Υποχθόνιοι Συγγραφείς & Αντεργκράουντ Τύπος (1950-1967)

Posted: Αύγουστος 3, 2012 in Για το Αντεργκράουντ

του Τέου Ρόμβου  

Είναι νύχτα και κουφόβραση, κραυγές γυναίκας που ηδονίζεται ταξιδεύουν απ’ το ανοιχτό παράθυρο, φιγούρες ανθρώπων αγκαλιασμένες στο ημίφως, έξω από το δωμάτιο η μεγαλούπολη γίνεται παρανάλωμα φθοριούχων φώτων και πολύχρωμων διαφημίσεων, καιόμενο πέλαγος, μετουσιωμένος τους αναζητώ και προσπαθώ να τους φανταστώ, ένα αόρατο χέρι πιλατεύει κι ανακατώνει τις σκέψεις, τις μνήμες μου. Στο ραδιόφωνο μια πλαδαρή αντρική φωνή μιλάει για τις υψηλότερες θερμοκρασίες των τελευταίων χρόνων στην Αθήνα.  

Αναζητώ εκείνα τα χρόνια που τους πρωτογνώρισα και τους καλούσα να περάσουνε τις νύχτες μαζί μου, εγώ μόνος, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, ερεθισμένος από τις διηγήσεις τους ρούφαγα τις ιστορίες τους πέρα στις μακρινές υπερατλαντικές πολιτείες, συγγραφείς  φλογισμένοι που σκάβανε με νύχια και με δόντια αναζητώντας το ανέφικτο κάτω από τους κυβόλιθους και την άσφαλτο των δρόμων, το αόρατο, τη λύτρωση. Ανάγκη βαθιά να φτάσουνε μέχρι τα Άδυτα των Αδύτων, ν’ ακούσουν τη βοή και τον παφλασμό, να διακρίνουν στο σκοτάδι τα άσπρα κύματα που τσακίζονται στους τοίχους κι αφρίζουν στους έρημους δρόμους των μεγαλουπόλεων. Με τσουρούφλιζε το πάθος των βιβλίων τους, που κυκλοφορούσαν σε λίγες εκατοντάδες αντίτυπα και παρέμεναν αμετάφραστα γιατί δεν ήταν «καθώς πρέπει» μολονότι το ταλέντο τους ήταν περίσσιο… 

Βγαίνοντας από το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι ακρωτηριασμένες από τους πολέμους κοινωνίες εκφράζουν ανοιχτά πλέον την πεποίθησή τους για την απαξία των κυβερνώντων. Ο αυταρχισμός που χαρακτήριζε τις μέχρι τότε δημοκρατίες και εκφραζόταν συνήθως με την άσκηση μιας προσωποπαγούς και συγκεντρωτικής εξουσίας, το μοντέλο του πολιτικού ηγέτη με την αφ’ υψηλού αντιμετώπιση και την πατερναλιστική συμπεριφορά απέναντι στο λαό έχει τραυματιστεί ανεπανόρθωτα και είναι πλέον παρωχημένο.  

Στα πρώτα χρόνια του ’50 στην Ευρώπη αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ταυτόχρονα με τους διωγμούς του Μακαρθισμού, εμφανίζονται κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας που διεκδικούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παντού δημιουργούνται κινήματα ειρήνης, στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία. Στα πανεπιστήμια οι φοιτητές αντιδρούν κατά του αυταρχισμού και της αδικίας με οποιοδήποτε τρόπο και μέσον και όχι με τους όρους που αναγνωρίζει η εξουσία. Και όταν η τυπογραφία άρχισε να γίνεται πιο ευέλικτη και πιο παραγωγική, επομένως και πιο φτηνή, πολλά κράτη αναγκασμένα από την πίεση που ασκήθηκε από το κοινό επέτρεψαν ουσιαστικά την ελεύθερη κυκλοφορία των βιβλίων. Κι έτσι ξεφύτρωσαν οι πρώτοι μικροί εκδοτικοί οίκοι που τυπώνουν και διαθέτουν αυτόνομα τα βιβλία τους στα πανεπιστήμια, στους δρόμους, στις αγορές, στα μπαρ.  

Το 1950 ο Τζακ Κέρουακ έχει ήδη γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα The Town and the City, όμως ο συμβατικός τρόπος μυθιστορηματικής αφήγησης δεν τον ικανοποιούσε κι έτσι, μετά από καθημερινούς πειραματισμούς, ανέπτυξε μια νέα, αυθόρμητη, συνεχή, δίχως διορθωτικές επεμβάσεις γραφή, η οποία σόκαρε τους άλλους συγγραφείς που παρέμεναν προσδεμένοι στην αρχή της ραφιναρισμένης επεξεργασίας του κειμένου. Το βιβλίο του On the Road τελείωσε το 1951 αλλά εκδόθηκε μόλις το 1957. Στο μυθιστόρημα αυτό ο Κέρουακ δεν αφηγείται μια συγκεκριμένη ιστορία, αλλά περιγράφει τα χωρίς τέλος ταξίδια μιας παρέας άφραγκων νέων, οι οποίοι διασχίζουν τη χώρα προς κάθε κατεύθυνση, ερωτευμένοι με τη ζωή, την ομορφιά, τη τζαζ, το σεξ, τα ναρκωτικά, την ταχύτητα και το μυστικισμό, με απόλυτη περιφρόνηση προς το συμβατικό τρόπο ζωής, τα χρονοδιαγράμματα, τους οδικούς χάρτες, την τακτοποίηση, την καριέρα και όλες τις παραδοσιακές αμερικάνικες ανταμοιβές της σκληρής καθημερινής δουλειάς. Ουσιαστικά ήταν ένας ύμνος προς το κίνημα των Μπίτνικς, που ζούσαν μέσα στη φτώχεια αλλά ελεύθεροι και έξω από κοινωνικές συμβάσεις (το χειρόγραφο του Τζακ έβριθε από σκηνές ελευθερογαμίας που αφαιρέθηκαν κατ’ απαίτηση του εκδοτικού οίκου). 

Και στην Αθήνα των χρόνων εκείνων, μέσα της δεκαετίας του ’50, στα ερείπια εκείνης της προ-πόλης κυκλοφορούσαν άνθρωποι χωρισμένοι σε φυλές, σε νικητές και ηττημένους, σε ρουφιάνους και πολίτες σιωπηλούς κι απροσδιόριστους, σε διώκτες και διωκόμενους. Δεξιοί, Αριστεροί και κάποιοι αόρατοι Συνοδοιπόροι…

Υπάρχουν κάποια ελάχιστα λογοτεχνικά περιοδικά που γύρω τους στοιχίζονται ποιητές και πεζογράφοι, όλη η συμβιβασμένη ιντελιγκέντσια της εποχής. Οι καλύτερες πέννες της αριστεράς έχουν προσληφθεί στη δεξιά εφημερίδα Καθημερινή από την Ελένη Βλάχου, στη λογική της κοινωνικής φιλανθρωπίας προς τους ηττημένους, και όφειλαν με τα γραπτά τους να εκθειάζουν τον Καραμαλή, όπως τον λέει ο Πετρόπουλος. Και οι αριστεροί γράφοντες να προσπαθούν μέσα από τα άρθρα τους να περάσουν στίγματα της ιδεολογίας τους απόκρυφα, σημειολογικά, υπογείως τέλος πάντων, κάτι από τις ιδέες για τις οποίες είχαν διωχθεί και εξοριστεί. Και εκεί συνέβαινε το ασύλληπτο, οι μεν δεξιοί να διαβάζουν στα άρθρα της Καθημερινής αυτά που επιθυμούσαν, οι δε αριστεροί να  διαβάζουν πίσω απ’ τις γραμμές αυτά που θα ήθελαν να διαβάσουν. Η αριστερά εκφράζεται μέσα από την Επιθεώρηση Τέχνης, μηνιαίο περιοδικό γραμμάτων και τεχνών, που εκδιδόταν στην Αθήνα από το 1954 μέχρι το 1967. Στη συντακτική επιτροπή και ο Γιώργος Πετρής, βασικό στέλεχος του εντύπου, αδήλωτος ομοφυλόφιλος, που δεν τόλμησε ποτέ να δημοσιεύσει ποιήματα του Καβάφη, αφού οι σύντροφοί του τον θεωρούσαν «ποιητή της παρακμής» λόγω της ομοφυλοφιλίας του. Το συντηρητικό περιοδικό του Σεφέρη Εποχές,  που κυκλοφόρησε από το 1963 μέχρι τον Απρίλιο του 1967, και το άκρως συντηρητικό περιοδικό Νέα Εστία, μονίμως προσηλωμένο  στο απώτατο, παρελθόν συμπληρώνουν το μικρό κατάλογο των λογοτεχνικών εντύπων.  

O 25χρονος Νιλ Κάσαντι (Neal Leon Cassady) που υπήρξε μια πολύ σημαντική φυσιογνωμία της Γενιάς των Μπιτ και γενικότερα του ψυχεδελικού κινήματος της δεκαετίας του ’60, τον  Αύγουστο του 1952 και ενώ βρισκόταν στο Rocky Mount, γράφει ένα σκωπτικό βιογραφικό του Ουίλιαμ Μπάροους και το στέλνει στον κολλητό του Τζακ Κέρουακ:

«Ο Ουίλιαμ Χάμπαρντ (ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ο Νιλ Κάσαντι για τον Ουίλιαμ Μπάροους) γεννήθηκε στο Σαιν Λούις το 1917, και ως κληρονόμος της εταιρίας ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΕΣ-ΜΠΑΡΟΟΥΣ δεν χρειάστηκε για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του να βάλει στο κεφάλι του σκοτούρες για τα φράγκα. Ήρθε σε τούτο τον κόσμο με τα πρώτα σημάδια μιας ξέγνοιαστης βαριεστιμάρας ζωγραφισμένα στη λεπτή μακρυμούρικη φάτσα του. Ο νεαρός πατρίκιος με τα λεπτά χείλη και την αχόρταγη περιέργεια κρυμμένη καλά πίσω από το ατσαλάκωτο παρουσιαστικό του πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια τυλιγμένος σε μια αύρα γλυκύτητας.

»Ο δηκτικός γεροπούστης εμφανίζεται πολύ αργότερα στα σαράντα του, όταν οι άλλοι πλέον είχαν μπουχτήσει από τα γλυκερά χαμόγελά του και τα αλλεπάλληλα ντροπαλά πλησιάσματά του, γιατί στο βάθος είναι όντως ευαίσθητος εκ πεποιθήσεως.

»Κι όμως αυτός ο καχύποπτος μεσήλικας νάνος υπήρξε γιγάντιος στα πιστεύω του εκείνες τις παλιές καλές ημέρες.

»Ο πατέρας του είχε ένα σπίτι, έτσι όπως αρμόζει στην αμερικάνικη καλή κοινωνία, στα προάστια του Σαιν Λούις, όπου δεν συνέβαινε ποτέ τίποτα. Οδός Κλέιτον, έτος 1918, ο Μπίλι (Ουίλιαμ) είχε μεγαλώσει αρκετά πια για να νιώθει το βάρος της πλήξης του άχαρου χρόνου που θα κουβαλούσε μέσα του και που θα του ανήκε για πάντα. Σαν παιδί φυσικά δεν γνώρισε άλλο τίποτα έξω από γκαράζ χτισμένα σε ρυθμό Τυδώρ, φαρδιές αλέες και μεγάλες εκτάσεις γκαζόν όπου έπαιζε εκείνες τις γκρίζες μέρες της ζωής του. Κάποτε είχε πει: «Υπήρξε ένας καιρός που όλη η καλή αμερικάνικη κοινωνία ζούσε στο κέντρο της πόλης, ο άντρας έβγαινε από την πόρτα του σπιτιού του και στην πρώτη γωνία ξεκινούσε τις διάφορες επαγγελματικές υποθέσεις του και τις περιπέτειες. Όταν η επονομαζόμενη ελίτ άρχισε να αποτραβιέται στην εξοχή, σήμανε και η αρχή του τέλους για την πόλη και πρακτικά για ολόκληρο τον πολιτισμό. Ο χοντρομπουρζουάς επιχειρηματίας με το καθημερινό μαρτίνι πριν το φαγητό, πηγαίνοντας να ζήσει στα προάστια δεν έχασε μόνο τη σχέση του με την ευχαρίστηση και τον κόσμο αλλά, όπως δείχνει και η στατιστική, στα πενήντα πέντε του, με την ακρίβεια καλοκουρδισμένου ρολογιού, σταματάει να χτυπάει η καρδιά του από την πίεση και την ένταση. Φυσικά.» Κι εδώ ζάρωσε τη μύτη του με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο: «Ουμπφφφ!»

»Ο νεαρός Μπίλι μεγάλωσε με όλες του τις ανέσεις, πήγε στα καλύτερα σχολεία, μεταξύ άλλων τα καλοκαίρια πήγαινε σε μια σχολή ιππασίας στο Αλμογκόρντο του Νέου Μεξικού και, κατά προφητικό τρόπο, ο αμερικανός πρίγκιπας καβάλα στο άλογό του κοιτούσε με τα ψυχρά μπλε μάτια του πίσω από τον ατσάλινο σκελετό των γυαλιών του την έρημο όπου έμελλε να γίνει η πρώτη ατομική έκρηξη. Στα δεκαέξι του είχε σηκώσει τη μύτη ψηλά σαν κυβερνήτης σε αποικία, έγινε δύστροπος σαν καμιά γριά θείτσα και πούστης όσο μεγάλη είναι η μέρα».

Εδώ τελειώνει το βιογραφικό που ξεκίνησε να γράφει ο Νιλ για τον Μπάροους, ο οποίος εξέδωσε το 1953 το πρώτο του μυθιστόρημα,  το Τζάνκι, με το ψευδώνυμο William Lee.

Tο 1968, στα 42 του χρόνια, o Νιλ Κάσαντι βρέθηκε νεκρός σε κάποιες σιδηροδρομικές γραμμές στο Μεξικό κι έγινε οριστικά με το θάνατό του αυτό που ήταν ήδη και στη ζωή του: ο προσωποποιημένος μύθος της γενιάς των μπιτ. Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ τον θαύμαζε, ο Τζακ Κέρουακ τον αγαπούσε. Για τους συγγραφείς των μπίτνικς ενσάρκωνε εκείνη την πραγματικότητα του ανθρώπου που δε δίνει δεκάρα ούτε για την ίδια του την ύπαρξη. Το ένστικτό του για τη ζωή βρήκε διέξοδο στο «being on the road», στην έκσταση και στην αναζήτηση χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Ο Νιλ Κάσαντι έζησε τη χωρίς σύνορα ελευθερία και τον αυθορμητισμό που οι πολλοί μόνο να ονειρεύονται μπορούν και που οι Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, Μπάροους προσπάθησαν να παρουσιάσουν μέσα από τα βιβλία τους. 

Σε ολόκληρη την μισοβουλιαγμένη στο συντηρητισμό προ-πόλη Αθήνα υπάρχει μόνο μια φωλιά ελεύθερης ανάσας, η ιπτάμενη Παράγκα του Σίμου στου Ψυρρή, εκεί συναντιώνται η Αριστερή όχθη του Παρισιού και το Βίλατζ της Νέας Υόρκης. Μαζεύονται νέοι άνθρωποι, κυκλοφορούν ιδέες, γεννιούνται σκέψεις, διαμορφώνονται μυαλά και συνειδήσεις στη μοναδική αυτή ελεύθερη Γη. Ο Πάνος Κουτρουμπούσης, 17χρονος νεαρός τότε, αφηγείται πολύ αργότερα γι’  αυτό το χώρο Ελευθερίας: «Η Παράγκα ήταν βασικά ένα ξύλινο διώροφο, στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο πέτρινα κτίρια-βιοτεχνίες στην οδό Σαρρή, όπου μαζεύονταν αγόρια και κορίτσια απ’ τις γύρω γειτονιές, οι περισσότεροι λαϊκοί άνθρωποι, απάγγελλαν ποιήματα που είχαν γράψει, χόρευαν και συζητούσαν περί Υπαρξισμού. Από μια στενή σκάλα ανέβαινες σε ένα σουρεαλιστικό σκηνικό με ραπτομηχανές, καθίσματα αυτοκινήτων, μοτέρ και μουσαμάδες, ξύλινους τοίχους γεμάτους αποκόμματα εφημερίδων, σκιτσάκια του καθενός και φωτογραφίες, ένα φύρδην-μίγδην. Ο Σίμος φοβόταν τις γάτες… Κάποια φορά ένα γατάκι ανέβηκε στην Παράγκα και φώναζε «βγάλτε το έξω!» Απορήσαμε και τον ρώτησα «Σίμο, γιατί;». «Ρε αγαθέ», μου είπε, «το ξέρεις ότι οι γάτες είναι απόγονοι των τίγρεων;».

Θυμάμαι κάποια φορά που ένας θαμώνας ήρθε με έναν δημοσιογράφο, τον συστήνει στον Σίμο κι αυτός του λέει «τα αισθήματα του φίλου μας τα ξέρουμε και από το μέλλον». Έλεγε συνέχεια τέτοια ο Σίμος. Ήταν ο ομορφότερος, αλλά και ανοιχτός σε νέες ιδέες. Επίσης, ήταν για λίγο ηθοποιός του σινεμά. Είχε παίξει τον Μαρίνο Κοντάρα, έναν Κρητικό επαναστάτη, τον σωματέμπορα…

Η Παράγκα έκλεισε το τέλος της δεκαετίας του ’50 που έφυγε ο Σίμος για την Ευρώπη (την έκλεισε η αστυνομία, έγιναν παράπονα από γονείς για κοπέλες που πέρναγαν την ώρα τους εκεί, κορίτσια 16 με18, το πολύ 20), αλλά ο χώρος συνέχισε να υπάρχει ως άσυλο για τους backpackers που έρχονταν στην Αθήνα». 

Στο προσκήνιο εμφανίζονται η τζαζ και το ροκ εντ ρολ και αγκαλιάζονται από τους νέους ανθρώπους. Η νεολαία ακούει τη δική της μουσική και εκφράζεται μέσα απ’ αυτήν, εφευρίσκει το δικό της ντύσιμο, το μπλουτζίν γίνεται σύμβολο των εξεγερμένων νέων που αρθρώνουν ένα πολιτισμό διαφορετικό από την προηγούμενη «Χαμένη Γενιά».

Στο υπαρξιστικό Παρίσι κυριαρχεί η Νουβέλ Βαγκ στον κινηματογράφο και το τραγούδι. Ο Μπορίς Βιάν τραγουδάει στις μπουάτ της αριστερής όχθης αντιπολεμικούς στίχους και τραγούδια για τον αναρχικό Μπονό και την παρέα του.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι Μπίτνικς με την ανεμελιά τους και τον υπαρξισμό τους μπαίνουν στην πρωτοπορία. Τα ποιήματα κριτικής του Άλεν Γκίνσμπεργκ, η Αμερική και το Ουρλιαχτό με την επιτύμβια φράση: «Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου να χάνονται στην τρέλα-πεινασμένα, υστερικά, ξεγυμνωμένα», η πρόταση ζωής του Τζακ Κέρουακ και τα κείμενά του γίνονται σύμβολα για τους νέους που αναζητούσαν ένα διαφορετικό προβληματισμό. Το ροκ εντ ρολ τους ξεσηκώνει και τους βγάζει στους δρόμους. Οι Μοντς και οι Ρόκερς στην Αγγλία, οι Μπλουζόν Νουάρ στη Γαλλία, οι τεντιμπόηδες στην Ελλάδα, οι Πρόβος στην Ολλανδία.

Το κίνημα των Μπίτνικς, οι «Εξουθενωμένοι» και «Μακάριοι» των Ηνωμένων Πολιτειών ανακαλύπτουν την Ευρώπη του Ρεμπό, του Μποντλέρ, του Σελίν και η Ευρώπη με τη σειρά της τον Έντγκαρ Άλαν Πόου και τη Λολίτα του κοσμοπολίτη Ναμπόκοφ.  

Ένας από τους πιο σημαντικούς κινηματογραφιστές του νεοϋορκέζικου αντεργκράουντ κινηματογράφου που μόλις γεννιέται, ο ελληνικής καταγωγής Γκρέγκορι Μαρκόπουλος (1928-1992) ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στα μισά της δεκαετίας του ’50 έχοντας στο μυαλό του να κάνει ταινία το βιβλίο του Ηλία Βενέζη Γαλήνη που τον είχε συγκινήσει. Γύρισε σε διάφορα μέρη για να κάνει ντεκουπάζ. Επέστρεψε και πάλι στην Ελλάδα μετά από δυο χρόνια για τα γυρίσματα της ταινίας που έγιναν στη Μυτιλήνη και στην Ανάβυσσο. Στη διάρκεια όμως των γυρισμάτων –όπως έχω ακούσει από τεχνικούς που δούλεψαν στην ταινία- αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα. Το φιλμ ολοκληρώθηκε αλλά με δυσκολίες που προέκυπταν συχνά στα γυρίσματα εξαιτίας της ασυνεννοησίας του κινηματογραφιστή με τους τεχνικούς αλλά και διαμάχες του Μαρκόπουλου με τους παραγωγούς που δεν του έστελναν τα οφειλόμενα χρήματα. Η ταινία τελείωσε μετά από περιπέτειες στις αρχές του 1960 και έκανε πρεμιέρα –με μια 70λεπτη βερσιόν- στο Spoleto το 1961, ενώ μια 90λεπτη μορφή της έκανε τρεις μόνο προβολές στις Ηνωμένες Πολιτείες και έπειτα η ταινία εξαφανίστηκε.

Το 1980 ο Γκρέγκορι Μαρκόπουλος έγινε Αρκάδας (et in Arcadia ego), όταν μαζί με το φίλο και σύντροφο της ζωής του Ρόμπερτ Μπίβερς εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο και ίδρυσαν το Τέμενος -στην ειδυλλιακή περιοχή Λυσσαρέα όπου έκαναν υπαίθριες προβολές των ταινιών του που τις συνέχισαν ως το 1986. Η ιδέα του Μαρκόπουλου για το Τέμενος γεννήθηκε από την ανάγκη του να δημιουργήσει ένα μόνιμο απομονωμένο χώρο προβολής, όπου θα κυριαρχεί το συναίσθημα της πληρότητας από την αρμονική συνύπαρξη τοπίου και κινηματογραφικού έργου. Ο ίδιος όρισε ως Τέμενος (σύμφωνα με τον αρχαίο ελληνικό όρο που αναφέρεται στην παράδοση του Aσκληπιού και σημαίνει «αποκεχωρισμένο τεμάχιο γης» ή «τμήμα γης, κυρίως άλσος, με ναό ή βωμό, αφιερωμένο σε θεότητα ή ήρωα») μια αμφιθεατρική θέση που είχε επιλέξει στη Φούσια έξω απ’ τη Λυσσαρέα. 

Προς το τέλος της δεκαετίας του ’50 ο Ουίλιαμ Μπάροους ζώντας στο Beat Hotel στο Παρίσι πειραματίζεται με το φίλο του ζωγράφο Μπράιον Γκίζιν σε μια νέα τεχνική γραψίματος, το cut-up. Με τα cut-up, πειράματα συρραφής κειμένων κομμένων στη μέση, και με τυχαία διπλώματα σελίδων, τα fold-in, απέδειξαν ότι τα τυχαία παραγόμενα κείμενα διαβάζονται κάθε φορά διαφορετικά και πάντα βγαίνει κάποιο νόημα. Από κει και πέρα ο Μπάροους εφαρμόζει στα έργα του την τεχνική του cut-up, που είναι ουσιαστικά μια περίπλοκη τεχνική μοντάζ, στόχος της οποίας είναι η διακοπή της εξουσίας της αριστερής πλευράς του εγκεφάλου που κατευθύνει τη γραμμική σκέψη και η διέγερση ανάλογων προτύπων δραστηριοτήτων στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου. Προσπάθησε με τον τρόπο αυτό  να χωρίσει τις παραδοσιακές φόρμες και με αυτή του την πράξη να δώσει ένα νέο ορισμό στην τέχνη του γραψίματος και να εξετάσει εκ νέου τα θεμέλια της επικοινωνίας. «Αυτό που βλέπουμε καθορίζεται απόλυτα από αυτό που ακούμε, η άποψη αυτή αποδεικνύεται με τον εξής απλό τρόπο: κλείστε τον ήχο στην τηλεόρασή σας και αντικαταστήστε τον με μια τυχαία μαγνητοφώνηση  που έχετε κάνει στο κασετόφωνό σας με ήχους από το δρόμο, μουσική, διαλόγους ή μαγνητοφωνήσεις από τηλεοπτικές σειρές και θα διαπιστώσετε ότι όλα αυτά δένουν» υποστήριζε ο Μπάροους.  

Εγώ μεγάλωνα στη σκιά ενός δέντρου. Στη σκιά του μεγάλου μου αδελφού, του Δημήτρη. Που σαν μεγαλύτερος είχε ήδη προλάβει να τα κάνει όλα πολύ πριν από μένα. Που τον θαύμαζα γιατί με ένα χέρι έκανε πράγματα που δεν μπορούσε να τα κάνει άλλος ακόμη και με τα δύο χέρια. Που σχεδίαζε με κάρβουνο και μολύβια, που δούλευε με λαδομπογιές και ζωγράφιζε θεϊκά. Που με προστάτευε όταν χρειαζόταν (και δεν ήταν λίγες οι φορές) και  που οι δάσκαλοι στο σχολείο που ακολουθούσα μετά από κείνον είχαν να λένε για τα ταλέντα του. Η Άννα ήταν η ομορφότερη κοπέλα της γειτονιάς μας, μεγάλο ταλέντο κι εκείνη στη ζωγραφική με μαλλιά ξανθά, κοντοκουρεμένα αλά γκαρσόν, ένα πανέμορφο αγοροκόριτσο. Η μητέρα της δούλευε σε καμπαρέ της πλατείας Συντάγματος και ο πατέρας της μουσικός στο ίδιο μαγαζί. Κάποια νύχτα ο αδελφός μου, μετά από φασαρία με τους γονείς μας, εξαφανίστηκε. Πήγε με την Άννα. Έλειψε πάνω από μήνα. Μια μέρα που έλειπαν οι γονείς, ήρθαν στο σπίτι και κλείστηκαν σ’ ένα δωμάτιο οι δυο τους. Εγώ μαζί με 2-3 συμμαθητές μου στήσαμε αυτί για να ακούσουμε τι λέγανε και τι κάνουν. Κι αργότερα που έφυγαν μαζί με την Άννα  για το Λόφο του Φιλοπάππου τους πήραμε από πίσω να δούμε τι θα κάνουν, -κάτι μας έλεγε ότι θα γίνει κάτι συγκλονιστικό και δεν έπρεπε να το χάσουμε. Και πράγματι, τους είδαμε να φιλιούνται και να χαϊδεύονται σ’ ένα βράχο κάτω από την Ακρόπολη και μείς, δεκάχρονοι πιτσιρίκοι, παρακολουθούσαμε με κομμένη την ανάσα.

Τους πιάσανε κάποιο ξημέρωμα να κλέβουνε μπουκάλια γάλα που άφηνε ο γαλατάς στις εξώπορτες. Τους πήγαν στα κρατητήρια της Ασφάλειας του 13ου αστυνομικού τμήματος. Θέλανε να τους πάνε αυτόφωρο για να δικαστούν με το νόμο 4000 περί «Τεντιμποϊσμού» που μόλις είχε ψηφιστεί από την κυβέρνηση του Καραμανλή. Κάποιος ειδοποίησε τον πατέρα μας που έτρεχε και δεν έφτανε. Τελικά τους αφήσανε ελεύθερους και έτσι γλίτωσαν την απίστευτη βαρβαρότητα του κουρέματος με την ψιλή μηχανή, το κόψιμο των γυρισμένων ρεβέρ του μπλουτζίν και τη διαπόμπευση στους δρόμους της Αθήνας, με χειροπέδες και κρεμασμένη στο λαιμό την πινακίδα που έγραφε: «Είμαστε τεντιμπόηδες».  

Ο Κεν Κέσι, που είχε γίνει γνωστός με το βιβλίο του Στη φωλιά του κούκου και είχε εμπειρίες με χημικά παραισθησιογόνα, διέδιδε το LSD σαν διευρυντικό του εγκεφάλου και σαν μέσο απελευθέρωσης από το συντηρητικό τρόπο ζωής. Ο Τίμοθι Λίρι, που δίδασκε στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, έκανε πειράματα μαζί με τους φοιτητές του με όλων των ειδών τα παραισθησιογόνα, βαρβιτουρικά, κοκαΐνη, αμφεταμίνες, διάφορες μορφές κάνναβης, μανιτάρια, ντατούρα, πεγιότλ, ανιχνεύοντας ζώνες του ασυνείδητου που βρίσκονται στο σκοτάδι. Ένα διογκούμενο αντιαυταρχικό κίνημα ακολουθούσε μια πορεία που το διαχώριζε από τις στενότερες επιδιώξεις του αριστερού κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα και στρεφόταν προς μια γενική κριτική της δομής. Η διαφορετικότητα στο χρώμα του δέρματος και στις ερωτικές προτιμήσεις έπαψε να είναι ταμπού σε μια κοινωνία νέων που χαρακτηριζόταν πλέον ανοιχτή και ανεκτική.  

Οι μπιτ λογοτέχνες κήρυσσαν την προσωπική απελευθέρωση, τον εξαγνισμό και τη φώτιση μέσω μιας διευρυνόμενης αισθητηριακής συνειδητότητας που προέρχεται από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, το άκουσμα της τζαζ και το άφημα στο ρυθμό, στο μπιτ, στον αυτοσχεδιασμό της ξέφρενης τζαζ, τον ελεύθερο έρωτα, το βουδιστικό Ζεν.

 Τα χρόνια του ’60, οι νέοι της Δύσης διαβάζουν και γαλουχούνται σε αντιεξουσιαστικές, ελευθεριακές κι αναρχικές ιδέες κι αναζητούν την ελευθερία σε συμπεριφορές που χαρακτηρίζονταν ως τότε αντικοινωνικές. Δημιουργώντας κοινόβια ζουν ομαδικά μέσα και έξω από τις πόλεις. Γεννιούνται κινήματα ενάντια στην εργασία και στη λογική «ζω και εργάζομαι για να καταναλώνω». Σε συζητήσεις, σε κείμενα, σε κόμιξ, παντού ο homo consumus περιγράφεται ως το πλέον ανεγκέφαλο ον του πλανήτη. Ο χιπισμός, το φοιτητικό κίνημα και οι γίπις στρέφονται κατά των υλιστικών στόχων των σύγχρονων βιομηχανικών κοινωνιών, τόσο των κομμουνιστικών όσο και των καπιταλιστικών. Στη Βρετανία η ποπ μουσική και τα συγκροτήματα της ροκ ξεσηκώνουν τη νεολαία. Στο Λονδίνο ο Ντέιβιντ Κούπερ, που είχε προαναγγείλει Το τέλος της Οικογένειας με το ομώνυμο βιβλίο του, οργανώνει με τον Ρόναλντ Λενγκ και τον Άαρον Έστερσον τις επαναστατικές αντιψυχιατρικές κοινότητες, τόπους υποδοχής διαγνωσμένα σχιζοφρενών για να τους συντροφεύουν στο εσωτερικό τους ταξίδι, κοινότητες όπου ψυχίατροι και ψυχιατριζόμενοι ζουν μαζί σαν μεγάλη οικογένεια. Νέοι άνθρωποι, σε διάφορα μέρη πάνω στον πλανήτη, δημιουργούν ένα διαφορετικό πολιτισμό με ουτοπικές κοινότητες: στη Δανία, στο Βερολίνο, στο Άμστερνταμ, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στην Καλιφόρνια, παίρνουν μέρος στο κίνημα καταλήψεων παλιών ακατοίκητων κτιρίων, οργανώνουν κοινόβια, αντιαυταρχικά σχολεία, ιδρύουν εκδοτικούς φορείς, εφημερίδες, περιοδικά.

 Ό,τι δε λεγότανε ή δε δημοσιευότανε στα ΜΜΕ τώρα μπορεί να εκφραστεί δημόσια, ανεμπόδιστα, γιατί τώρα εκπληρώνεται η ανάγκη για μια εναλλακτική έκφραση. Υπάρχει πια ένας απίστευτος πλουραλισμός αντεργκράουντ εντύπων. Και μέσα από τους καινούριους δαιδάλους ανάγνωσης και προβληματισμού προκύπτει μια νέα αντίληψη για την επανάσταση και για τους δρόμους που πορεύονται στην εναλλακτική κουλτούρα, όπου συχνά εμπλέκονται στοιχεία μυστικισμού, νεοβουδισμού, τολστοϊκού χριστιανισμού και η ιδέα της παθητικής αντίστασης του Γκάντι. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ασπάστηκαν τις ιδέες του Τολστόι και του Γκάντι, πίστεψαν ότι πρέπει να προηγηθεί μια εσωτερική ηθική αλλαγή και επεδίωξαν την επανάσταση δια μέσου της εξέλιξης της προσωπικότητας και της αλλαγής της συμπεριφοράς. Έτσι άρχισαν τα «ταξίδια μάθησης» Αμερικανών στην Ευρώπη και Ευρωαμερικανών στις Ινδίες. 

Όταν το 1963 κλείνει το παρισινό Beat Hotel, ένα βρώμικο και φτηνιάρικο ξενοδοχείο στην Αριστερή όχθη, οι μπιτ ένοικοί του αποχωρούν μαζικά από το Παρίσι και κατευθύνονται στην Αθήνα και στην Ύδρα. Φεύγουν για την Ελλάδα ο Χάρολντ Νορς, ο Σίνκλερ Μπέιλις, ο Γκρέγκορι Κόρσο, μαζί τους φεύγει και ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, που κάνει πρώτο σταθμό στην Αθήνα για να συναντήσει παλιούς φίλους, το Σπύρο Μεϊμάρη, την Άμυ Μιμς, σύντροφο του Μίνου Αργυράκη, τον Νταν Ρίχτερ κ.α.  

Έγραφε τότε ο Γκίνσμπεργκ:

«Θα ήθελα όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο να πλάγιαζα με τον Ρεμπό!   

Θα ήθελα επίσης να μιλήσω με τον Σεζάν,

να συναντήσω σε ένα καφέ τον Γκόγκολ και να κουβεντιάσουμε για τη στιγμή που πέρασε στο θρησκευτικό φανατισμό -όταν ο Θεός του εμήνυσε να κάψει όσα χειρόγραφα του είχαν απομείνει.

Με τον Μποντλέρ θα ήθελα να αποκτήσω κάποια οικειότητα λίγο πριν καταντήσει αλκοολικός.

Με τον Καβάφη να καθίσουμε σε ένα καφέ και να μιλήσουμε με τις ώρες για τα νεανικά κορμιά…»

 

Τον ίδιο καιρό, στα χνάρια του Ρεμπό και του Γκωγκέν, ταξιδεύουν πολλοί  νεαροί Αμερικάνοι προς την Ευρώπη, Λονδίνο, Άμστερνταμ, στο Παρίσι, στην Ιταλία, στην Ταγγέρη, στην Αθήνα και στα νησιά του Αιγαίου, στην Κρήτη, στην Ύδρα. Στην Αθήνα υπάρχει, ζει, κινείται κι αναπνέει μια παράλληλη κοινωνία από μπίτνικς, χίπις, μια κοινωνία νέων Αμερικάνων που βλέπουν τον πόλεμο του Βιετνάμ να τους πλησιάζει και δε θέλουν να πάνε στο στρατό.

Συνήθως ζουν στις παρυφές της Ακρόπολης, στα Αναφιώτικα και στην Πλάκα, για να νιώθουν τους αρχαίους κραδασμούς ή στον περιφερειακό του Λυκαβηττού για να βλέπουν και να γεύονται την Ακρόπολη.

Συχνάζουν νύχτα και μέρα στο γαλατάδικο της Κυδαθηναίων και στου Παπασπύρου στην πλατεία Συντάγματος, δίπλα στην American Express, το μεγάλο σημείο συναντήσεων με τα εκατοντάδες καρφιτσωμένα μηνύματα από κάποιους που ήρθαν, κάποιους που φεύγουν, άλλους που ψάχνουν μέσο για να πάνε στην Ινδία και άλλους που ψάχνουν φίλους που βρίσκονται καθ’ οδόν.

Magic Bus ονομάζονταν τα ιδιωτικά λεωφορεία που έκαναν το Δρόμο των Χίπις,  τη δεκαετία του ’60 αλλά και του ’70, όταν χιλιάδες χίπις ταξιδεύουν οδικώς από την Ευρώπη για Ινδία και Νεπάλ με το πιο φτηνό μέσο. Οι διαδρομές του Μάτζικ μπας ξεκίναγαν από το Λονδίνο ή το Άμστερνταμ, αλλά και από την Αθήνα. Όλα σχεδόν τα δρομολόγια περνούσαν από Κωνσταντινούπολη, όπου και χωρίζονταν οι διαδρομές. Η συνήθης βόρεια διαδρομή πέρναγε από την Τεχεράνη, τη Χεράτ, την Καμπούλ, την Πεσαβάρ και τη Λαχώρη. Μια εναλλακτική διαδρομή ήταν από Τουρκία μέσω Συρίας, Ιορδανίας, Ιράκ, Ιράν και Πακιστάν.  

Στο μεγαλύτερό τους μέρος οι ταξιδιώτες ήταν Δυτικοευρωπαίοι, Βορειοαμερικανικοί, Αυστραλοί και Ιάπωνες. Πληροφορίες και εμπειρίες ανταλλάσσονταν καθ’ οδόν, στα ξενοδοχεία και στους ξενώνες που διανυκτέρευαν κατά τη διαδρομή, εκείνοι που γύρναγαν από Ινδίες εξηγούσαν σε όσους πήγαιναν. Τόποι συνάντησης ήταν το Pudding Shop στην Κωνσταντινούπολη, στου Sigi’s στην Chicken Street στην  Καμπούλ και το Amir Kabir στην Τεχεράνη. Οι περισσότεροι ταξιδιώτες κουβαλούσαν μόνο ένα σακίδιο, νέοι στην πλειοψηφία, αλλά πάντα υπήρχαν και κάποιοι μεγάλοι σε ηλικία που έπαιρναν το Δρόμο των Χίπις. Η καλύτερη διαδρομή πέρναγε μέσω Ιράν στο Αφγανιστάν, όπου κανείς αγόραζε εξαιρετικής ποιότητας χασίς και σε πολύ χαμηλή τιμή.

Όλοι οι ταξιδιώτες έπρεπε να διασχίσουν τα σύνορα Πακιστάν–Ινδίας στη Ganda Singh Wala για να πάνε στο Δελχί ή στη Μπεναρές, στη Γκόα, στο Κατμαντού και στην Μπανγκόκ που ήταν και οι συνήθεις προορισμοί. Στο Κατμαντού υπάρχει ακόμη και σήμερα η Jochen Tole, ο Δρόμος των Φρικιών, προς τιμήν των εκατοντάδων χιλιάδων χίπις που τον έχουν περάσει…

 Το 1963 ήταν μια πολύ περίεργη χρονιά. Ενώ οι Beatles μεσουρανούσαν σε όλο τον κόσμο, στην Ελλάδα γεννιούνται τα πρώτα ποπ συγκροτήματα. Στην αρχή εμφανίστηκαν οι Φόρμιγξ του Βαγγέλη Παπαθανασίου και ακολούθησαν οι Τζούνιορς με το Θάνο Σουγιούλ που έμελλε να σκοτωθεί δύο χρόνια αργότερα σε τροχαίο.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, σύμβολο για τους ειρηνιστές στην Ελλάδα, σε ένα μυστικό σχέδιο εξόντωσής του από τον πυρήνα της εξουσίας, τραυματίζεται θανάσιμα στη Θεσσαλονίκη από παρακρατικούς με σιδερολοστό στο κεφάλι. Ο σκηνοθέτης Δήμος Θέος γυρίζει το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ 100 ώρες του Μάη, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου συρρέουν στην κηδεία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Εκεί θα ακουστεί για πρώτη φορά το σύνθημα «κάθε νέος και Λαμπράκης». Το σύνθημα έγινε κίνημα και οι Λαμπράκηδες ξεπέρασαν τις 400 χιλιάδες εγγραφές μελών μέσα στο καλοκαίρι.

Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, 1963, στο Ντάλας των ΗΠΑ δολοφονείται ο πρόεδρος της Αμερικής Τζων Κένεντι.  

Την ίδια εποχή εκδίδεται στην Αθήνα το ρηξικέλευθο περιοδικό ΠΑΛΙ, που δηλώνει «εχθρικό προς κάθε είδους συντήρηση»…

Στα έξι τεύχη του περιοδικού ΠΑΛΙ που κυκλοφόρησαν από το Φεβρουάριο του 1964 μέχρι το Δεκέμβρη του 1966 περιέχονται κείμενα των Παλινιστών: Μαντώς Αραβαντινού, Νάνου Βαλαωρίτη, Τάσου Δενέγρη, Νίκου Εγγονόπουλου, Ανδρέα Εμπειρίκου, Νικόλαου Κάλα, Παναγιώτη Κουτρουμπούση, Γιώργου Μακρή, Σπύρου Μεϊμάρη, Εύας Μυλωνά, Σωτήρη Παπαπολίτη, Τάκη Παπατσώνη, Δημήτρη Πουλικάκου, Αλέξανδρου Πωπ, Δημήτρη Ρικάκη, Γιώργου Σεφέρη, Αλέξανδρου Σχινά, Κώστα Ταχτσή, Γιάννη Τσαρούχη, Λεωνίδα Χρηστάκη, και σχέδια των ζωγράφων: Αλέξη Ακριθάκη, Μίνου Αργυράκη, Γιάννη Γαΐτη, Νίκου Εγγονόπουλου, Μιχάλη Μακρουλάκη, Γιάννη Μιγάδη και Αλέκου Φασιανού. Και τον μόνο που άφησαν απ’ έξω και απλώς τον αναφέρανε ήταν ο σπουδαίος ποιητής Μιχάλης Κατσαρός.

 Ο Δημήτρης Πουλικάκος μιλώντας για την έκδοση του περιοδικού ΠΑΛΙ έχει πει: «Στα μέσα του 1962, με τον Παναγιώτη Κουτρουμπούση, αποφασίσαμε να κοιτάξουμε να βγάλουμε ένα περιοδικό. Αργότερα προς το φθινόπωρο το είπαμε και στο Λεωνίδα Χρηστάκη που πρότεινε να μας φέρει σ’ επαφή με τον Νάνο Βαλαωρίτη. Έτσι γνωρίσαμε τον Νάνο που μας είπε ότι κι αυτός χρόνια τώρα ήθελε να βγάλει ένα τέτοιο έντυπο. Σιγά σιγά σχηματίστηκε μια επιτροπή από τους Νάνο Βαλαωρίτη, Γιώργο Μακρή, Τάσο Δενέγρη, Μαντώ Αραβαντινού, Παναγιώτη Κουτρουμπούση κι εμένα, που με τη βοήθεια και του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Κώστα Ταχτσή και του Λεωνίδα Χρηστάκη, βγάλαμε το πρώτο τεύχος, αρχές του ’64.

Σ’ αυτό, τον πρόλογο μάς έγραψε ο Μακρής. Μετά, σκορπίσαμε με διάφορα ταξίδια και τα υπόλοιπα τεύχη τα δούλεψε ο Νάνος περισσότερο, εκτός από το 4 που το ’βγαλε ο Ταχτσής. Το ’67 βέβαια σταματήσαμε όπως όλοι μας». 

Και ο Πάνος Κουτρουμπούσης θυμάται: «Το ΠΑΛΙ βγήκε το χειμώνα του 1963-64. Πριν ένα χρόνο περίπου είχαμε κάνει με τον Δημήτρη Πουλικάκο ένα «συμβάν» με γενικό τίτλο «Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς ή Δοκιμαστικοί Σωλήνες» στο Κέντρο Συμπόσιον που είχε ανοίξει ο Γιώργος Μπουκουβάλας στην Πλάκα, όπου εκδηλωθήκαμε εν λευκώ, και μετά παρόλο που πολλοί είχαν αηδιάσει απ’ αυτή την εκδήλωση και μας γλωσσοτρώγανε, εμάς μας πήραν τα μυαλά αέρα και σκεφτόμασταν πώς να σκαρώσουμε κάνα περιοδικό για να «συνεχίσουμε τον αγώνα». Αλλά ενώ γυρίζαμε με πολλά βιβλία στις τσέπες των αμερικάνικων στρατιωτικών σακακιών μας, δεν καταφέρναμε τίποτα, κυρίως επειδή λείπαν τα λεφτά. Μετά εγώ έφυγα για κάμποσους μήνες αλλά ο Πουλικάκος γνώρισε τον Νάνο τον Βαλαωρίτη, του ανέφερε τους κρυφούς μας πόθους (για περιοδικό δηλαδή) και αυτομάτως αλληλο-ενθουσιασθήκανε ανανεωμένοι γιατί και ο Νάνος τέτοιους πόθους έτρεφε. Ο Δημήτρης με ειδοποίησε στο poste-restante στο Παρίσι κι έτρεξα κι εγώ πίσω στην Αθήνα σαν τρελός μπας και μείνω έξω απ’ τη φτιάξη σαν τις μωρές παρθένες. Εδώ, μαζί μ’ εμάς τους τρεις γίνονται κι άλλοι μέλη του «σκληρού πυρήνα». Ο Γιώργος ο Μακρής – που κι αυτός γύριζε πάντα μ’ ένα βιβλίο στην τσέπη με τα περιθώρια κάθε σελίδας γεμάτα σημειώσεις του -, ο Κώστας Ταχτσής, ο Τάσος Δενέγρης, ο Αντρέας Εμπειρίκος. Τρεις – τέσσερεις βάλαν από λίγα λεφτά και μαζευόμαστε όλοι, λίγο στο ημιυπόγειο του Δημήτρη, λίγο στο σπίτι του Νάνου, και το περιοδικό παίρνει οριστική μορφή. Εμείς συνεχίζαμε απτόητοι να βγάζουμε τα τεύχη σε αραιά διαστήματα. Σε λίγο το κύριο βάρος της δουλειάς έπεσε στον Βαλαωρίτη, με τους περισσότερους από μας πάντα κοντά, μέχρι το τέλος του 1966. Τους πρώτους μήνες του 1967 ο Νάνος κι εγώ – που έτυχε να είμαστε οι μόνοι παρόντες εκείνο το διάστημα –αρχίσαμε να σκεφτόμαστε για ένα καινούργιο τεύχος, το νούμερο 7, που θα είχε σαν κεντρικό θέμα το Αλλόκοτο (δηλαδή παραψυχικά, μεταφυσικά, εξωγήινα, κ.τ.λ.) κι εγώ θα αναλάμβανα το βάρος του όλου τεύχους. Πριν όμως προφτάσουμε να αρχίσουμε πραγματοποίησαν τους κρυφούς τους πόθους οι συνταγματάρχες και καθώς αυτονών οι πόθοι ήταν πολύ διαφορετικοί από τους δικούς μας, το κλείσαμε το μαγαζί και άλλοι φύγανε για άλλες χώρες, άλλοι μπλέξαν σε άλλες ασχολίες. Ένας μας μάλιστα, τόσο αηδίασε απ’ την θλιβερή μορφή που πήρε η ζωή στην Ελλάδα, που πήδηξε από μια ταράτσα»… 

Η Άμυ Μιμς, σύντροφος του Μίνου Αργυράκη, πήγε μια μέρα το φίλο της Άλεν Γκίνσμπεργκ σ’ ένα λαϊκό μαγαζί με τζουκ-μποξ στο Πέραμα κι εκεί ο Γκίνσμπεργκ έγραψε το Seabattle of Salamis Took Place off Perama. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε την άνοιξη του 1965 στο πρώτο τεύχος του Residu που εξέδωσε ο αμερικανός ηθοποιός και ποιητής Ντάνιελ Ρίχτερ, που έμενε στη Νεάπολη. Το αγγλόφωνο περιοδικό Residu περιλάμβανε εικόνες, ποιήματα και κείμενα των μπιτ που πέρασαν ή ζούσαν στην Αθήνα: Χάρολντ Νορς, Άλεν Γκίνσμπεργκ, Τζορτζ Άντριους που ήταν έγκλειστος στις φυλακές της Ταγγέρης, Τσαρλς Χένρι Φορντ, από τους τελευταίους σουρεαλιστές, φίλος του Νορς έφτιαχνε κολάζ ποιήματα, Φίλιπ Λαμάντια, Ρον Ζιμάρντι, Νάνος Βαλαωρίτης και η γυναίκα του Μέρι Ουίλσον που ζωγράφιζε Μαντάλες, Ντάνιελ Ρίχτερ, Έλλη Συναδινού: Remebrance from Syros, Κέι Τζόνσον: From «LSD-748», Σέλντον Κολστ:  Notes on the Use of Hashish.

 Ο Μίνως Αργυράκης με την Άμυ Μιμς, τον Τσαρούχη και τον Ευγένιο Σπαθάρη, δημιούργησαν το 1966 στην Πλάκα, την Κιβωτό της Άμυ, ένα χώρο καλλιτεχνικού πειραματισμού που απέπνεε έναν απόλυτο αέρα ελευθερίας και όπου γίνονταν διάφορα απρόοπτα με λόγο, μουσική και χορό. Ήμουν πολύ νέος τότε και τυχαία ανακάλυψα τον πρωτοποριακό αυτό χώρο ο οποίος με γοήτευσε.

Η χούντα έκλεισε την Κιβωτό της Άμυ, γιατί δεν είχε άδεια «μετά μουσικών οργάνων», και ο Αργυράκης με την Άμυ έφυγαν εκτός Ελλάδας, με πρώτο σταθμό την Ισπανία, κατόπιν στο Λονδίνο και τέλος στην Κοπεγχάγη, όπου και έζησαν μέχρι το 1974 φιλοξενούμενοι του γλύπτη Τάκη. Στην Κοπεγχάγη ο Αργυράκης εξέδωσε μετά την Οδό Ονείρων, ένα δεύτερο σατιρικό λεύκωμα με σκίτσα και κείμενα υπό τον τίτλο Η πολιτεία έπλεε εις την Μελανόλευκον.

 Ο Πάνος Κουτρουμπούσης λέει γι’ αυτή την εποχή: «Κάτι πρέπει να έμεινε από τα ’60s, όχι μόνο σε μας που τα ζήσαμε, αλλά γενικά στον κόσμο. Όσα τρελά έγιναν όμως, το σύστημα βρήκε ευκαιρία να τα κοροϊδέψει και να πει «τι ξεφτίλα ήταν αυτή», κι έτσι τα καλά τους σημεία έσβησαν. Στα μυαλά μένει η αντίσταση, η προσπάθεια για καλυτέρευση της φύσης και των ανθρώπων. Τα ναρκωτικά ήταν αυτά που τα χάλασαν όλα. Πολλοί πέρασαν σε αυτά και στον χιπισμό και έτσι βρήκαν ευκαιρία να τους αγοράσουν, να γίνουν έμποροι. Άρχισαν έτσι να ξεφτίζουν και να διαλύονται οι παρέες, πολλοί έφυγαν έξω. Τα πρώτα πέντε χρόνια ήταν όλα καλά, αλητείες με παρέες, rock ’n’ roll, άντε και καμιά μαριχουάνα, μετά όμως το ’65, που αρχίζουν οι πολιτικές ανωμαλίες και φτάνουμε στο τέρμα, διαλύθηκαν όλα. Πέφτει ένα γκριζάρισμα, άρχισαν τα κυνηγητά. Τις παρέες μου και μένα δεν μας κυνηγούσε κανείς, αλλά το ’67 έφυγα έξω και κάπου εκεί ήταν το τέλος για τα ελληνικά ’60s».

 

Άνω Σύρος 31/7/2012

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s