Συνέντευξη του Τέου Ρόμβου στο Γιώργο Βιδάλη

Posted: Ιουνίου 18, 2013 in Συνεντεύξεις

ESY

Τι το γοητευτικό έχουν οι πειρατές για σένα;

Προφανώς για ν’ απαντήσω στην ερώτηση αυτή πρέπει να ανατρέξω στην παιδική ηλικία και σ’ εκείνο το παιδί που πρωτοδιάβαζε πειρατικές ιστορίες στα κλασικά εικονογραφημένα και έβλεπε με πάθος κάποιες θαλασσινές περιπετειώδεις ταινίες, αλλά και σε κάποιες αμυδρά φωτισμένες βραδιές σε χωριά που δεν υπήρχε ακόμη ηλεκτρικό, όπου άκουγε μαγεμένο κάποιους ταξιδεμένους νησιώτες να αφηγούνται ιστορίες της θάλασσας.

Το μικρό παιδί άκουγε για αυτά τα ταξίδια που σκοπό είχαν την εξερεύνηση του άγνωστου κόσμου αλλά και την αρπαγή και τη λεηλασία. Κι όλα αυτά γίνονταν ταξίδια ελευθερίας που συνάρπαζαν και γοήτευαν εκείνο το παιδί. Ακριβώς όπως στην εποχή του Ντάνιελ Ντιφόου, όπου όλος ο κόσμος διάβαζε με πάθος στις λαϊκές φυλλάδες τις ιστορίες με τα κατορθώματα των πειρατών και όλοι τραγουδούσαν τις µπαλάντες της κρεµάλας και οι πειρατές φάνταζαν σαν οι απόλυτοι επαναστατημένοι της θάλασσας.

Ναι, με συνέπαιρναν σαν παιδί, αλλά ακόμη και σαν έφηβο, όλες αυτές οι περιπέτειες των πειρατών που περιείχαν τη γοητεία της αφήγησης του Φώτη Κόντογλου στον Πέδρο Καζάς ή το σαρκασμό και την ανατροπή της γραφίδας του Κώστα Χατζηαργύρη στο Θρύλο του Κωσταντή, αλλά κι εκείνη η πανάρχαια  αιγυπτιακή  ιστορία του Περιπλανώμενου Ναύτη,  που είναι ο πρόγονος της ελληνικής Οδύσσειας και του αραβικού Σεβάχ του Θαλασσινού, οι ιστορίες όλων εκείνων των παστωμένων με το αλάτι της θάλασσας ανθρώπων που παλεύανε ολημερίς με τα στοιχειά της φύσης, που δίνανε αγώνα ύπαρξης με τα μικρά τους σκάφη στα φουρτουνιασμένα πελάγη και παθιάζονταν στη μοναδική αίσθηση ελευθερίας που δίνει η θαλασσοπλεύση. Ήταν οι γενναίοι μου ήρωες που δε λογαριάζανε το θάνατο και αψηφούσαν κάθε εξουσία αφού παίρναν στα χέρια τους το πεπρωμένο τους.

Γιατί σε σαγηνεύει η θάλασσα;

Πρώτα πρώτα είναι η γενέτειρά μου, από εκεί προερχόμαστε όλοι μας. Από κει βγήκαμε και περπατήσαμε στη στεριά, κάποια εκατομμύρια χρόνια πριν. Έχω περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου στις μεγαλουπόλεις. Στην Αθήνα γεννήθηκα αλλά η βάναυση αυτή πόλη έχει καταστραφεί οικιστικά από τους κατοίκους της κι έχει γίνει απόλυτα εχθρική. Δεν άντεχα την καθημερινή σκληρότητα των μετακινήσεων, την εμπορευματοποίηση κάθε εναπομείναντος δημόσιου χώρου, το έλλειμμα χρόνου των κατοίκων για να σκεφτούν και να μιλήσουν, την αδυναμία της ματιάς να φύγει μακριά, τη μόλυνση, το θόρυβο, και τη συνεπακόλουθη βία. Και επέστρεψα λοιπόν εδώ στη μήτρα, στα νησιά και στη θάλασσα, στο υγρό στοιχείο που μας περικυκλώνει και που είναι κυρίαρχο παντού, κάτι που ενυπήρχε σαν νοσταλγία κρυμμένο βαθιά μέσα μου, ίσως στο DNA μου, ίσως στην ψυχή μου, και ήρθα εδώ γιατί ήθελα να ζήσω απελευθερωτικά, το βλέμμα μου να ταξιδεύει στον ορίζοντα, να γλιστράει πάνω στο ανοιχτό πέλαγος, να γίνομαι πουλί και η ματιά μου να φτερουγίζει παντού, κι έτσι ζω εδώ πάνω στο φρουριακό οικισμό της Άνω Σύρου όπου κοιτάζω συχνά απ’ το παράθυρο και τρέφομαι από τη θέα στο χωρίς τέλος πέλαγος και στο αχανές του ορίζοντα κι έτσι κάνω ταξίδια με το νου, κι είναι σαν να παρίσταμαι στη γέννηση του σύμπαντος και νιώθω τους ανασασμούς της ζωής και τους κραδασμούς του θανάτου.

Μέσα από αυτή την εμπειρία οδηγήθηκα στο βιβλίο της πειρατείας, γιατί ήταν ένας μοναδικός τρόπος να αφηγηθώ τη ζωή και την ιστορία της πολυνησίας του Αιγαίου.

Τι κοινό και τι διαφορετικό έχουν ο Τέος Ρόμβος με το Γεώργιο Νέγρο;

Ο Γεώργιος Νέγρος ήταν ένα πρόσωπο υπαρκτό και τον ανακάλυψα στη σχετική έρευνα που έκανα, αρχικά σε εφημερίδες, για να μπορέσω να πλησιάσω την εποχή και τον τρόπο που γινόταν η πειρατεία.

Ο Γεώργιος Νέγρος γεννήθηκε το 1807  στη Σάμο και ανέπτυξε μεγάλη πειρατική δράση στα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του, μέχρι που τελικά  το γαλλικό πολεμικό ναυτικό κατάφερε να τον εγκλωβίσει σ’  ένα σύμπλεγμα νησιών, νότια της Σάμου, στους Κορσούς, το Σεπτέμβρη του 1851, όπου και τον ξεπάστρεψαν, ήρθε για το σκοπό αυτό ένα απόσπασμα σταλμένο από τον Τοποτηρητή της Σάμου. Μέσα στις εφημερίδες βρήκα αρκετές περιγραφές που αφορούσαν τη ζωή και τη δράση του πειρατή και στη συνέχεια αναζήτησα σχετικά έγγραφα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στα τοπικά ιστορικά αρχεία, στην Ερμούπολη, στη Σάμο, στη Μύκονο, Τήνο και πολλά άλλα νησιά, αναζήτησα τα έγγραφα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και μέσα απ’ όλα αυτά ξεπρόβαλε ανάγλυφα το πρόσωπο του πειρατή και η δράση του. Έ, δεν είχε δα και μεγάλη σχέση με εμένα. Άλλος λοιπόν ήταν ο Γεώργιος Νέγρος και άλλος είμαι εγώ. Πρέπει να ομολογήσω, όμως, ότι κάνοντας αυτή τη μοναχική δουλειά του γραψίματος έχω διαπιστώσει πως μέσα μου ενυπάρχουν διαφορετικές περσόνες, που αν χρειαστεί και τις προσκαλέσω εμφανίζονται, άλλοτε ασαφώς διαγεγραμμένοι χαρακτήρες κι άλλοτε πάλι παίρνουν σάρκα και οστά και γίνονται εντελώς αυθεντικοί. Ίσως αυτό να οφείλεται στο πόσο με γοητεύει η συγκεκριμένη προσωπικότητα και πόσο ταυτίζομαι μαζί της, όταν πρόκειται να την πλησιάσω, να την ανιχνεύσω, να την ξεψαχνίσω, να ασχοληθώ εν γένει μαζί της. Για παράδειγμα το πρώτο κείμενο που έχω δημοσιεύσει πολύ νέος, μια νουβέλα, η Μιντιλού, ήταν η σε πρώτο πρόσωπο εξομολόγηση  μιας γυναίκας. Μέσα μου ενυπάρχει ο άντρας αλλά και η γυναίκα, ενυπάρχει ο σκληροτράχηλος άντρας που μπορεί να γίνει και άγριο θηρίο αλλά και ο γλυκύτατος και ερωτιάρης, όπως νομίζω συμβαίνει στον καθένα από εμάς, απλώς εγώ επειδή κάνω αυτή τη δουλειά, και αυτοαναλύομαι διαρκώς το έχω συνειδητοποιήσει.

negros 100

Στο βιβλίο σου αυτή η εύχυμη γραφή με στοιχεία και φράσεις από λόγια, δημοτική, νησιώτικη, αργκό πώς προέκυψε, τι χρειάστηκε, πώς θα χαρακτήριζες εσύ αυτό το γλωσσικό κράμα;

Η γλώσσα που έχω χρησιμοποιήσει είναι η ιδιαίτερη γλώσσα των νησιωτών, το γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν οι κάτοικοι στην περιοχή του Αιγαίου έως και στα παράλια της Μικράς Ασίας εκείνη την εποχή. Η γλώσσα είναι ντοκουμενταρισμένη από πολλές πλευρές, έκανα μεγάλη έρευνα σε ντοπιολαλιές, χρησιμοποίησα ιδιωματικά λεξικά, έψαξα τρόπους έκφρασης σε επίσημα και ανεπίσημα έγγραφα, δικόγραφα όπου οι γραφείς έχουν καταγράψει μαρτυρίες ή και καταθέσεις απλών ανθρώπων που ιστορούσαν διάφορα συμβάντα και στο τέλος αντί υπογραφής έβαζαν ένα σταυρό· έχω ξεψαχνίσει άπειρο χαρτομάνι για να έχω τη δυνατότητα να μιλήσω και να σκεφτώ σ’ αυτή τη γλώσσα. Επιπλέον ζώντας στα νησιά αρκετά χρόνια έχω καταγράψει τύπους και εκφράσεις της νησιώτικης διαλέκτου που επιβιώνουν ακόμη. Στην πραγματικότητα αυτό το ταξίδι στη γλώσσα ήταν για μένα κάτι που ξεκίνησε από την πολύ νεαρή μου ηλικία.

Αργότερα στο βιβλίο «Ίχνη», που με ταλαιπώρησε αρκετά χρόνια αλλά και το φχαριστήθηκα πολλαπλώς, αναζήτησα τα ανθρώπινα ίχνη πάνω στην πέτρα. Για κάποια χρόνια ξεκινώντας από τη Σύρο έκανα έρευνα, φωτογράφιζα, τράβαγα βίντεο, σε πολλά νησιά του Αιγαίου αλλά και σε όλο τον ελλαδικό χώρο αναζητώντας  τις αυθόρμητες επιγραφές των απλών ανθρώπων που λαξεύανε ή χάραζαν πάνω στα βράχια αλλά και σε κάθε λογής πέτρα, στα βουνά και στα παράλια, κάποια σύμβολα κι αργότερα, όταν επινοήθηκε η γραφή, το όνομά τους ή κάποιες φράσεις. Τι λέγαν εκείνοι οι άνθρωποι; Πράγματα που λέω κι εγώ σήμερα, αφηγούμαι την καθημερινότητα, τους έρωτές μου, τα βάσανά μου, γενικότερα το ανθρώπινο πέρασμα από τη ζωή. Στην ουσία εκείνο το βιβλίο ήταν που με οδήγησε να γράψω στη γλώσσα που μίλαγε ο Νέγρος, κι ενδεχομένως οι περισσότεροι κάτοικοι στο Αιγαίο.

Η ερωτική αίσθηση της γυναίκας και ιδίως η απουσία της τριβελίζει το Νέγρο. Τι ρόλο παίζει για κείνον τι ρόλο έπαιξε για σένα.

Για το Νέγρο δεν έχω πολλά στοιχεία, ξέρω ότι βρέθηκε στη φυλακή γιατί ήτανε με μια παντρεμένη γυναίκα, ως μοιχός, και κυνηγήθηκε από το σύζυγό της. Όπως είπαμε, βέβαια, ο Νέγρος ενυπάρχει μέσα μου, κάπου λοιπόν ταυτιζόμαστε. Εγώ λοιπόν ως ξενιστής που φιλοξενώ και το Νέγρο είμαι ένα ον ερωτικό. Στη ζωή μου δεσπόζει ο έρωτας, και αντικείμενο του πόθου μου είναι η γυναίκα, χωρίς αυτό να είναι δεσμευτικό, θα μπορούσα να είμαι και ομοφυλόφιλος και οτιδήποτε άλλο, φτάνει να υπήρχε η γλύκα και ο συγκλονισμός του έρωτα. Ο έρωτας λοιπόν είναι κυρίαρχος, θεωρώ ότι είναι πρωταρχικός για να μπορέσει να γίνει η κοινωνική σύνθεση χωρίς ταμπού και προαπαιτούμενα. Ίσως –όπως λέγεται- η ιδανική ανθρώπινη κοινότητα ν’ αντέχει μέχρι 150 άτομα, γιατί μετά αρχίζει η εντροπία. Νομίζω ότι άνετα θα μπορούσα κι εγώ να συνυπάρξω σε μια τέτοια μικρή κοινότητα και είμαι βέβαιος ότι θα ερχόταν μαζί μου κι ο Νέγρος.

Το να είσαι 35 και πλέον χρόνια μαζί με την ίδια σύντροφο τι δείχνει;     

Αχ, γυναίκες, που ν’ αλειφτώ λάδι και να έμπω μέσα σας…

Ήμουν και είμαι ακόμη και τώρα έτοιμος να πάω με όλες τις γυναίκες του κόσμου, εφ’ όσον θα το επιθυμούσαν βεβαίως κι εκείνες, αλλά και η Χαρά μου, όταν τα βράδια τη σφίγγω στην αγκαλιά μου, είναι η Γυναίκα, δηλ. όλες οι γυναίκες και ολόκληρος ο κόσμος. Φαίνεται ότι έχουμε μια καλή χημεία, δείχνει ότι ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο, απολαμβάνουμε τη συνύπαρξη, ταυτιζόμαστε, αλληλοσυμπληρωνόμαστε και αγαπιόμαστε. Αυτό βέβαια, επαναλαμβάνω, δεν αποκλείει το να μπορούμε να αγαπιόμαστε και με περισσότερους ανθρώπους, όπως και συμβαίνει στην πραγματικότητα, άσχετα αν δεν βρισκόμαστε και ερωτικά, θα μπορούσε κάλλιστα να συμβαίνει κι αυτό.

Από τα ελευθέρια όνειρα των Εξαρχείων και το Μάη του 68, από τις περιπλανήσεις σε διάφορες χώρες και σε κοινόβια τι μένει τελικά σαν απόσταγμα; Παραμένεις ένας…

Μέσα απ’ αυτές τις εμπειρίες έχω μάθει πολλά και χρήσιμα πράγματα τα οποία προσπαθώ να μεταδώσω μέσα από τα κείμενά μου. Κατά κάποιο τρόπο έγινα στοχαστικότερος, με φλέγει μεν το πάθος αλλά έμαθα από τη συνύπαρξη και τη συνεργασία να το συγκρατώ, να καρτερώ και να επιμένω.

Ναι, ο Μάης του 68 και πολλά άλλα βέβαια τέτοια ξεσπάσματα και εξεγέρσεις, που έχω κι εγώ συμμετάσχει στη ζωή μου, υπήρξαν κορυφαίες στιγμές και ήταν το έναυσμα για να χειραφετηθούν οι κοινωνίες, να ξανοιχτούν και να πλησιαστούν οι άνθρωποι, να διευρυνθούν οι συνειδήσεις χωρίς προαπαιτούμενα, αλλά ως εκεί. Μετά από τις κορυφαίες αυτές στιγμές χρειάζεται δουλειά, δουλειά και επαφή καθημερινή. Όπως έγινε με τη  Χριστιανία στην Κοπεγχάγη, όπου μια ολόκληρη συνοικία της πόλης υπάρχει με αυτό τον απελευθερωτικό τρόπο, όπως έγινε σε εκατοντάδες κοινόβια και οικοκοινότητες που συνεχίζουν να υπάρχουν εδώ και πολλές δεκαετίες σε ολόκληρη την κεντρική και Δυτική Ευρώπη, όπως έγινε στη Μεταπολίτευση στα Εξάρχεια που πλημμύρισαν από ελευθεριακές ιδέες, και όπως  συνεχίζει να γίνεται καθημερινά και σήμερα στο Nosotros, στο Αυτόνομο Στέκι και σε πολλές άλλες κολεκτίβες και κοινωνικούς χώρους, στα συνεργατικά και αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, στις οικοκοινότητες  που είναι διασπαρμένες σε ολόκληρη τη χώρα. Και όλες αυτές οι συλλογικότητες είναι σπουδαία ανθρώπινα επιτεύγματα που έρχονται από το μέλλον. Ένας ολόκληρος κόσμος που πάλλεται, δονείται και ζει έξω από εμπορευματοποιημένες λογικές και προσπαθεί να ανιχνεύσει τον αυριανό πολιτισμό μας.

Υπάρχει κάποιος ξεχωριστός δρόμος για την ελευθερία; Έχει να κάνει με το δρόμο της ωριμότητας;    

Κατ’ αρχήν στο πλανήτη γη δεν είμαστε επικυρίαρχοι, είμαστε αδύναμα όντα, πλάσματα ανάμεσα σε άλλα πλάσματα κι εδώ μας έσπειρε η τυχαιότητα. Κι από όλους εμάς που σκούζουμε πάνω στο χαρτί, αυτό που απομένει είναι κάποιες ιδέες ή κάποιες φράσεις που τις στριφογυρίζει ο αέρας στις γωνιές των αμέτρητων σκαλιών, και μπλέκονται με την αστερόσκονη και το παραμιλητό των μεθυσμένων που σκοντάφτουν πάνω τους γιατί είναι οι μόνοι που τις βλέπουν και τις ακούν κι όταν σκύβουν και τις πιάνουν με τρεμάμενα ακροδάχτυλα, τις κοιτάζουν στο λίγο φως του δρόμου και ανακαλύπτουν τους ιριδισμούς και τη μαγεία που σπρώχνει τα πλάσματα της νύχτας και όλους τους τροβαδούρους να τραγουδούν το ταξίδι της ζωής.

Αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει τελικά; Μήπως έπρεπε ν’ αρχίζουμε την αλλαγή από τον εαυτό μας;

Αυτό είναι βέβαιο, εκεί βρίσκεται το κλειδί για να ξεδιπλώσουμε μια διαφορετική πορεία. Εάν πάψουμε να σκεφτόμαστε με το σημερινό εγωιστικό τρόπο  και σκεφτούμε σαν δέντρα που έχουν απλωμένο το ριζικό τους σύστημα κάτω από τη γη και το κάθε φυτό και δέντρο επηρεάζει θετικά και βοηθάει το άλλο ή ακόμα σαν βράχοι που τους χτυπάει το κύμα, σαν πλάσματα ακίνητα, χωρίς πόδια, και αν προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση του άλλου, αν σκεφτούμε πώς μας βλέπει ο άλλος, θα βοηθηθούμε ώστε να ανεχτούμε τους άλλους και να συνυπάρξουμε μαζί με τα υπόλοιπα έμβια.

Γιατί οι άνθρωποι έχουν βαθύτατη ανάγκη ο ένας τον άλλο, έχουν ανάγκη την ουσιαστική συνύπαρξη, και μόνο μαζί θα αλλάξουμε τον κόσμο.

Οι μεγάλες αλλαγές δε θα έρθουν μέσα από τις μεγάλες συγκρούσεις ούτε από κάποιες «πρωτοπορίες»  που αποφασίζουν να αλλάξουν με οποιοδήποτε βίαιο τρόπο το ρου της ιστορίας, αλλά όταν αφομοιωθεί και γίνει συνείδηση σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες η ανάγκη της συνύπαρξης μέσα από κοινή ζωή και κοινές καθημερινές πράξεις. Αυτά όλα βεβαίως αφορούν τις κοινωνίες που υπάρχει κοινωνική ειρήνη και όχι τις εμπόλεμες όπου το αίμα ρέει ποτάμι.

Αλλά αυτά δε γίνονται μέσα σε μια μέρα και, πρώτα απ’ όλα, ο άνθρωπος χρειάζεται χρόνο γι’ αυτόν,  χρόνο για να μπορέσει να σκεφτεί, που δεν τον έχει. Στην πραγματικότητα, οι κοινωνίες χρειάζονται καλλιέργεια κοινωνικής συνείδησης, να κατανοήσουμε ότι είμαστε μεγάλες οικογένειες, η γειτονιά είναι ο πυρήνας και όχι η δική μας οικογένεια και βεβαίως πάνω απ’ όλα δεν είμαστε μοναχικά όντα γιατί τότε υπάρχει πρόβλημα. Και μια και το φέρνει η κουβέντα, θέλω να πω κι ένα τελευταίο, ότι, για παράδειγμα, ο κόσμος μας θα ήταν πολύ καλύτερος αν οι άνδρες ανακαλύπτανε -ποτέ δεν είναι αργά- την κλειτορίδα (το γυναικείο αντίστοιχο του πέους), τότε τα πράγματα στις σχέσεις θα πήγαιναν πολύ καλύτερα. Θα κάναμε σαν κοινωνικά όντα ένα μεγάλο βήμα για να κατανοήσουμε τον «Άλλοʺ. Και είναι βέβαιο ότι θα ξημέρωναν καλύτερες μέρες για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Μάρτης 2013

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s