Γέννημα θρέμμα…

Posted: Φεβρουαρίου 1, 2012 in Για την απο-Ανάπτυξη

Ήμουν γέννημα και θρέμμα της μεγάλης πόλης. Είχα περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μου ζώντας αποξενωτικά, αλλοτριωμένα, ασυνάρτητα στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. Τα καλοκαίρια κατέβαινα στα νησιά του Αιγαίου. Μύχιος πόθος  μου ήταν να ζήσω μόνιμα σ’ ένα νησί. Να γευτώ αυτή την ξεχωριστή εμπειρία ζωής σε μια στεριανή λωρίδα γης που την ταξιδεύει πάνω από τις αβύσσους της θάλασσας ο βοριάς που λυσσομανάει νύχτα-μέρα. Με τρέλαινε η ιδέα της χειμωνιάτικης μοναδικότητας του αποκλεισμένου από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα νησιού. Επέλεξα το Συριανό Τοπίο επειδή το βρήκα ουσιαστικό, σκληρό, σχεδόν ασκητικό και έγινα κάτοικος Σύρου. Από τη μια η ζωντανή μικρή πόλη με μια επαρκή ανθρωποκοινωνία, από την άλλη ένα φυσικό πάρκο στη βόρεια πλευρά του νησιού, μια αρμονική φυσική ενότητα, μια άθικτη φυτοκοινωνία. Λίγα κι αραιά δέντρα, λίγοι θάμνοι, ελάχιστα τρεχούμενα νερά, το βουητό των μελισσών που ακολουθούν τις διαδρομές του νέκταρος, αλίφωνες που ριγούν στις πνοές του ανέμου δίπλα στη θάλασσα, μικρές πηγές με υδροχαρή φυτά, απόκρημνες, βραχώδεις ακτές, ασβεστολιθικά και ηφαιστειακά πετρώματα, γκρεμνοί, θαλασσινές σπηλιές όπου ζουν φώκιες και θαλάσσιες χελώνες, αμμόλοφοι, σάρες, μικρά φαράγγια, αμμοθίνες και το βουνό Σύριγγας με τα πολλά φυσικά καταφύγια για την πλούσια πανίδα και την ορνιθοπανίδα, τα θηλαστικά και τα τοπικά ενδημικά ασπόνδυλα. Στις πορείες, με τύλιγαν οι μυρωδιές που διαχέονταν από παντού, οσμές από μοναδικά αρώματα βοτάνων, η λαδερή μυρωδιά του φασκού και τα λιωμένα στον ήλιο αιθέρια έλαια του ανθισμένου θυμαριού, οι μυρωδιές των φρύγανων, της σμύρνας, της ρίσας, της κονιζιάς, της αλωνίδας, του κρόκου, της ορχιδέας και κάποιο μίασμα ερυσιβώδους όλυρας από τις κοντινές καλλιέργειες που διέγειρε το μυαλό. Όταν κουραζόμουν, ξάπλωνα στο έδαφος κι αφουγκραζόμουν τη γη. Παρατηρούσα από πολύ κοντά τα σχήματα, τα ακανθοειδή, βελονοειδή φυλλώματα, τη χρωματική  ποικιλία των φυτών, τις πόες που ξεφύτρωναν  από τη γη, τα βρύα, τις λειχήνες, τα χρώματα των λουλουδιών, τους καρπούς, τους βλαστούς, τα κοτσάνια, τους μίσχους, ακουμπούσα το αυτί μου στο χώμα και άκουγα τις ρίζες με τις πολυάριθμες διακλαδώσεις να τριζοβολούν υπόκωφα μέσα στη γη, ανασκελωνόμουν κι έβλεπα καλειδοσκοπικά έναν ολόκληρο μικρόκοσμο να αναπνέει, να πάλλεται, να δονείται, να τρέφεται από τις ακτίνες του ήλιου, παρακολουθούσα τις πεταλούδες να πετούν, τις μέλισσες να μεταφέρουν τη γύρη, τα μυρμήγκια και διάφορα άλλα ζωύφια να κουβαλούν σπόρους, τις κάμπιες και τις φυτόψειρες να ροκανίζουν με σύστημα τα φύλλα, γύρω μου αποκαλυπτόταν η μυστική ζωή των φυτών, από παντού με τύλιγαν τα μεθυστικά φαρμάκια της απόλαυσης και το κεφάλι μου γέμιζε ιλίγγους, τα μέλη βάραιναν από ονειροπολήσεις, δεν μπορούσα πια να κουνηθώ κι όλα βυθίζονταν στην παραμόρφωση, οι ακτίνες του ήλιου ιρίδιζαν μέσα από τη χλωροφύλλη των φυλλωμάτων, τα κοτσάνια των φυτών έσταζαν αιθέρια έλαια, το χώμα γύρω μύριζε, οι κληματσίδες ξεφύτρωναν από τη γη θαλερές και υγιείς, στο πάνω μέρος τους φύτρωναν γυναικείες λαγόνες που κατέληγαν σε κανονικές γυναίκες κι από τις άκριες των δαχτύλων τους φύτρωναν κλαδιά αριστολοχίας φορτωμένα τσαμπιά με λουλούδια που ανάδιναν θηλυκή οσμή και με προσκαλούσαν να βιώσουμε μαζί την ασυνέχεια και την κυκλικότητα του χρόνου, την απόλυτη διάρκεια, την απάλειψη της μοναδικότητας και της ατομικότητας, μικρά κλαδάκια λύγιζαν πάνω από το κεφάλι μου και με σκίαζαν με το φύλλωμά τους κι άλλα με χάιδευαν στο πρόσωπο, στο πηγούνι που ήταν μισοχωμένο στο χώμα, μικρές ακρόριζες με γαργαλούσαν ψάχνοντας να μπουν στο στόμα και τα ρουθούνια, στόματα αιδοιόσχημα με φίλαγαν, μεθούσαμε από αμβροσία, ερωτευόμασταν, ο ευώδης ύπερος με το χειλανθές στίγμα δέχονταν μέσα τους το στήμονα με το νήμα και τον ανθήρα… σιγά, απλά, χωρίς εξάρσεις γινόμουν μέρος της μεγάλης φύσης, ενσωματωνόμουν σε μια ανταποδοτική κοινωνία, γινόμουν ένα κομμάτι του αχανούς ριζώματος που απλωνόταν υπόγεια παντού. Σε λίγο φύτρωσαν από το σώμα μου κληματσίδες και στα δάχτυλά μου μπλέκονταν οι έλικες των βοτρύων που άρχιζαν πια να καρποφορούν, ενώ τα βλαστικά κύτταρα μετατρέπονταν σε νευρώνες και άρχισα να αισθάνομαι ότι γίνομαι μέρος ολόκληρου του οικοσυστήματος, ενός οργανισμού που συνυπάρχει σ’ έναν διαρκή αλληλοεπηρεασμό. Είχα πια ξεχάσει να μιλάω, είχα ξεχάσει ότι υπήρξα έλλογο ον, βρισκόμουν εκεί χωρίς μνήμη, χωρίς προορισμό και χωρίς παρελθόν, ξαπλωμένος πάνω στην πράσινη χλόη κι άκουγα τις μικρές φωνές και τους ψιθύρους που έβγαιναν μέσα από τη γη, αντιλαμβανόμουν ότι επρόκειτο για φωνούλες της χλόης, ψιθύρους των φυτών που φύτρωναν μπροστά στα μάτια μου, κουβέντες που έφταναν στα αυτιά μου από τα βρύα και τις λειχήνες που βρίσκονταν ολόγυρα. Αργά, σιγά, θυμόμουν την ξεχασμένη γλώσσα των φυτών, ανέσυρα από τα βάθη του μυαλού μου λέξεις σπάνιες, λέξεις ξεχασμένες, τοπικές ονομασίες, ονόματα ποιητικά, που οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν από αιώνες, διαφορετικά από χώρα σε χώρα, από περιοχή σε περιοχή, κάποτε από κοιλάδα σε κοιλάδα ή και από χωριό σε χωριό. Αλλάζω συνείδηση, παύω να αισθάνομαι μοναδικός, δεν είμαι πια ένα άτομο, γίνομαι ένα πολλοστημόριο, μια βοηθητική ανάσα, μια ρίζα, ένα κλαδί, μια τριχοειδής απόφυση. Παύω να αισθάνομαι ότι με τη γέννησή μου άρχισε η ζωή και θα τελειώσει με το δικό μου θάνατο. Γίνομαι ο «άλλος», κατανοώ τελικά ότι είμαι και ο «άλλος». Δεν υπάρχει πραγματικός χρόνος, ούτε αντικειμενικός χρόνος, όλα αυτά ήταν απλές υποκειμενικές προβολές της ανθρώπινης νόησης. Περνάω, εισέρχομαι στον κοσμικό χρόνο, τον ατέρμονα και κυκλικό χρόνο, στις αναδιπλώσεις και στις ασυνέχειες, στην αχρονικότητα. Η ζωή  διαρκεί από λίγες εβδομάδες έως μερικές χιλιάδες χρόνια. Και η αξία της είναι το ίδιο σημαντική είτε πρόκειται για την εφήμερη ζωή μιας πεταλούδας στο όρος Σύριγγας της Σύρου ή για εκείνο το φυτό που φύεται στις πηγές του γαλάζιου Νείλου, στην ορεινή Αβησσυνία, και ανθίζει κάθε πενήντα χρόνια και όσοι βοτανολόγοι το έχουν δει ισχυρίζονται ότι είναι το ωραιότερο λουλούδι του πλανήτη. Είμαι γέννημα θρέμμα και τούτης εδώ της Γης.

Τέος Ρόμβος

Άνω Σύρος

1.11.2006

 

 

Στο ηλεκτρ. περιοδικό «Εύπλοια» βρίσκεται κομμάτι των ενδιαφερόντων μου τα τελευταία χρόνια.

«Γυαλί – Το Νησί που Χάνεται» περσινό κείμενό μου για την «Εύπλοια» (ηλεκτρονικό περιοδικό που επιμελούμαι από 8ετίας).

«Αφιέρωμα στην Από-ανάπτυξη», «Εύπλοια»  23o Τεύχος, Νοέμβριος 2009

Επίσης:

«Ο Δεκάλογος του ελευθεριακού λιτοδίαιτου»

«Για μιαν άλλη Πολιτεία μεταξύ Ουρανού και Γης»

«Αγαπητά μου ζώα»

«Οι δρόμοι (που) δεν οδηγούν πουθενά»

«Η ερωτική ζωή στην Απάνω Μεριά»

«Οι Τοίχοι που Τραγουδούν» (δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ για την Άνω Σύρο όπου κατοικώ)

«Η Νήσος των Θησαυρών» (ντοκιμαντέρ για τα περιβαλλοντικά προβλήματα της Σύρου) 

        

 Και η υπόλοιπη γραπτή και όχι μόνο ζωή μου στο προσωπικό σάιτ

 

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Ελένη Προχώρη λέει:

    Αν είχα και γω τόσο ωραία λόγια, θα μπορούσα να έχω κάνει την ίδια περιγραφή για την αγαπημένη μου Σύρα αλλά και για την φύση και την αιωνιότητα.
    Να είσαι καλά και να γράφεις τέτοια ωραία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s