Για το Δήμο Θέο και τον Jörg Fauser

Posted: Ιουνίου 8, 2015 in Η φυλή των συγγραφέων, Φύλλα παλιά

  THEO.THEOS

Το 1963 ήταν μια πολύ περίεργη χρονιά. Στη Βρετανία η ποπ μουσική και τα συγκροτήματα της ροκ ξεσηκώνουν τη νεολαία. Στις ΗΠΑ, ο Κεν Κέσι, γνωστός από το βιβλίο “Στη φωλιά του κούκου”, διέδιδε το LSD σαν διευρυντικό του εγκεφάλου και σαν μέσο απελευθέρωσης. Ο Τίμοθι Λίρι, που δίδασκε στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, έκανε πειράματα μαζί με τους φοιτητές του με όλων των ειδών τα παραισθησιογόνα, βαρβιτουρικά, κοκαΐνη, αμφεταμίνες, διάφορες μορφές κάνναβης, μανιτάρια, ντατούρα, πεγιότλ, ανιχνεύοντας ζώνες του ασυνείδητου που βρίσκονται στο σκοτάδι. Στο Λονδίνο ο Ντέιβιντ Κούπερ, που είχε προαναγγείλει Το τέλος της Οικογένειας με το ομώνυμο βιβλίο του, οργανώνει μαζί με τον Ρόναλντ Λενγκ και τον Άαρον Έστερσον τις επαναστατικές αντιψυχιατρικές κοινότητες, τόπους υποδοχής διαγνωσμένα σχιζοφρενών για να τους συντροφεύουν στο εσωτερικό τους ταξίδι, κοινότητες όπου ψυχίατροι και ψυχιατριζόμενοι ζουν μαζί σαν μεγάλη οικογένεια. Αρχίζει ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Οι Beatles μεσουρανούν σε όλο τον κόσμο, στην Ελλάδα γεννιούνται τα πρώτα ποπ συγκροτήματα. Στην αρχή εμφανίζονται οι Φόρμιγξ του Βαγγέλη Παπαθανασίου και ακολουθούν οι Τζούνιορς με το Θάνο Σουγιούλ που έμελλε να σκοτωθεί λίγο αργότερα σε τροχαίο. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, σύμβολο για τους ειρηνιστές στην Ελλάδα και στόχος για τον πυρήνα της εξουσίας, στρατό, αστυνομία, παλάτι, τραυματίζεται θανάσιμα στη Θεσσαλονίκη από παρακρατικούς με σιδερολοστό στο κεφάλι. Ο σκηνοθέτης Δήμος Θέος γυρίζει το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ 100 ώρες του Μάη, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου συρρέουν στην κηδεία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Εκεί θα ακουστεί για πρώτη φορά το σύνθημα «κάθε νέος και Λαμπράκης». Το σύνθημα έγινε κίνημα και οι Λαμπράκηδες ξεπέρασαν τις 400 χιλιάδες εγγραφές μελών μέσα στο καλοκαίρι του ‘63. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, στο Ντάλας των ΗΠΑ, δολοφονείται ο πρόεδρος της Αμερικής Τζων Κένεντι, με σχέδιο εξόντωσής του κατασκευασμένο από τις αόρατες υπηρεσίες. Αλλά και τα επόμενα χρόνια μέλλουν να γίνουν πολλά και απίστευτα πράγματα. Νέοι άνθρωποι, σε διάφορα μέρη πάνω στον πλανήτη, στη Δανία, στο Βερολίνο, στο Άμστερνταμ, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στην Καλιφόρνια, δημιουργούν ένα διαφορετικό πολιτισμό με ουτοπικές κοινότητες, καθώς και νέες μορφές διαμαρτυρίας και πολιτικής δράσης. Δημιουργούνται κινήματα καταλήψεων παλιών ακατοίκητων κτιρίων, νέες μορφές συμβίωσης δοκιμάζονται, οργανώνονται κοινόβια, δημιουργούνται αντιαυταρχικά σχολεία, ιδρύονται εκδοτικοί οίκοι που εκφράζουν τις νέες ιδέες. Ό,τι δε λεγότανε ή δε δημοσιευότανε στα ΜΜΕ τώρα μπορεί να εκφραστεί δημόσια, ανεμπόδιστα, γιατί τώρα εκπληρώνεται η ανάγκη για μια εναλλακτική έκφραση. Υπάρχει πια ένας απίστευτος πλουραλισμός εντύπων, εφημερίδων, περιοδικών. Ένα διογκούμενο αντιαυταρχικό κίνημα ακολουθεί μια πορεία που το διαχωρίζει από τις στενότερες επιδιώξεις των αριστερών κομμάτων και στρέφεται προς μια γενική κριτική της δομής. Η διαφορετικότητα στο χρώμα του δέρματος και στις ερωτικές προτιμήσεις παύει να είναι ταμπού σε μια κοινωνία νέων ανθρώπων που χαρακτηρίζεται πλέον ανοιχτή και ανεκτική. Στις ΗΠΑ και στη Δυτική Ευρώπη, τα φοιτητικά κινήματα, τα ειρηνιστικά κινήματα και οι αρνητές ενός πολιτισμού της κατανάλωσης, στρέφονται κατά των υλιστικών στόχων των σύγχρονων βιομηχανικών κοινωνιών, τόσο των κομμουνιστικών όσο και των καπιταλιστικών. Ξεπηδούν κινήματα ενάντια στην καθημερινή εργασία και σε λογικές «ζω και εργάζομαι για να καταναλώνω». Σε συζητήσεις, σε κείμενα, σε κόμιξ, παντού ο homoconsumus περιγράφεται ως το πλέον ανεγκέφαλο ον του πλανήτη. Τα χρόνια του ’60, οι νέοι της Δύσης διαβάζουν και γαλουχούνται σε νέες ιδέες κι αναζητούν την ελευθερία τους ακόμη και σε συμπεριφορές που χαρακτηρίζονταν ως τότε αντικοινωνικές. Διανοούμενοι και φιλόσοφοι όπως ο Ερνστ Μπλοχ, ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, ο εκπρόσωπος του γαλλικού υπαρξισμού Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Τεοντόρ Αντόρνο, η Σχολή της Φρανκφούρτης είναι μαζί με τους εξεγερμένους φοιτητές. Στην Γερμανία έχει δημιουργηθεί ο μεγάλος κυβερνητικός συνασπισμός των δύο μεγάλων κομμάτων, χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλοδημοκρατών ενώ στην ομοσπονδιακή βουλή απουσιάζει οποιαδήποτε αντιπολίτευση. Το φοιτητικό κίνημα νιώθοντας πια ώριμο, αναλαμβάνει να παίξει το ρόλο της αντιπολίτευσης, διοργανώνοντας μεγάλες συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας στους δρόμους των πανεπιστημιουπόλεων. Στο Βερολίνο ο φοιτητής BennoOhnesorg πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από την αστυνομία στις 2 Ιουνίου 1967 κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων για την επίσημη επίσκεψη του Σάχη του Ιράν. Γίνεται γνωστός ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Οι φοιτητές καταλαμβάνουν τα πανεπιστήμια στη Γαλλία. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δολοφονείται. Ξεσπάει ο γαλλικός Μάης, οι εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσια. Ο Μπόμπι Σιλ φυλακίζεται. Στα αμερικάνικα πανεπιστήμια επικρατεί κλίμα εξέγερσης. Οι νέοι Γερμανοί κατηγορούν την προηγούμενη γενιά, τη γενιά  των γονιών τους, ότι ενδιαφέρονται μόνο για την οικονομική ανασυγκρότηση, ότι δεν έχει γίνει αυτοκριτική και κοινωνική απαξίωση των εγκλημάτων του ναζισμού, αλλά και για το γεγονός ότι πρώην Ναζιστές εξακολουθούν να βρίσκονται ακόμη σε υψηλά κρατικά κλιμάκια και ανώτατα αξιώματα. Το φοιτητικό κίνημα διεθνοποιείται και συντονίζεται οργανώνοντας παγκόσμιες διαμαρτυρίες ενάντια στο «δυτικό ιμπεριαλισμό» και τον αυξανόμενο κίνδυνο ενός πυρηνικού πολέμου, ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ και στην αλληλεγγύη του προς τους  αντάρτες του Βόρειου Βιετνάμ που μάχονταν ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είδωλα των φοιτητών γίνονται οι μορφές που έχουν αναδειχθεί στα επαναστατικά απελευθερωτικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου: ο Φιντέλ Κάστρο ο Τσε Γκεβάρα, ο ηγέτης του Βιετνάμ, Χο Τσι Μινχ ο Μάο Τσε-Τουνγκ. Αρκετοί από τους σημαντικούς ηγέτες των φοιτητών, όπως ο Ρούντι Ντούτσκε και ο Χανς Γιούργκεν Κράαλ, δεν επέκριναν μόνο την αργή διαδικασία εκδημοκρατισμού στη Δύση, αλλά και την κομμουνιστική γραφειοκρατία στην Ανατολή, και ιδίως το σοβιετικό κομμουνισμό, ο οποίος είχε ήδη απαξιωθεί από τη μαύρη σταλινική περίοδο. Τον ίδιο καιρό, οι ίδιες αόρατες υπηρεσίες στέλνουν στρατιωτικά αεροπλάνα με φορτία όπιου από το Χρυσό Τρίγωνο της Ασίας, στην Τουρκία, όπου θα γίνει η πρώτη φάση επεξεργασίας του. Ακολούθως το παραλαμβάνει η Μαφία και το προωθεί στα εργαστήρια της Σαρδηνίας, Κορσικής και Μασσαλίας, για να γίνει καθαρή ηρωίνη που διοχετεύεται στις αμερικάνικες αγορές με τους ρόκερς (Χελς Έιντζελς) για να το μεταφέρουν στη δυτική Ακτή και στις μεγάλες συναυλίες της ροκ. Και έτσι το κίνημα αυτό, αυτός ο νεανικός παφλασμός, βούλιαξε μέσα στα  ναρκωτικά. THEOS Εκείνα τα χρόνια ο Δήμος Θέος κι εγώ ζούσαμε στη Φραγκφούρτη και για κάποιο διάστημα συγκατοικήσαμε κιόλας. Ένας αγαπημένος φίλος, εκείνων των χρόνων, αργότερα γνωστός συγγραφέας, ο Γιοργκ Φάουζερ, που έμελλε να σκοτωθεί πολύ νωρίς, περιγράφει στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του “ROHSTOFF”, τη συνάντηση και συμβίωσή του με το Δήμο Θέο. Μετέφρασα ένα απόσπασμα από το βιβλίο αυτό για να αποτίσω φόρο τιμής στον σπουδαίο αυτόν δημιουργό,  δάσκαλο και φίλο, που χάραξε έναν προσωπικό, μοναχικό δρόμο στην μικρότητα του ελληνικού σύμπαντος…

Τίτλος: “ROHSTOFF”, του Γιοργκ Φάουζερ

DSC03996 - Αντίγραφο 

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21

…Μπορεί μ’ αυτά και μ’ αυτά να έχασα κείνη την πρόσκαιρη δουλειά του ποδαριού, αλλά δεν ξέμεινα. Ανέλαβα να κάνω το στρώσιμο του σεναρίου του Δήμου Θέου. Ο Έλληνας έμενε σε μια σοφίτα στην Κέτενχοφβεκ και όταν έφυγε ο συγκάτοικός του  νοίκιασα εγώ το δωμάτιο. Μια από τις πρώτες νύχτες, μια ελληνική πολεμική κραυγή με έκανε να πεταχτώ από τον ύπνο. Κι όταν φώναξα για να ρωτήσω τι συμβαίνει, ο Δήμος άνοιξε την πόρτα και όρμησε μέσα κουνώντας θριαμβευτικά κάτω από τη μύτη μου το λάφυρό του: ένα ποντίκι! Ο Δήμος που, λόγω της δικτατορίας, ζούσε αυτοεξόριστος στη Γερμανία, ήταν παιδί χωρικών από τα Άγραφα, μια περιοχή που είχε υποφέρει πολύ στην περίοδο του Εμφυλίου. Ζώντας στην Αθήνα είχε γίνει γνωστός σαν αριστερός σκηνοθέτης, διαγραμμένος από τους ορθόδοξους κομμουνιστές λόγω τροτσκισμού, και υπήρξε μέλος μιας τροτσκιστικής ομάδας που στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα της Αλγερίας προμήθευε με όπλα τον Μπεν Μπέλα. Από εκείνους τους καιρούς ο Δήμος είχε διατηρήσει ένα υγιές μίσος για κάθε είδους ιδεολογία, για τα κομματικά στελέχη και τους κομματικούς μηχανισμούς, όμως  το περίσσευμα της αγάπης του το πρόσφερε, αναμφίβολα, στους φίλους του και στις γυναίκες. Πίσω στην Ελλάδα είχε αφήσει κάποιους φίλους  από τους οποίους, οι περισσότεροι, βρίσκονταν στη φυλακή λόγω δικτατορίας. Η γυναίκα του ήταν δικηγόρος και είχε παραμείνει στην Αθήνα. Τον ρώτησα αν έρχεται πότε πότε να τον δει. «Πού εδώ;» ούρλιαξε. «Σ’ αυτή τη βρωμερή τρύπα; Πιστεύεις ότι θα μπορούσε η γυναίκα μου να ζήσει εδώ μέσα;» «Το πιο πιθανό είναι να μην την ενοχλούσε», είπα εγώ. «Ναι, γιατί είναι γυναίκα. Όμως εγώ…» ούρλιαξε και πάλι, «ξέρεις τι είμαι εγώ; Εγώ είμαι άντρας!» Το ότι είχε γίνει διάσημος στην Ελλάδα σαν σκηνοθέτης, ο Θέος το όφειλε σ’ ένα ντοκιμαντέρ που γύρισε για τον ειρηνιστή βουλευτή  Γρηγόρη Λαμπράκη αμέσως μετά τη δολοφονία του, από μια συνωμοσία φασιστών και στρατού. Λίγα χρόνια αργότερα ο Κώστας Γαβράς γύρισε τη ταινία «Ζ», επίσης με θέμα τη δολοφονία του Λαμπράκη, που έγινε παγκόσμια επιτυχία. Για το Δήμο ο Κώστας Γαβράς ήταν ένας ακόμη ασήμαντος όπως και όλη η αριστερή καμαρίλα που στους Έλληνες πολιτικούς εξορίστους έλυνε και έδενε. Κάποιοι χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις και τα βύσματα  που είχαν σε όλη την Ευρώπη τα βολεύανε, ενώ κάποιοι άλλοι είχαν τακτοποιηθεί για τα καλά.  Ο Δήμος, ο πάλαι ποτέ τροτσκιστής, πρώην προμηθευτής όπλων και νυν οργισμένος περιθωριακός, ξόδευε τις μέρες του δουλεύοντας σ’ ένα υποκατάστημα Τράπεζας σαν κλητήρας και τα βράδια του τα περνούσε στην άθλια σοφίτα μας, σπαζοκεφαλιάζοντας για να κατεβάσει ιδέες για σενάρια, ενώ τραγουδούσε με το λαρύγγι γεμάτο βλάχικα τραγούδια, διασκευασμένα από τον ίδιο,  γεμάτα σεξουαλικά στιχάκια, στα οποία οι συνταγματάρχες της χούντας μαζί με τους σταλινικούς κάναν  όργια. «Μα τι κάνεις μ’ αυτόν;» Παίζαμε σκάκι και είχε σηκώσει ψηλά το βασιλιά και μου τον έδειχνε. «Τι γίνεται μ’ αυτόν; Χα, δεν μπορείς να το φανταστείς; Μπας και νομίζεις ότι θα του ανοίξουν απλώς το κεφάλι; Θα’ τανε το λιγότερο που θα μπορούσαν να του κάνουν». «Δηλαδή τι θα του κάνετε του Πατακού, αν τον τσακώσετε;» «Αχ, εσείς οι Γερμανοί, δεν έχετε διόλου φαντασία πια. Τη χάσατε». «Καλώς. Θα φροντίσω απόψε πριν με πάρει ο ύπνος να το φανταστώ». Έσκυψε και κοίταξε τα πιόνια. «Πρέπει να γαμήσω, να γαμήσω. Αυτό είναι το πρόβλημά μου» είπε ο Δήμος. «Και δεν πάμε μια βόλτα στο  ClubVoltaire; Ίσως βρούμε καμιά ψόφια να τη ρίξουμε στο κρεβάτι». Με κοίταξε καλά καλά. «Μου φαίνεται ότι πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι. Πέρυσι, μετά από ένα ολόκληρο χρόνο αγαμίας,  συνάντησα μια κοπέλα, ήρθε μαζί μου σπίτι και στεκόταν εκεί γυμνή στο κρεβάτι μου. Κάπως κατάλαβα ότι δεν ένιωθε καλά. Της πρόσφερα ένα κομμάτι γλυκό και την έστειλα σπίτι της». «Γιατί;» Συνέχιζε να κοιτάζει τα πιόνια στο σκάκι και μετά από λίγο είπε: «Το χειρότερο σ’ αυτή την ιδιότυπη εξορία είναι ότι οι περισσότεροι αριστεροί ζούνε καλύτερα απ’ ό,τι ζούσανε στην πατρίδα τους. Ζούνε καλύτερα στο Παρίσι ή στη Φραγκφούρτη απ’ ό,τι θα ζούσαν στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη. Κι αυτά τα καθίκια είναι χειρότερα από τους φασίστες. Οι φασίστες θα μας σκοτώνανε αλλά ετούτοι μας αδρανοποιούν, μας κάνουν να μην έχουμε στύση. Ρουά Ματ!  Θα ‘πρεπε να προσέχεις περισσότερο. Στην έφερα! Παίζουμε μια παρτίδα ακόμα; » «Δεν τραγουδάς κανά βλάχικο καλύτερα;» του ‘πα γω. «Ευχαρίστως θα ξανάκουγα τι κάνουνε οι Βλάχοι στη Μελίνα Μερκούρη». Στο σενάριο δε χρειάστηκε να κάνω και πολλά. Φίλοι του Δήμου που ξέρανε καλά γερμανικά είχαν κάνει ήδη ένα πρώτο χτένισμα κι εγώ έπρεπε απλώς να στρώσω τη γλώσσα και, όταν στο σενάριο υπήρχε αλλαγή τόπου και χρόνου έπρεπε να το κάνω να κυλάει. Κι όταν το τελείωσα, ο Δήμος έφτιαξε 15 αντίτυπα σε μορφή βιβλίου και τα έστειλε στο Κέντρο Κινηματογράφου και σε τηλεοπτικούς παραγωγούς κι επειδή ήταν ήδη γνωστός στη Γερμανία και ένα τέτοιο σκληρό και γεμάτο ένταση σενάριο για πολιτικό θρίλερ δεν είχε ξαναγραφτεί ούτε από παλαιότερο ούτε νεώτερο σκηνοθέτη, δεν είχα καμία αμφιβολία ότι η ταινία θα γυριζότανε και μάλιστα σύντομα. Αλλά και πέρα από το ίδιο το σενάριο: Στη Γερμανία, Πρόεδρος της κυβέρνησης,  εδώ και ένα χρόνο, είναι ο Βίλυ Μπραντ, ένας σοσιαλδημοκράτης, που αδιαμφισβήτητα βρισκόταν ιδεολογικά πολύ κοντά στην ελληνική αντίσταση κατά της χούντας και η Αλληλεγγύη ήταν μια λέξη που την πιπίλιζε όλη η γερμανική αριστερή διανόηση και αυτό σήμαινε ότι ο Δήμος ήταν για τους κρατικούς φορείς και τους διευθυντές παραγωγής των τηλεοράσεων ένας σκηνοθέτης κύρους. Ξεκινήσαμε για να πάμε στο Μάινς. Ο Δήμος είχε κανονίσει ένα ραντεβού μ’ ένα υψηλόβαθμο στέλεχος του τηλεοπτικού σταθμού ZDF. Είχε υποβάλει μάλιστα την παραίτησή του από την Τράπεζα και όπως κι εγώ δεν είχα πλέον δουλειά, είχαμε ίσα ίσα τα λεφτά για το τρένο και τα τσιγάρα μας, αλλά ήταν θέμα χρόνου, λίγων ημερών μονάχα, μέχρι ο Δήμος να πάρει την προκαταβολή. Εμένα με παρουσίαζε σαν συνεργάτη του στο γράψιμο του σεναρίου. Ο εκδότης μου είχε οριστικά φαλιρίσει και το χειρόγραφο του βιβλίου μου «Stambul Blues» βρισκόταν και πάλι στο συρτάρι του γραφείου μου. Με τα βιβλία μου, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είχα τύχη. Όμως, τώρα, το γύρισμα του σεναρίου φάνταζε ως το πολλά υποσχόμενο προϊόν. Φτάσαμε στη γειτονική πόλη Μάινς  μούσκεμα και οι δυο στον ιδρώτα, η ντάλα του καλοκαιριού δεν είναι για ανθρώπους με άδειες τσέπες που δεν μπορούν να αγοράσουν εισιτήριο για το τραμ. ΚΙ εμείς δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη κι έτσι πήγαμε ποδαράτοι μέχρι το κτίριο της τηλεόρασης. Είχαμε ήδη κάνει ένα μεγάλο κομμάτι του δρόμου και τρέχανε από παντού τα ζουμιά, τα πουκάμισά μας είχανε γίνει σαν σφουγγαρόπανα από τον ιδρώτα. Και είχα την προαίσθηση ότι δεν θα μας καλοδέχονταν. Στη Γερμανία μόνο οι άστεγοι και οι σνομπ πάνε με τα πόδια και στην καλύτερη περίπτωση οι κλοσάρ που μας βλέπανε θα σκέφτονταν ότι είμαστε σνομπ. Ο υψηλόβαθμος της τηλεόρασης μας υποδέχτηκε ζεστά στο άνετο κλιματιζόμενο γραφείο του, ένας άντρας μέσης ηλικίας, φόραγε ένα τσαλακωμένο σπορ σακάκι και μια πιο τσαλακωμένη φάτσα και έμοιαζε με αναπληρωτή ταμία σε γκισέ τράπεζας- ίσως να’ ταν κι αυτός σνομπ. Κι όταν ήρθαμε στο θέμα μας, άρχισε να τσαλακώνεται ακόμα πιο πολύ. «Λοιπόν, το σενάριο, ε;» είπε στο Δήμο. «Πράγματι το διάβασα με πολύ ενδιαφέρον και το βρίσκω καλό. Βρίσκω ότι πρέπει οπωσδήποτε να γίνει ταινία. Αλλά…» πρόσθεσε και αμέσως μετά, «με την τωρινή του μορφή, δεν μπορεί να γίνει». Ο Δήμος άναψε τσιγάρο. «Δήμο μου, μην εξάπτεσαι,» είπε ο υψηλόβαθμος της τηλεόρασης. «Γνωριζόμαστε καλά! Θα σου πω μόνο τι μας ενοχλεί στην τωρινή του μορφή: Οι ρόκερ. Φυσικά και δεν το γνωρίζατε εσείς, Δήμο, αλλά αυτόν τον καιρό ετοιμάζουμε μια ταινία για τους ρόκερ και θα ‘λεγα ότι είναι η καλύτερη ταινία για ρόκερ που έχει γυριστεί ποτέ» – ενώ συμπλήρωσε κάποιο όνομα, κάποιου σκηνοθέτη που δεν μου έλεγε απολύτως τίποτα. «Πρέπει να το καταλάβετε, Δήμο, ότι το ZDF δεν μπορεί να κάνει παραγωγή σε δύο ταινίες για ρόκερ τη μία μετά την άλλη. Θα πρέπει να δω αν μπορώ να το περάσω, αλλά κάτι τέτοιο φαντάζει αδύνατο. Και έτσι κι αλλιώς δεν αποφασίζω εγώ, μόνος μου». «Μα η ταινία η δική μου δεν είναι ταινία για ρόκερ», είπε ο Δήμος. «Πρόκειται για μια πολιτική ταινία, οι ρόκερ εμφανίζονται σαν ένα πολιτικό εργαλείο, σαν το λούμπεν  προλεταριάτο που στρέφεται ενάντια στους φοιτητές, σαν προβοκάτορες που τους χρησιμοποιούν οι μυστικές υπηρεσίες…» «Μα σε μένα τα λέτε αυτά, Δήμο μου;» είπε ο υψηλόβαθμος καθησυχαστικά. «Όπως σας είπα, αν αποφάσιζα μόνος μου θα χρηματοδοτούσα αμέσως την ταινία, αλλά κι εσείς, Δήμο, τι εννοείτε με αυτή την ιστορία, δηλαδή με τις μυστικές υπηρεσίες… Θέλω να πω, Δήμο, έχει γίνει πράγματι  έρευνα σε βάθος περί αυτού; Σίγουρα οι μυστικές υπηρεσίες θα έχουν βάλει το δαχτυλάκι τους, δεν μπορεί,  στο χώρο της φοιτητικής εξωκοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, αυτό το θεωρώ πιθανό… αλλά όμως ότι υπάρχουν και νεκροί, ε, αυτό μήπως πρόκειται για σπέκουλα, Δήμο;» «Σε μια πολιτική ταινία η σπέκουλα είναι απαραίτητη για να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητές της» κατέθεσα κι εγώ τον προβληματισμό μου. «Οι Ιταλοί, οι Γάλλοι, το τραβάνε  μέχρι τέλους». Ο υψηλόβαθμος με τιμώρησε μ’ ένα επιτιμητικό βλέμμα. Τους Γάλλους και τους Ιταλούς δεν ήθελε σίγουρα ούτε να τους ακούει. Όσο για τούτον εδώ τον Έλληνα με δυσκολία τον άντεχε. «Αλλά και αυθεντική η ιστορία δεν είναι», είπε ο υψηλόβαθμος σα να μας μάλωνε. «Πρέπει να το ομολογήσετε και σεις, σε αντίθεση με το φιλμ για τους ρόκερ που γυρίζουμε τώρα  και θα παιχτεί το φθινόπωρο, και σας πρότεινα να το δείτε, δεν προσπαθώ βέβαια να σας περάσω γραμμή αλλά…»  εδώ σταμάτησε αφήνοντας τη φράση του μετέωρη. Ο υψηλόβαθμος έπαιζε το ρόλο του ασήμαντου ανθρωπάκου στην τεράστια τηλεοπτική επιχείρηση με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα. Και μ’ αυτό το μικρό αλλά, απαλλασσόταν από κάθε ευθύνη. Στην πραγματικότητα ο κύριος αλλά ήθελε να μας πει: «Δες τε, τι μπορώ να κάνω εγώ περισσότερο, ένα απλό γρανάζι  σ’ αυτή τη πελώρια μηχανή; δες τε, ό,τι μπορούσα να κάνω το έκανα,  αλλά αν εσείς επανέλθετε με κάποιο νέο σενάριο, μπορεί βεβαίως να ενταχθεί στις παραγωγές της επόμενης τηλεοπτικής χρονιάς 1973-74. Γνωρίζετε ότι εγώ θα είμαι εδώ για σας κάθε στιγμή. Δες τε,» αναφώνησε το αλλά εν πλήρη απελπισία «δεν θα μου ήτανε τίποτα πιο ευχάριστο από το να κάτσουμε και να κουβεντιάσουμε εκτενώς τις απόψεις μας περί πολιτικής ταινίας και ίσως μιλήσουμε και για το φοιτητικό κίνημα και για τις μυστικές υπηρεσίες αλλά και για τη στρατηγικές και τον προσανατολισμό της τηλεόρασης του ZDF. Και για ποιο λόγο χρηματοδοτήσαμε την ταινία για τους ρόκερ, του γνωστού νέου σκηνοθέτη, που λέγαμε, και γιατί δεν δώσαμε φράγκο για να γυριστεί το πολιτικό θρίλερ του Έλληνα, πρώην τροτσκιστή και προμηθευτή όπλων,- παρόλα αυτά παιδάκια» και το αλλά κλείνει εδώ την κουβέντα, «θα’ πρεπε να το ‘χετε καταλάβει χωρίς να χρειάζεται να πούμε περισσότερα». Ο υψηλόβαθμος μας είχε αφιερώσει τελικά σχεδόν μισή ώρα. Επιστρέφοντας με τα πόδια στο σιδηροδρομικό σταθμό δε βγάλαμε κιχ. Έτσι κι αλλιώς είχε φοβερή κουφόβραση. Λίγες μέρες μετά, όταν βρεθήκαμε στο τηλεοπτικό κανάλι της Φρανκφούρτης, απέναντί μας καθότανε ένας χλωμός διευθυντής της τηλεόρασης με μακριά μαλλιά και μάτια κουκουβάγιας, πίσω από χοντρά μυωπικά γυαλιά. Στα χέρια του κράταγε το σενάριο που το έκανε φύλλο φτερό. Ο τόνος της φωνής του μου θύμισε κάποιες βραδιές απελπισίας σε φοιτητικές μαζώξεις. «Με τη σημερινή μορφή του» είπε με διδακτικό ύφος «θεωρώ ότι αυτό το σενάριο δεν είναι απλώς απολιτικό και άσχετο αλλά και εξαιρετικά αντιδραστικό, για να μην πω αντεπαναστατικό. Σε κανένα σημείο δεν ξεκαθαρίζει  ποια είναι η πολιτική σας θέση και αυτό σε μια εποχή, όπου όλοι οι κινηματογραφιστές παίρνουν ξεκάθαρη θέση. Έτσι όπως είναι γραμμένο, λοιπόν, το σενάριο αυτό είναι τελείως επιφανειακό, μια απλή ταινία δράσης. Ακόμη και ο Δήμος που είχε πλούσια εμπειρία από τέτοιου είδους πρόσωπα ξεροκατάπιε. Οι τρίχες στο μούσι του είχαν σηκωθεί. Βρήκα σχεδόν εντυπωσιακή τη θρασύτητα του τηλεοπτικού διευθυντή, που φαινόταν να βγαίνει κατευθείαν από ένα σπίτι ακαδημαϊκό και τα σεμινάρια του Αντόρνο  και να κάθεται σ΄αυτό το γραφείο. Ένας νταβατζής της κουλτούρας, μια φάτσα που δεν είχε πάνω της ούτε ίχνος από εμπειρία ζωής, που δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα πείνας στη ζωή του και το χειρότερο που μπορούσε να του έχει συμβεί ήταν ο φόβος μπροστά στον καθηγητή του, όταν μετά από κάποια καθιστική διαμαρτυρία, ίσως του είπε: “Αφήστε κατά μέρος τα καραγκιοζιλίκια”, και τώρα να θέλει να πατήσει κάτω σα σκουλήκι έναν άνθρωπο,  που έχει αποδείξει με την εμπλοκή του στα πολιτικά  ότι διακινδυνεύει τη ζωή του. Αυτό κι αν λέγεται απόλυτη αυθάδεια. Βγήκαμε με το Δήμο στο δρόμο. Το μίσος με πλημμύρισε στη σκέψη ότι θεωρείται φυσιολογικό το να πηγαίνεις μερικά εξάμηνα στο πανεπιστήμιο και στο τέλος να αρπάζεις μια θέση για να βολέψεις τον κώλο σου και από κει  να κάθεσαι και να γράφεις χοντρά βιβλία ή να εμποδίζεις τους άλλους να γράφουνε. Μ΄ έπιασε φαγούρα, οι ουλές στα χέρια μου αρχίσανε να με τρώνε. Κάπου συνάντησα κάποιο γνωστό μου πρεζόνι και του πήρα μια ψιλή. Ανέβηκα στο σπίτι και κάρφωσα με μανία τη σύριγγα στις γεμάτες σημάδια φλέβες μου. Προφανώς σ’ αυτό το σύστημα δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να φτάσει κανείς στην κατσαρόλα. Η κυρίαρχη κλίκα έχει μοιράσει μεταξύ της οριστικά την πίτα.- Οι Δεξιοί τις μπίζνες και οι Αριστεροί την κουλτούρα κι όποιος δεν ακολουθεί στο παιχνίδι πέφτει στα σκατά και μένει για πάντα εκεί…

  

100 ΩΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΗ (1o μέρος)

100 ΩΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΗ (2ο μέρος)

FAUSER Ο ΔΗΜΟΣ ΘΕΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΟ ΤΙΜΗΤΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΛΚΥΟΝΙΔΑ 28.5.2015

Για τον Jörg Fauser  και το βιβλίο του “ROHSTOFF” διαβάστε και εδώ

Advertisements
Σχόλια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s