Το λίθινο χρονικό της νήσου Σύρου

Posted: Σεπτεμβρίου 14, 2014 in Φύλλα παλιά

«ΙΧΝΗ»

Το λίθινο χρονικό της νήσου Σύρου

Ήμουν γέννημα και θρέμμα της μεγάλης πόλης. Είχα περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μου ζώντας αποξενωτικά, αλλοτριωμένα, ασυνάρτητα στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις όπου όμως έκανα και σπουδαίες εμπειρίες. Τα καλοκαίρια κατέβαινα στα νησιά του Αιγαίου. Μύχιος πόθος μου ήταν να ζήσω μόνιμα σ’ ένα νησί. Να γευτώ αυτή την ξεχωριστή εμπειρία ζωής σε μια στεριανή λωρίδα γης που την ταξιδεύει πάνω από τις αβύσσους της θάλασσας ο βοριάς που λυσσομανάει νύχτα-μέρα. Με τρέλαινε η ιδέα της χειμωνιάτικης μοναδικότητας του αποκλεισμένου από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα νησιού. Επέλεξα το Συριανό Τοπίο επειδή το βρήκα ουσιαστικό, σκληρό, σχεδόν ασκητικό και έγινα κάτοικος Σύρου. Από τη μια η ζωντανή μικρή πόλη με μια επαρκή ανθρωποκοινωνία, από την άλλη ένα φυσικό πάρκο στη βόρεια πλευρά του νησιού, μια αρμονική φυσική ενότητα, μια άθικτη φυτοκοινωνία. Σε τούτα τα μέρη είχε γεννηθεί ο Αιγαιακός πολιτισμός (πολιτισμός Σύρου-Κέρου), που οι αρχαιολόγοι τον περιγράφουν σαν την αυγή του ανθρώπινου πολιτισμού.

1. ΓΡΙΑ ΠΟΥΝΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Μου πήρε περισσότερο από 3 χρόνια για να οργώσω με τα πόδια ολόκληρο το νησί της Σύρου και να φωτογραφίσω κάθε είδους χάραγμα που έχει γίνει πάνω στις πλάκες και στους βράχους από ανθρώπινο χέρι. Φωτογράφισα και αρχειοθέτησα όλο αυτό το “χαραγμένο χρονικό” που αποτελεί μέρος της ιστορίας ενός νησιού του Αρχιπελάγους και του έδωσα τη μορφή βιβλίου.

Περιπλανήθηκα στη Χαλανδριανή, στο Καστρί, στο Γαλησσά, στο όρος Σκόπελος, στις βουνοπλαγιές με τα λίγα κι αραιά δέντρα, τους θάμνους, τα ελάχιστα τρεχούμενα νερά. Παρέα μου, το βουητό των μελισσών που ακολουθούν τις διαδρομές του νέκταρος, οι αλίφωνες που ριγούν στις πνοές του ανέμου δίπλα στη θάλασσα, μικρές πηγές με υδροχαρή φυτά, απόκρημνες, βραχώδεις ακτές, ασβεστολιθικά και ηφαιστειακά πετρώματα, γκρεμνοί, θαλασσινές σπηλιές όπου ζουν φώκιες και θαλάσσιες χελώνες, αμμόλοφοι, σάρες, μικρά φαράγγια, αμμοθίνες. Και στη διάρκεια αυτής της περιπλάνησης πάνω στα πανάρχαια βράχια ανακάλυψα πλήθος από προϊστορικά χαράγματα, σχέδια που ψηλαφούσαν μια πρώτη μορφή γραφής, αποτυπώσεις κάποιων συμβόλων, αστέρες, κοχλίες, σπείρες, ρόμβους αλλά και ανθρώπους και κάποιο σύστημα μέτρησης, όπως και αποτυπώσεις πλωτών μέσων της εποχής. Στάθηκα με σεβασμό μπροστά σε όλες αυτές τις “λίθινες μαρτυρίες” χιλιάδων χρόνων που απλώνονταν στα πόδια μου και αφηγούνταν καθημερινές ιστορίες των κατοίκων του νησιού και των περαστικών ταξιδιωτών.

13. ΔΗΛΙ

Πάνω στα βράχια του νησιού βρίσκονταν χαραγμένη η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας. Περπάτησα πάνω σε τρισχιλιόχρονα μηνύματα και σε ομιχλώδεις εγχαράξεις. Στάθηκα μπροστά σε θολά πελεκήματα βράχων με μυστηριώδεις ασάφειες, σε υποθετικά προαύλια αρχαίων ναών και βυζαντινών εκκλησιών. Στην περιοχή Γράμματα, υποπτεύθηκα ελάχιστα ίχνη, ίσως μόνο τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο ναό του Ασκληπιού, εκεί όπου αργότερα χτίστηκε ο ναός της Ίσιδος και του σύνναού της Σεράπιδος. Αυτοί ήταν οι προστάτες θεοί των πλεόντων και σωτήρες των ναυτικών που θαλασσοδέρνονταν με τα καρυδότσουφλα πλοία τους, κωπηλατώντας για ώρες στο ίδιο σημείο στην προσπάθειά τους να σωθούν. Εδώ προσορμίζονταν οι ναυτικοί -προσκυνητές, ταξιδιώτες, έμποροι, πειρατές-, άλλοτε μόνο για να πάρουν νερό ή να βρουν τροφή, άλλοτε για να κάνουν καρτέρι κι άλλοτε για να φυλαχτούν από τα μπουρίνια, τρομοκρατημένοι και λιγοψυχισμένοι μπροστά στα έντονα φυσικά φαινόμενα, στα στοιχειά της θάλασσας. Στις φουρτούνες, στους κεραυνούς που προσέκρουαν την τρικυμισμένη θάλασσα, στις αστραπές και στις εκκωφαντικές βροντές, στο λυσσομάνι του αέρα που αλυχτούσε σαν πελώριο αγριεμένο θεριό, στο παγωμένο χαλάζι, στη νεροποντή, στα αγριεμένα κύματα που σκέπαζαν το σκαρί, στη μανιασμένη θάλασσα και στον αέρα που γεννούσαν στροφίλους, δίνες και θαλάσσια τέρατα, στα υπόγεια και ύπουλα ρεύματα που ξεσέρνανε το σκάφος, στα θαλάσσια περάσματα που το έσπρωχναν να τσακιστεί στα βράχια, και στους υποβρύχιους υφάλους που καραδοκούσαν την αβλεψία.

8. ΜΙΘΡΗΣ ΚΟΛΛΥΒΑ

Οι θαλασσοπνιγμένοι βάζανε πλώρη για τον απάνεμο κόλπο των Γραμμάτων και μόλις καβατζάρανε το ακρωτήρι σώζονταν, γιατί εκεί καλμάριζε ο καιρός. Και τότε οι άνθρωποι αυτοί, που ’χαν τραβήξει των παθών τους τον τάραχο, πελεκούσαν πάνω στο βράχο τις ευχαριστίες τους στους θεούς, που τους βοήθησαν να σωθούν. Είχαν φτάσει τόσο κοντά στον πνιγμό, στο θάνατο, και βγήκαν ζωντανοί. Είχαν γνωρίσει την αντάρα και το χοχλάκιασμα της θάλασσας και τώρα δόξαζαν την αξία της πρόσκαιρης ύπαρξης. Ο τρόμος του πνιγμού ξυπνούσε στην ανθρώπινη συνείδηση αρχαίους θρύλους. Η ιστορία του θεού που θυμώνει και αποφασίζει να αφανίσει τους ανθρώπους πνίγοντας τη Γη μέσα στο νερό είναι γνωστή από το έπος του Γκιλγκαμές, ως ασσυρο – βαβυλωνιακή, από την Παλαιά Διαθήκη, ως ιουδαϊκή, από τον Πίνδαρο, ως ελληνική, και βρίσκεται απλωμένη σ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Στους λαούς των Ινδιών, της Κορέας, της Ινδονησίας, της Αυστραλίας, στους Ερυθρόδερμους της Αμερικής. Κι αυτό τον αρχέγονο τρόμο που σκορπάει ο οργισμένος θεός θα ένιωθαν οι περαστικοί ναυτικοί και ταξιδιώτες που προσορμίζονταν στον όρμο των Γραμμάτων, και σκαλίζοντας το όνομα του πλοίου τους στα βράχια το έθεταν κάτω από την προστασία της θεότητας.

Είναι αυτονόητο ότι ο μικρός όρμος Γράμματα, στη βορειοδυτική ακτή της Σύρου, οφείλει την ονομασία του στις εκατοντάδες επιγραφές που βρίσκονται χαραγμένες στα βράχια από τα πανάρχαια χρόνια, τη ρωμαϊκή εποχή και το Βυζάντιο. Ο όρμος δεν έπαψε ποτέ, στη διάρκεια των αιώνων, να είναι το καταφύγιο των χειμαζόμενων ναυτικών και ταξιδιωτών από τα άγρια μελτέμια του Αιγαίου.

Οι χαραγμένες επιγραφές είναι στην πλειοψηφία τους ευχές. Περιέχουν παρακλήσεις προς τους θεούς για να τους δώσουν καλό ταξίδι ή ευχαριστίες για τη σωτηρία τους από την τρικυμία. Προς τον Ήλιο, τον Ασκληπιό, τους Διόσκουρους, που στην αρχαιότητα είχαν τη θέση του Αγίου Νικολάου, την Ίσιδα, που άπλωνε το ένδυμά της σαν ιστίο και οδηγούσε το πλοίο με ασφάλεια, τον Σέραπι, θεότητα αιγυπτιακής προέλευσης που στα ελληνιστικά χρόνια διαδέχτηκε τους ελληνικούς θεούς και λατρευόταν μέχρι τον 4ο μ.Χ. αιώνα και του οποίου ναός υπήρχε πιθανόν στα Γράμματα.

Εκείνα τα χρόνια διέπλεαν το Αιγαίο πλοία προερχόμενα από τις ακτές της Θράκης, τα Δαρδανέλια, τον Εύξεινο Πόντο, τα νησιά και τα παράλια της Μικράς Ασίας κι ολόκληρο το Αρχιπέλαγος, αλλά και πλοία της Συρίας, της Κιλικίας, της Αιγύπτου και του υπόλοιπου γνωστού τότε κόσμου, κι ο κάθε ταξιδιώτης προσευχόταν στο δικό του θεό, ζητώντας του να κατευνάσει τη μανία της τρικυμισμένης θάλασσας και να τους οδηγήσει στον προορισμό τους. Οι επιγραφές είναι μαρτυρίες για τους κινδύνους που αντιμετώπισαν οι ταξιδιώτες που προσορμίστηκαν στα Γράμματα, όταν το Αιγαίο αγρίευε από τη μανία των στοιχειών και ο κάβο Ντόρος έβγαζε φίδια.

Σήμερα, στην περιοχή των Γραμμάτων σώζονται γύρω στις εκατό επιγραφές. Παλαιότερα ήταν πολύ περισσότερες, εξαφανίστηκαν όμως με το πέρασμα του χρόνου, ανεμοφαγώθηκαν και νεροπλύθηκαν τα βράχια, και χάθηκαν οι γραφές. Μερικές από τις επιγραφές είναι πλέον αδύνατο να διαβαστούν. Τις επιγραφές αυτές πρώτος τις πρόσεξε ο ανθρωπολόγος και ερευνητής αρχαιολόγος Κλων Στέφανος. Κατασκήνωσε εκεί, στα μέσα του 19ου αιώνα, και κάτω από αντίξοες συνθήκες και με κακουχίες τις κατέγραψε και τις μελέτησε. Ο Στέφανος, λοιπόν, υποστηρίζει ότι οι επιγραφές αυτές καλύπτουν μια ολόκληρη χιλιετία, δηλαδή, από τα ελληνιστικά χρόνια μέχρι την αρχή της 2ης χιλιετίας. Σε μια από τις επιγραφές διαβάζουμε τη χρονολογία (ς)φά, (993 μ.Χ.), ενώ και σε άλλες υπάρχουν ενδείξεις για χρονολογίες, όμως η έλλειψη ενιαίου χρονολογικού συστήματος, μιας και κάθε τόπος είχε το δικό του χρονολογικό σύστημα, κάνει δύσκολη την αναγνώριση.

10. ΣΩΣΩΝ ΚΕ ΠΛΥΟ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ

Στα δυτικά υπάρχει ένα βραχώδες ακρωτήριο που βλέπει στη θάλασσα, είναι ψηλό και απότομο, δείγμα πως σε κοσμογονικούς χρόνους ένα κομμάτι του νησιού βούλιαξε. Οι Συριανοί το ονομάζουν Γριά Πούντα και στην κορυφή του υπάρχουν οι ελληνιστικές και ρωμαϊκές επιγραφές. Στο κάτω μέρος της πλαγιάς, που κατεβαίνει κλιμακωτά προς το μυχό του κόλπου, φαίνεται ότι υπήρξε στην αρχαιότητα λατομείο και στα βράχια που βρίσκονται πολύ κοντά στη θάλασσα, στις λειασμένες από την εξόρυξη επιφάνειες της πέτρας, είναι χαραγμένες οι χριστιανικές επιγραφές, που έγιναν κατά τη διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και είναι καλλιγραφημένες και ιδιαίτερα προσεγμένες.

Η κορυφή του ακρωτηρίου όπου βρίσκονται οι αρχαίες επιγραφές πιθανότατα χρησιμοποιούνταν σαν «σκοπή», από τους γεμάτους αγωνία ναυτικούς και επιβάτες, για να παρακολουθούν πότε θα κάνει μπουνάτσα. Από το σημείο αυτό φαίνεται ολόκληρο το αναπεπταμένο πέλαγος. Είναι, επίσης, πολύ πιθανό, το σημείο αυτό να χρησιμοποιούνταν ως φάρος για την καθοδήγηση των δοκιμαζόμενων στη διάρκεια μιας τρικυμισμένης νύχτας, ώστε να επισημαίνεται η θέση του όρμου. Ή ακόμη και σαν παρατηρητήριο από τους πειρατές που φωλιάζανε στον κόλπο και περιμένανε να λαφυραγωγήσουν κάθε ανυποψίαστο πλοίο.

Κάποιες από τις επιγραφές αναφέρουν ονόματα ανδρών, καπετάνιων, ναυτικών ή επιβατών, που υποχρεώθηκαν, από την τρικυμία που συνάντησαν στο πέρασμα των Γιούρων, να καταφύγουν στον όρμο των Γραμμάτων και να περιμένουν τη βελτίωση του καιρού για να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Οι επιγραφές που βρίσκονται χαραγμένες στο εγκαταλειμμένο πανάρχαιο λατομείο, στην πλευρά του ακρωτηρίου που βλέπει προς τον όρμο, στην πλειοψηφία τους χριστιανικές, παρέχουν περισσότερες πληροφορίες για τους ανθρώπους και τα πλοία που κατέφυγαν εκεί για να σωθούν. Με την επικράτησή του ο Χριστιανισμός εξαφάνισε τον Ασκληπιό, το Σέραπι και όλους τους άλλους θεούς της αρχαιότητας και τη θέση τους πήρε ο Άγιος Φωκάς. Κοντά στα ελάχιστα απομεινάρια της εκκλησίας του διαβάζονται αρκετές επιγραφές με επικλήσεις βοήθειας. Οι γραφές αυτές αρχίζουν συνήθως με το «Κύριε βοήθι» ή με το «Κύριε σώσον» και συνεχίζονται με ικεσίες προς τον Ύψιστο να σώσει το πλοίο και τους επιβάτες του. Σε μερικές από αυτές προστίθεται και το όνομα του γράψαντος μαζί με το όνομα του πατέρα και της πατρίδας του, και σε άλλες το όνομα του πλοίου και του κυβερνήτη του, καθώς και ο μήνας και ο χρόνος που το πλοίο αναγκάστηκε να καταφύγει στο φιλόξενο όρμο των Γραμμάτων. Στην πλειοψηφία τους οι επιγραφές της περιόδου αυτής είναι γραμμένες με παραφθαρμένο ρωμαΐζον αλφάβητο και γεμάτες με ανορθογραφίες, που δίνουν μια εικόνα της κατάστασης της δημοτικής παιδείας του βυζαντινού κράτους. Επίσης τα ορθογραφικά λάθη στις επιγραφές της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής εξηγούνται από την απώλεια της αρχαίας προσωδίας, δηλαδή της προφοράς της αρχαίας ελληνικής γλώσσας κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Πολλές από τις επιγραφές διαφέρουν στον τύπο, σε μερικές γίνεται επίκληση προς το Θεό, τον Άγιο Φωκά και τους Άγιους Πάντες. Σε άλλες εκφράζονται ευχαριστίες στο Θεό, γιατί έσωσε αυτούς που κινδύνεψαν στο πέλαγος. Σε κάποιες άλλες διατυπώνεται η ευχή για καλοτάξιδο και πρίμο καιρό και σε μια αναφέρονται τα εγκαίνια μικρού ναού που βρίσκεται στην περιοχή και που δε σώζεται πλέον σήμερα.

Πολλές από τις χριστιανικές επιγραφές είναι χαραγμένες μέσα σε τετράγωνα πλαίσια που παριστάνουν πινακίδες με λαβές (tabula ansata). Κάποιες από αυτές έχουν στην αρχή σταυρό, ενώ μία κοσμείται από επτάφωτη λυχνία, πράγμα που σημαίνει ότι σκαλίστηκε από Εβραίο ταξιδιώτη. Κοντά στις επιγραφές αυτές συναντάμε χαραγμένα σύμβολα: πεντάλφες, καρπούς ροδιάς ή ένα κεφαλαίο γράμμα Φ. Επίσης ένα κράνος θυσανωτό, ένα σταυρό σε κύκλο, το Α και το Ω.

7. ΕΥΠΛΑΣΤΟC

Τα χαραγμένα ονόματα είναι στην πλειοψηφία τους αρχαία ελληνικά, όπως Ευλιμένιος, Λεόντιος, Διοτίμα, Ευνόμιος, Αστήρ, Μακρόβιος, Συνετός, Χλόη, Μεγαλονήμων, Μητρόδωρος, Σωφρόνιος, Ισίδωρος, Φιλαλήθειος, Εύπλαστος, Ηρακλής, Απολλώνιος, Οινόη. Ο Φιλαλήθειος αναφέρεται ως ιδιοκτήτης πλοίου που αραξοβόλησε στον όρμο, και καταγόταν από την Άνδρο. Πατρίδες αυτών που χάραξαν τις επιγραφές προς τους θεούς είναι η Άνδρος, η Πάρος, η Έφεσος, η Μήλος, τα Πίναρα, το Πηλούσιο, η Μίλητος και ως προς το επάγγελμα ή το αξίωμα ήταν ναυτικοί, ναύκληροι, στρατιώτες, μοναχοί, ένας κένταρχος Δομέτιος, ένας Εφέσιος χιλίαρχος ονόματι Ευλιμένιος, ένας ύπατος Στέφανος. Είναι άγνωστο όμως εάν είναι ο ίδιος με εκείνον που αναφέρεται σε μια σφραγίδα που βρέθηκε στην Καλαβρία με την επιγραφή «Κύριε, βοήθει τω σω δούλω Στεφάνω υπάτω και βασιλικώ σπαθαρίω» ή κάποιος άλλος, όπως παρατηρεί ο Κλων Στέφανος.

Από τα πλοία που βρήκαν καταφύγιο στον όρμο αναφέρονται τα ονόματα μόνον οκτώ, από τα οποία τα τέσσερα φέρουν, παραδόξως, το ίδιο όνομα: Μαρία. Γεγονός είναι ότι από τον ερημικό αυτό ορμίσκο της Σύρου πέρασαν στη διάρκεια των αιώνων με κωπήλατα και ιστιοφόρα πλοία όλες οι φυλές του μεσογειακού κόσμου και όλοι οι ναυτικοί -έμποροι, ταξιδιώτες, πειρατές, Κυκλαδίτες, Μικρασιάτες, Πόντιοι, Σύροι, Αιγύπτιοι, Ρωμαίοι, Καρχηδόνιοι, Βυζαντινοί-, που διέπλεαν το Αρχιπέλαγος για να μεταφέρουν εμπορεύματα και επιβάτες από το ένα μεσογειακό λιμάνι στο άλλο, και άφησαν τις επιγραφές και τις υπογραφές τους πάνω στα βράχια των Γραμμάτων.

18.

Σήμερα μεγάλα επιβατικά και εμπορικά πλοία περνούν αδιάφορα από τον όρμο των Γραμμάτων και ουδείς διανοείται να σταματήσει εκεί για να σκαλίσει μιαν ευχή προς τους θεούς. Σίγουρα έχει παραμεριστεί αρκετό από το σκοτάδι των προηγούμενων αιώνων και βλέπουμε όλο και πιο καθαρά.

Όμως εκεί έξω στο δρόμο, νέοι άνθρωποι συνεχίζουν, με το σουγιά ή με το σπρέι, να σκαλίζουν και να γράφουν, να ζωγραφίζουν και να αποτυπώνουν στιγμές της ζωής τους και να εξιστορούν τους μύχιους πόθους της καρδιάς τους. Εικονογραφικά και λεξιγραφικά. Με διάφορους τρόπους, βέβηλους, επιτηδευμένους και ανεπιτήδευτους. Χρησιμοποιώντας στιλιζαρισμένες συνταγές, μιμούμενοι κάποια πρότυπα και αντιγράφοντας αλλήλους. Ενώ κάποιοι άλλοι, που έχουν το χάρισμα, χρησιμοποιούν προσωπικούς δρόμους έκφρασης. Όλες όμως οι μορφές είναι διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου ζητούμενου. Της ανάγκης για έκφραση και επικοινωνία. Που είναι ο βασικός σκοπός του σκαλιστή-σχεδιαστή-γράφοντος. Που αποζητάει την προβολή και την επιβεβαίωση. Που θέλει να ξεχωρίσει, να τον προσέξουν, να γίνει αποδεκτός. Αυτό κυρίως αποζητούν εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη ασχολούμενοι με τη ζωγραφική -τη ναΐφ, τη λαϊκή τέχνη, την πρωτόγονη τέχνη, την ακατέργαστη τέχνη- ή την «εγκληματική τέχνη των βανδάλων των τοίχων», και την τέχνη της παραφοράς. Και το αποτέλεσμα είναι υποσυνείδητα έργα και παραληρηματικές δημιουργίες, που ανιχνεύουν τη χαμένη αθωότητα του πολιτισμού και αντηχούν τις φωνές του παρελθόντος.

Τέος Ρόμβος

Νοέμβρης 2013

Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο ή και να το κατεβάσετε  σε μορφή  pdf  εδώ ή παρακάτω

https://romvos.wordpress.com/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%b1/ixni/

25.

TRACES

(The Stone Chronicle of the Island of Syros)

I was born and raised in the big city. I had spent the greater part of my life leading an estranged, alienated, incoherent existence in various European cities. In the summer I would head south to the Aegean islands. My inmost longing was to live permanently on an island. To savour this unique experience of life on a stretch of land, borne by an incessant and furious northern wind over the abyss of the sea. It drove me almost insane with desire to think of the wintry uniqueness of an island cut off by the tempestuous sea. I chose the Landscape of Syros because I felt it was substantial, hard, almost ascetic and so I became an inhabitant of Syros. On the one hand, a lively small town with an ample community, on the other a natural reserve on the northern part of the island, a harmonious natural unity, a pristine society of flora. It is these isles that gave birth to the Aegean civilization, regarded by archaeologists as the dawn of human civilization. [Cycladic; Keros-Syros culture].

2. ΓΡΙΑ ΠΟΥΝΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

It took me over 3 years to hike over the entire island of Syros and to photograph all manner of carving by human hand on its slabs and rocks. I photographed and archived this ‘chronicle of inscriptions’ that is part of the history of an island of the Archipelagos and gave it book form. I would wander on mountain slopes with sparse trees, among the shrubs and its minimal flowing water. The hum of bees that follow the itineraries of nectar, the Cichoriumspinosum that shivers under the wind’s breath next to the sea, small springs with aquatic plants, steep and rocky coasts, limestone and volcanic geologic layers, cliffs, sea caves that are homes to seals and sea turtles, gravel slopes, small ravines, sand dunes. In the course of this ramble on ancient stones I discovered a multitude of prehistoric carvings, drawings that were a groping first form of writing, representing symbols such as stars, cochleae, rhombuses, but also human figures and some form of measurement system, as well as impressions of the sea vessels of that time. I stood in awe before this thousand-year-old ‘testimony in stone’ laid out at my feet, narrating everyday stories of the island’s inhabitants and of travellers in transit.

Carved on the island’s rocks was the continuity of the Greek language. I walked on millennia-old messages and faded inscriptions. I stood on faint rock carvings of nebulous equivocation, in hypothetical courtyards of ancient temples and Byzantine churches. I suspected just a few traces, perhaps only the steps leading to the temple of Asclepios, the future site of the temple of Isis and of the twin temple of Serapis. These were the protector Gods of seafarers and saviours of seamen that were tossed by the waves in their walnut-shell vessels, rowing in the same spot for hours on end in their efforts to hang on to dear life. This is where seamen – pilgrims, travellers, merchants, pirates- found safe harbour for water or food, lay in wait or sought refuge from the northern gusts, terrified and weakened as they faced the fury of nature and the elements of the sea. During storms, and among thunderbolts that pierced the roiling surface of the sea, in the lightening and deafening thunder, in the fierce wind that howled like an enraged beast, under the icy hail, the torrential rain, the ferocious waves that engulfed the vessel, the furious sea and the air that gave birth to whirlwinds and whirlpools and sea monsters, in the deep and treacherous currents that dragged the ships off course, in straits that thrust them onto the rocks and underwater reefs that waited patiently for the mind to wander.

3. ΓΑΛΗΣΣΑΣ (1)

Those battered by the sea would head for the bay’s calm haven. They would be safe as soon as they negotiated the cape and entered calmer waters. And then the same people, who had been through thick and thin, would engrave on the rocks their thanks to the gods who steered them to safety. They had come so close to drowning, to death, but had come through alive. They had witnessed the sea’s wrath and ferment and were now celebrating the gift of transient existence. Within human consciousness, the terror of drowning awoke ancient legends. The story of the God who, in his wrath, decides to wipe out humanity by drowning the Earth in water has been known since the Gilgamesh saga, as Assyrian-Babylonian, from the Old Testament, as Judaic, from Pindar, as Greek, and is has spread throughout the rest of the world, among the peoples of India, Korea, Indonesia, Australia, and North American Indians. This is the primeval terror of the wrathful God that these passing sailors felt as they dropped anchor in the bay of Grammata (Letters), and by carving the name of their ship on the stone, would set her under the God’s protection. Clearly, the small bay of Grammata, on the north-western coast of Syros, owes its name to the hundreds of inscriptions on the rocks dating back to distant antiquity, Roman times and Byzantium. This bay never ceased to provide refuge from the fierce northern winds of the Aegean to weather-beaten seamen and travellers throughout the centuries.

Most of the carved inscriptions are wishes. They contain supplications to the Gods so that they may grant fair weather or thanks for rescuing them from the storms. To Helios, Asclepios, the Dioskouroi, a precursor in antiquity of St. Nicholas, Isis, who stretched out her dress like a sail and steered the ship to safety, to Serapis, a deity of Egyptian origin who in Hellenistic times succeeded the Greek deities. Serapis was worshipped up until the 4th century AD and there was probably a temple to him at Grammata.

6. L. VETTIUS MELLA

At the time, the ships that crossed the Aegean came from the coast of Thrace, the Dardanelles, the Black Sea, the islands and the coast of Asia Minor and the entire Archipelagos. But there were also ships from Syria, Cylicia, Egypt and the rest of the known world, and each traveller would pray to his own god, asking him to calm the rage of the stormy seas and to guide them to their destination. The inscriptions bear witness to the dangers encountered by the travellers who sought refuge at the bay of Grammata, when the elements made the Aegean furious and snakes sprung out of cape Cavo Doro.

Today, there are about one hundred inscriptions preserved in the Grammata area. In the past there were more, but with time many have vanished –the writing faded as the rocks became weathered by wind and water. Some of the inscriptions are no longer legible. The archaeologist KlonStefanos was the first one to notice them. He camped out there in the mid-nineteenth century and proceeded to record and study them under adverse conditions. Stefanos claims that the inscriptions span an entire millennium,that is to say from the Hellenistic period to the beginning of the second millennium. On one of the inscriptions one reads the date (ς)φά, (993 B.C.), while on others there are indications of dates, though the absence of a uniform chronological system make them difficult to understand.

In the western part there is rocky promontory that looks out to the sea. It is precipitous and indicates that part of the island must have sunk during one of the cosmogonies of the past. The inhabitants of Syros call it ‘GriaPounta’ and on its tip there are Hellenistic and Roman inscriptions. At the foot of the slope that descends incrementally towards the head of the bay there was a quarry during ancient times. At the rocks nearest to the sea and on the surface of the stones rendered smooth by extraction there are Christian inscriptions, etched out in sophisticated calligraphy, from the time of the Byzantine empire.

The top of the promontory on which the ancient inscriptions were carved may have been used as a ‘crow’s nest’ by anxious sailors eager to spot the onset of calm weather. The sea stretches out in all its breadth from this spot. It is also possible that this spot was used as a beacon, so as to make the bay visible during stormy nights. Or even as an observatory for pirates lying in wait in the bay, staking out unsuspecting ships.

Some of the inscriptions mention the names of men, captains, sailors or passengers forced by storms at Gioura straits to seek refuge at Grammata bay and to await fair weather to continue their journey.

5. ΕΜΝΗΣΘΗ ΡΥΘΜΟΣ ΤΙΒΕΡΙΟΥ ΚΛΑΥΔΙΟΥ... ΣΜΥΡΝΑΙΟΥ

The majority of the inscriptions on the abandoned ancient quarry on the side of the promontory that looks onto the bay are Christian. They provide additional information on the people and the vessels that sought refuge there. After it became dominant, Christianity stamped out Asclepios, Serapis and all the other deities of antiquity, and their place was taken by Saint Fokas. Near the few remains of his church there are quite a few inscriptions with invocations for help. Most begin with “Lord, help us”, or with “Lord, save us”, and continue with supplications towards the Almighty to save the vessel and its passengers. A number of these include the name of the author, his father and his homeland, while in others one finds the name of the ship, its captain, as well as the month and year that the ship was forced to seek refuge in the hospitable Grammata bay. Most of the inscriptions of that period are written in a corrupted Romanising alphabet riddled with erratic spelling that conveys a picture of public education in the Byzantine state. Also, the spelling errors in the inscriptions of the Hellenistic and Roman era can be explained by the loss of ancient prosody, that is to say the pronunciation of the ancient Greek language during Hellenistic times. Many of the inscriptions differ in their formal aspects: some invoke God, Saint Fokas, and the Aghioi Pantes(All Saints). Others express gratitude to God for having saved those at sea. In yet others there are wishes for fair winds and following seas, while another refers the inauguration of a small temple in the area, now lost.

9. ΚΥΡΙΕ ΒΟΗΘΙ ΤΩ ΔΟΥΛΩ ΣΟΥ ΓΟΡΓΟΝΙΩ ΠΑΡΙΩ

Many of the Christian inscriptions are set within square frames imitating tablets with handles (tabula ansata). Some have a cross at the beginning, while another is decorated with a menorah, indicating that it was carved by a Jewish traveller. There are carved symbols near these inscriptions: pentagrams, pomegranates, or a capital letter Φ. Also a plumed helmet, a cross within a circle, an A and an Ω.

The inscribed names are mostly ancient Greek, such as Eulimenios, Leontios, Diotima, Eunomios, Aster, Makrobios, Synetos, Chloe, Megalonemon, Metrodoros, Sophronios, Isidoros, Philaletheios, Euplastos, Herakles, Apollonios, Oinoe. Philalethios appears as the owner of a vessel that dropped anchor in the bay and was from the island of Andros. The homelands recorded for those who carved the inscriptions are Andros, Paros, Ephessos, Melos, Pinara, Pelousio and Miletos, while their professions or offices are indicated as sailors, quartermasters, soldiers, monks, a kentarchos (centurion) named Dometios, a chiliarch (commander of a thousand) from Ephesus named Eulimenios, a hypatos (consul) named Stephanos. It is nevertheless unclear if this is the same person who is mentioned in a seal found in Calabria with the inscription “Κύριε, βοήθει τω σω δούλω Στεφάνω υπάτω και βασιλικώ σπαθαρίω” (Lord, help your servant Stephanos, hypatos and royal spatharios) or someone else, as Klon Stefanos observes.

Of all the ships that sought refuge in the bay, only the names of eight are mentioned. Oddly, four of these have the same name: Maria. In fact, through the centuries, vessels propelled by sail or oar carrying people from all parts of the Mediterranean world passed from this small and isolated bay in Syros. Sailors, merchants, travellers, pirates, people from the Cyclades, Asia Minor, the Black Sea, Syrians, Egyptians, Romans, Carthaginians and Byzantines moved passengers or merchandise from one Mediterranean port to another and left their inscriptions or signatures on the rocks of Grammata. Today, the inscriptions are entangled with the signatures and graffiti of tourists from Larissa, Brahami, New York, Denmark, Germany, and Japan.

???????????????????????????????

Even today people continue to use penknives or spray-paint to engrave and to write, to paint and to imprint, out there in the street, moments from their lives or chronicle the innermost desires of their hearts. They are illustrated or merely in words. They are laid out in a variety of ways -profane, pretentious and unpretentious. They use stylized recipes, imitate other styles and/or copy others. Others, who are gifted, use their own personal forms of expression. Yet all are different manifestations of the same need, the need to express oneself and to communicate. Which is the main purpose of the inscriber-draughtsman-writer, who craves exposure and confirmation, who wants to stand out, to be noticed, to be accepted. This is what millions of people want when they make art – naive, folk art, primitive art, unprocessed art – or the ‘criminal art of wall vandals’, and the art of ecstasy. What springs forth are subconscious works and frenzied creativity that seek to trace the lost innocence of civilization and reverberate with the voices of the past.

Teos  Romvos, author

2 November 2013

TRACES

(Chronique lithique de Syros)

Je suis né et j’ai été élevé dans une grande ville. J’ai passé la plus grande partie de ma vie en vivant éloigné, aliéné, et de façon décousue dans les mégapoles européennes. Les étés, je descendais dans les îles de la mer Égée. Mon désir profond et intime était de vivre de façon permanente sur une île. De goûter cette extraordinaire expérience de vie sur une bande de terre suspendue sur les abysses de la mer et que le vent du nord balaie jour et nuit. L’idée de cet isolement durant l’hiver me rendait fou. J’ai choisi le paysage de Syros, que je trouvais concret, dur, presque ascétique, et je suis devenu un habitant de l’île. D’un côté, la petite ville bien vivante avec une petite société suffisante ; de l’autre, un parc naturel, au nord de l’île, une entité naturelle harmonieuse, une phytosociologie intacte. C’est ici que les civilisations égéennes sont nées – à l’aube de la civilisation humaine, comme le décrivent les archéologues [Cycladique ; culture de Kéros-Syros].

0.  (1)

Il m’a fallu plus de trois ans pour parcourir l’île de Syros et pour photographier chaque gravure tracée par la main de l’Homme sur des plaques ou des rochers. J’ai photographié et archivé toutes ces «chroniques gravées» qui font partie de l’histoire de cette île de l’archipel, et je leur ai données la forme d’un livre. J’ai erré sur le sommet des montagnes, où ne résistent que quelques arbres, des buissons et un peu d’eau qui coule. Le bourdonnement des abeilles qui suivent le chemin du nectar, les tamaris qui frissonnent dans le vent marin, les petites sources aux plantes aquatiques, les côtes rocheuses et éloignées, la pierre volcanique et le calcaire, les falaises, les grottes maritimes où vivent les phoques et les tortues de mer, les dunes, les petites gorges. Et au cours de ce périple, sur les anciens rochers, j’ai découvert un grand nombre de gravures préhistoriques qui cherchent à l’aide d’une forme d’écriture primitive à nous montrer quelques symboles, des étoiles, des coquillages, des rhombes, quelques être humains, un système de calcul, et des moyens de navigation de cette époque.

Je me suis tenu devant elles avec respect, devant tous ces «témoins lithiques» vieux de milliers d’années ; ils s’étendaient devant mes pieds et récitaient des histoires de la vie quotidienne des habitants de cette île, mais aussi des voyageurs.

Un peu plus haut sur les rochers de l’île était gravée la continuité de la langue grecque. Je marchais sur des messages vieux de trois mille ans et des gravures brumeuses. Je me suis arrêté devant des rochers aux gravures mystérieuses sur les parvis hypothétiques des anciens temples et des églises byzantines. J’ai cru y reconnaître les quelques marches qui menaient au temple d’Asclépios, là où plus tard sera construit le temple d’Isis et de Sérapis. Ces dieux protégeaient les navigateurs et les marins, ceux qui traversaient la mer à la rame sur des coquilles de noix, des heures durant, dans l’espoir d’être sauvés. C’est ici qu’accostaient les marins-pèlerins, les voyageurs, les commerçants, les pirates, parfois simplement pour se ravitailler, parfois juste pour tendre une embuscade, et parfois pour se protéger du vent, terrorisés, manquant d’audace devant les forces de la nature, devant les esprits de la mer. Dans les tempêtes et les éclairs qui tombaient sur la mer déchaînée, dans la foudre et le grondement du tonnerre, là où le vent souffle comme un fou à la manière d’un monstre furieux qui aboie, dans la grêle glacée, sous la pluie, dans les vagues qui recouvraient la proue, dans la mer en furie, dans le vent qui provoque les remous et tourbillons, avec les monstres marins, sournois, tapis dans les courants souterrains, les courants qui amenaient les bateaux dans les passages maritimes et qui les poussaient contre les rochers et les récifs, qui épiaient leur inadvertance.

12. ΑΝΤΡΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ

Les marins tentaient d’approcher le golfe protégé et, une fois passé le cap, ils étaient sauvés, car au-delà de ce point, le temps s’était apaisé. Dès lors, ces gens qui avaient subi le martyre gravaient sur le rocher leurs remerciements aux dieux qui les avaient sauvés. Ils étaient si proches de la noyade, si proches de la mort. Mais ils ont survécu. Ils ont connu le tonnerre et le tourbillon en mer et maintenant, ils célébraient la valeur de cette existence éphémère. La terreur de la noyade éveillait dans la conscience humaine des légendes antiques. L’histoire du dieu en colère qui décide d’effacer les hommes de la Terre en la recouvrant d’eau est célèbre. Elle nous est racontée dans l’épopée assyro-babylonienne de Gilgamesh. La même histoire est présente dans l’Ancien Testament. Elle est aussi connue en Grèce avec Pindare. En réalité, elle est connue dans le monde entier. En Inde, en Corée, en Indonésie, en Australie, chez les Indiens d’Amérique. Et cette terreur primitive causée par le dieu en colère devait être ressentie par les marins et les voyageurs quand ils s’approchaient de la baie de Grammata ; ils gravaient le nom de leur bateau sur le rocher pour le mettre sous la protection de la divinité. Il est évident que la petite baie de Grammata au nord-ouest de Syros doit son nom aux centaines de gravures réalisées sur les rochers dès l’Antiquité, mais aussi aux époques romaine et byzantine. La baie n’a jamais cessé au cours des siècles d’être le refuge des naufragés, des victimes du Meltem furieux de la mer Égée.

La plupart des gravures sont des vœux. Il y a également des remerciements aux dieux pour avoir effectué un bon voyage ou pour avoir survécu à la tempête. Hélios, Asclépios, les Dioscures tenaient dans l’Antiquité le même rôle que Saint Nicolas aujourd’hui ; Isis, qui déployait sa robe comme une voile et conduisaient les bateaux en sécurité ; Sérapis, divinité égyptienne qui remplaça durant la période hellénistiques les dieux grecs vénérés jusqu’au 4ème s. après J.-C., et dont un temple existait probablement à Grammata.

Durant toutes ces années, les bateaux qui traversaient la mer Égée provenaient des côtes de Thrace, de l’Hellespont, de la mer Noire, des îles et des côtes de l’Asie Mineure, et de le l’ensemble de l’archipel ; il y avait également des bateaux en provenance de Syrie, de Cilicie, d’Égypte, et du reste du monde connu. Chaque voyageur priait son propre dieu, lui demandait de contrôler la manie de la mer et de le conduire à bon port. Les gravures témoignent des dangers auxquels les voyageurs arrivés à Grammata étaient confrontés lorsque la mer Égée et le cavoDoro étaient déchaînés par les éléments.

11. ΕΠΤΑΦΩΤΟΣ ΛΥΧΝΙΑ ...

Aujourd’hui, on peut encore apercevoir dans la région de Grammata une centaine de gravures. Il en existait beaucoup plus par le passé, mais la plupart d’entre elles ont disparu au fil du temps, effacées par l’érosion et le vent. Certaines d’entre elles ne sont plus lisibles. Le premier à les avoir remarquées est l’archéologue KlonStephanos. Le chercheur a établi son campement sur l’île vers le milieu du 19ème siècle et, dans des conditions particulièrement difficiles, est parvenu à enregistrer et à étudier l’ensemble des inscriptions qu’il a pu découvrir. Stephanos pense que ces gravures ont été réalisées durant un millier d’années, depuis l’époque hellénistique jusqu’au début du 2ème millénaire. Sur l’une de ces gravures, on peut lire l’inscription chronologique «(ς)φά» (993 après J.-C.). Cependant, l’absence d’un système chronologique unifié (chaque région possède en effet sa propre chronologie) rend la datation des gravures particulièrement difficile.

À l’ouest se trouve un promontoire rocheux qui surplombe la mer. Il est élevé et difficilement accessible, et semble indiquer qu’une partie de l’île a sombré aux temps cosmogoniques. Les habitants de Syros l’appellent «Γριά Πούντα». Des gravures hellénistiques et romaines sont visibles sur le sommet. Sur le versant, vers la baie, il semble qu’une carrière ait été exploitée dans l’Antiquité et sur la surface lisse des rochers proches de la mer, on peut apercevoir des gravures chrétiennes datées de l’époque byzantine, qui présentent une calligraphie particulièrement soignée.

Le sommet du promontoire où se trouvent les gravures anciennes était probablement utilisé comme poste d’observation par les marins et les citoyens anxieux qui attendaient le retour du beau temps. De ce point de vue, toute la mer est visible. Il est aussi possible que cet endroit ait été utilisé comme un phare pour indiquer le chemin de la baie aux navigateurs pris dans la tempête. Il a enfin pu servir de poste d’observation aux pirates réfugiés dans la baie, prêts à profiter des bateaux de passage ou de ceux qui ont fait naufrage.

Certaines gravures mentionnent les noms des hommes, des capitaines, des marins et des passagers qui ont été contraints par la tempête rencontrée au passage de Gioura de se réfugier dans la baie de Grammata, et d’y attendre une accalmie pour pouvoir poursuivre leur voyage.

08.

Les gravures situées dans les carrières abandonnées du versant du promontoire datent pour la plupart de l’époque chrétienne et donnent un grand nombre d’informations sur les hommes et les bateaux qui cherchaient un abri sur l’île. Avec le christianisme, le rôle joué autrefois par Asclépios, Sérapis et toutes les autres divinités de l’Antiquité est désormais assumé par Saint Phocas. Sur les rares vestiges de l’église, on peut lire beaucoup de gravures qui constituent un appel à l’aide. Ces inscriptions commencent généralement par la phrase «Κύριεβοήθι» ou par «Κύριεσώσον» et se poursuit avec des supplications à Dieu de sauver le bateau et son équipage. Sur certaines, on apprend le nom du graveur ainsi que celui de son père et de sa patrie ; sur d’autres, le nom du bateau et de son capitaine, ainsi que la date à laquelle ils sont arrivés dans la baie hospitalière de Grammata. La majorité des inscriptions de cette époque sont gravées avec un alphabet romain déformé et sont parsemées de fautes d’orthographe. Elles nous donnent ainsi une idée du niveau de l’éducation sociale dans l’empire byzantin. De la même façon, les fautes d’orthographe présentes sur les gravures des époques hellénistique et romaine s’expliquent par le déclin de la prosodie ancienne, c’est-à-dire la prononciation de la langue grecque antique durant l’époque hellénistique. La plupart des gravures diffèrent sur un plan typologique. Certaines sont destinées à Dieu, à Saint Phokas ou à tous les saints. D’autres sont des remerciements à Dieu pour avoir été sauvé en mer. D’autres, enfin, expriment le vœu d’un retour du beau temps. Sur l’une d’entre elles est mentionnée l’inauguration d’un nouveau temple dans la région. Ce temple, malheureusement, n’existe plus aujourd’hui.

5. ΕΜΝΗΣΘΗ ΡΥΘΜΟΣ ΤΙΒΕΡΙΟΥ ΚΛΑΥΔΙΟΥ... ΣΜΥΡΝΑΙΟΥ

Un grand nombre de gravures chrétiennes sont gravées sur des tablettes munies de poignées (tabula ansata). Certaines inscriptions débutent par le motif de la croix ; une autre est décorée avec un motif de lampe qui nous indique l’origine juive de l’un des voyageurs. Près de ces inscriptions, on trouve également des symboles : l’étoile de David, des grenades, ou encore la lettre Φ. Un casque, une croix dans un cercle, l’alpha et l’oméga (Α et Ω) sont d’autres motifs identifiables.

La plupart des noms gravés sont écrits en grec ancien : Ευλιμένιος, Λεόντιος, Διοτίμα, Ευνόμιος, Αστήρ, Μακρόβιος, Συνετός, Χλόη, Μεγαλονήμων, Μητρόδωρος, Σωφρόνιος, Ισίδωρος, Φιλαλήθειος, Εύπλαστος, Ηρακλής, Απολλώνιος, Οινόη. Philalitheios (Φιλαλήθειος) était le propriétaire d’un bateau arrivé dans la baie en provenance d’Andros. Les graveurs étaient originaires d’Andros, de Paros, d’Éphèse, de Milos, de Pinara, de Pilousio, de Milet. Nous avons également des informations concernant le métier ou le grade de ces gens : marins, soldats, moines ; un centurion (Domitien) est mentionné, ainsi qu’un chiliarque d’Éphèse (Eulimenios) et un consul (Stephanos). On ne sait cependant pas si ce dernier est le Stephanos mentionné sur un sceau de Calabre, qui porte l’inscription «Κύριε, βοήθει τω σω δούλω Στεφάνω υπάτω και βασιλικώ σπαθαρίω», ou s’il désigne une autre personne comme le suggère Klon Stephanos.

On ne connaît que huit noms de bateaux réfugiés dans la baie : quatre d’entre eux s’appelaient Maria. Une chose est sûre : la petite baie désertique de Syros a été visitée durant des siècles par des bateaux à rames ou des voiliers, par toutes les tribus du monde méditerranéen, par des marins, des commerçants, des voyageurs, des pirates, par les habitants des Cyclades et de l’Asie Mineure, par des Syriens, des Égyptiens, des Romains, des Carthaginois, des Byzantins. Tous traversaient l’archipel pour transporter des marchandises et des voyageurs d’un port méditerranéen à un autre. Ils ont laissé des gravures et leur signature sur les rochers de Grammata. Ces dernières se mêlent aujourd’hui à celles laissées par des voyageurs venus de Larissa, de Brachami, mais aussi de New York, du Danemark, de l’Allemagne ou du Japon.

???????????????????????????????

Aujourd’hui, les visiteurs continuent à l’aide d’un couteau ou d’une bombe de peinture à graver, à écrire ou à peindre là-haut, sur le chemin, des moments de leur vie ; ils nous révèlent les passions les plus secrètes de leur vie, sous la forme de mots ou d’images, de façon intentionnelle, accidentelle, ou par simple vandalisme. Ils utilisent des recettes stylisées, en imitant certains modèles, en se copiant les uns les autres. D’autres, qui ont sans doute plus de charisme, utilisent des moyens d’expression personnels. Cependant, la diversité des formes exprime en réalité le même désir. Celui de pouvoir s’exprimer et communiquer. Tel est le but ultime du graveur, du dessinateur, de l’écrivain. Se montrer, se justifier. Être différent, attirer l’attention, être accepté. C’est exactement ce que recherchent des milliers de personnes dans le monde à travers la peinture – l’art naïf, l’art laïc, l’art primitif, l’art brut – et même «les vandales des murs». Et le résultat consiste en des œuvres inconscientes, des créations délirantes qui recherchent l’innocence perdue de la civilisation et reflètent les voix du passé.

Téos Romvos, écrivain

Le 2 novembre 2013

27.

ΙΧΝΗ, ΤΟ ΛΙΘΙΝΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΣΥΡΟΥ

“…Πρόκειται για ένα λεύκωμα 328 σελίδων, σε σχήμα μέγα, έκδοση του υπουργείου Αιγαίου, με τίτλο Ιχνη και υπότιτλο «Το λίθινο χρονικό της Σύρου». Από τον πρόλογο του Νίκου Σηφουνάκη πληροφορούμαστε ότι ο Ρόμβος, «…περιτρέχοντας το νησί χρόνια ολόκληρα, καταγράφει με το πάθος του συλλέκτη τα ανθρώπινα ίχνη σε βράχους, σε πλακόστρωτα, σε τοίχους και μνημεία. Θηρεύει ελπίδες, τάματα των ντόπιων και των περαστικών, τον πόθο των ερωτευμένων και την ανία των αργόσχολων…».

Ο Ρόμβος δημοσιεύει (εάν μέτρησα σωστά) 525 φωτογραφίες του, πολλές από τις οποίες παρουσιάζουν εκπληκτική ποιότητα και μια εξαίρετη τυπογραφική απόδοση. Υπάρχουν, π.χ., φωτογραφίες χαραγμάτων πάνω σε μάρμαρο, το οποίο από μακριά κραυγάζει πως είναι παριανό. Οι φωτογραφίες τοποθετούνται σε ενότητες (χρονολογικές, θεματικές, τοπικές), και ο συγγραφέας περιορίζεται να δηλώνει δίπλα τον τόπο όπου φωτογράφισε το χάραγμα, αναθέτοντας τον υπομνηματισμό και σχολιασμό σε 103 ποιητές, πεζογράφους κ.λπ., σχετικά αποσπάσματα από τους οποίους και παραθέτει. Προσδίδει, έτσι, στη δουλειά του, πέρα από την εικαστική, και μια έντονη αφηγηματική διάσταση, ποιητική τις πιο πολλές φορές…”

(Απόσπασμα από την κριτική του Ηλία. Χ. Παπαδημητρακόπουλου)

Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο ή και να το κατεβάσετε σε μορφή  pdf  εδώ ή παρακάτω

https://romvos.wordpress.com/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%b1/ixni/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s