λίγα χρήματα για να πληρωθούν οι οφειλές και τα απαραίτητα για λιτή διατροφή. Τον μισό σχεδόν χρόνο τρέφομαι με άγρια χόρτα που μαζεύω, κάνω χορτόπιτες και χορτοκεφτέδες, σαλάτες και σούπες. Ένας γνωστός μου από την αρχαιότητα, ο σοφιστής Αγχίπυλος, τρεφόταν αποκλειστικά με σύκα και νερό και τον θυμάμαι πάντα σφριγηλό και υγιή ως τα βαθιά του γεράματα.

Λιτό βίο κι εγώ λοιπόν κι έτσι έχω όλο το χρόνο δικό μου για να σκέφτομαι ανατρεπτικά και επικίνδυνα, να στοχάζομαι μεγάλα και μικρά ζητήματα και να τα συζητώ με τους συνανθρώπους. Και τέλος γράφω αυτά που εγώ γουστάρω κι όχι αυτά που θα ήθελαν διακαώς να εκδώσουν οι εκδότες και επιθυμεί να διαβάζει το μεγάλο κομμάτι του αναγνωστικού κοινού της συντηρητικής ελληνικής κοινωνίας. Γιατί το γράψιμο ήταν επιλογή ζωής για μένα και παρέμεινα για πολλά χρόνια αφιερωμένος σ’ αυτό κι από την αρχή που ξεκίνησα είχα πλήρη επίγνωση ότι γράφω σε μια μικρή γλώσσα, με λίγους αναγνώστες, πληθώρα συγγραφέων αλλά και μικρόψυχους εκδότες και όλα αυτά δεν μου επέτρεπαν να τρέφω ψευδαισθήσεις.

Τα 40 χρόνια που είμαι συγγραφέας, από τη συγγραφή βιβλίων και τις μεταφράσεις κέρδισα ελάχιστα χρήματα, όμως δε μ’ ενδιέφεραν τα χρήματα, ποτέ δε μ’ ενδιέφεραν. Και κάποια μέρα -πέντε χρόνια πριν- ανέβασα τα βιβλία μου στο διαδίκτυο απελευθερώνοντας τον κόπο της ζωής μου από τα τυπικά δικαιώματα. Θέλησα με την πράξη μου αυτή να δηλώσω και έμπρακτα την αδιαφορία μου για το θέμα των δικαιωμάτων και των οικονομικών απολαβών. Μια χειρονομία ενάντια στις λογικές του κέρδους και της εμπορευματοποίησης της δημιουργίας.

Άντε στην υγειά μας!

 

(*) Για όσους θέλουν να θαυμάσουν τη γραφίδα του ανθρώπου που μου πήρε τη συνέντευξη και έχει περάσει κι εκείνος μιαν «Εποχή στην Κόλαση» ΕΔΩ.

 

 

 

Advertisements
Σχόλια
  1. Μια εξαιρετική συνέντευξη.
    κι ο χαρακτηρισμός «ογκόλιθος της πεζογραφίας» είναι απόλυτα ταιριαστός για το συγγραφέα του ‘Τίγρη του Αιγαιου’ .

    Κοινοποιώ και σας (σας Χ&Θ) στέλνω την αγάπη μου
    απόψε μέρα πικρή που χάσαμε τον Άγγελο
    (Μαστοράκη).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s