Το ξενοδοχείο της Λίλης

Posted: Αύγουστος 25, 2010 in Μάης του '68

 ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΗΣ ΛΙΛΗΣ

Του Τέου Ρόμβου

Μια νύχτα, αρχές Μαΐου, καθιστός στο κρεβάτι μου ανακάλυψα τις ψείρες που ’χαν φωλιάσει στους πόρους  του δέρματος και μαυρίζανε παντού, κι όσο τις τσίγκλαγα τόσο εκείνες προσπαθούσανε να τρυπώσουνε και η φαγούρα γινότανε παροξυσμός. Κάτι έπρεπε να κάνω. Ντύθηκα και βγήκα από το δωμάτιο. Κατέβηκα στο ισόγειο και χτύπησα το κουδούνι δίπλα στην είσοδο. Ο μπάρμπα Ζαν κοιμότανε στο θυρωρείο, σε μια πολυθρόνα. Μόλις άκουσε το κουδούνισμα πετάχτηκε πάνω, τα λίγα μαλλιά του πέφτανε στα λιπαρά του μούτρα, τα μάτια του πρησμένα, έμοιαζε με μια απ’ τις ψείρες μου. Τον έπιασα απ’ το γιακά και τον ταρακούνησα.

«Να πεις στην πουτάνα που της νοικιάζεις το δωμάτιό μου, όταν λείπω, να πάει να ξεπατώσει τις μουνόψειρες και μετά να ξαπλώνει στο κρεβάτι μου».

Τον παράτησα να λέει διάφορες σαλιωμένες δικαιολογίες, άνοιξα την πόρτα και βγήκα στο δρόμο. Στ’ αριστερά αναβόσβηνε το νέον της φωτεινής επιγραφής: «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΗΣ ΛΙΛΗΣ».

Συνοικία της Χρυσής Δροσοσταλίδας στο βόρειο Παρίσι· εδώ νοίκιαζα με το μήνα δωμάτιο. Τις νύχτες οι μικροί δρόμοι σ’ αυτή τη γειτονιά γίνονταν επικίνδυνοι. Οι κάτοικοι, στην πλειοψηφία τους  Άραβες, Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί, Αφρικανοί, Εβραίοι και Τούρκοι, οι Γάλλοι εδώ ήταν μειονότητα. Μεθυσμένοι κλοσάρ ξάπλωναν στις σχάρες του μετρό Σατό Ρουζ, δίπλα τους αδειασμένα μπουκάλια κόκκινο κρασί ορντινέρ και ξερατά. Ζητάγανε επίμονα λεφτά από τους ελάχιστους περαστικούς κι αν δεν τους έδιναν, βρίζανε. Από τις ανοιχτές πόρτες των μπαρ με τις χάντρινες κουρτίνες ερχόταν μουσική. Η ερωτική φωνή της Φαγιούζ, οι Ναφάς, οι Μπομπόνγκο Σταρς. Μέσα όρθιοι Βορειοαφρικανοί, Νέγροι, Γιουγκοσλάβοι εργάτες πίνανε μπίρες, συζητάγανε μεγαλόφωνα, συχνά η βραδιά τελείωνε με σαματά. Βγαίνανε στο δρόμο και τσακωνόντουσαν. Η περιοχή ήταν γεμάτη μπουρδέλα. Τα Σαββατοκύριακα, μπροστά στις σιδερένιες πόρτες, ουρές οι άντρες περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους.

Ο παγωμένος αέρας φαίνεται πως μου ‘κανε καλό, ίσως οι ψείρες να ηρεμήσανε, πάντως η φαγούρα σταμάτησε. Περπάτησα μες στην υγρή νύχτα στους δρόμους της Λα Γκουτ ντ’ Ορ και έφτασα στο Μπαρμπές Ροσεσουάρ με τα σκοτεινά, απειλητικά κτίρια, τους μικρούς κάθετους δρόμους, τα τούρκικα κουρεία και ραφεία, τα ιταλικά μαγαζάκια με τα πολύχρωμα φώτα, τα ελληνικά εργαστήρια της γούνας. Μια συνοικία που πλέκονταν υφάδια σαν κεντήματα, πάνω στη γαλλική κουλτούρα, οι πολιτισμοί των νότιων μεταναστών. Διέσχισα την πόλη από βορρά προς νότο. Άφησα πίσω μου τις πουτάνες του Γκαρ ντι Νορ κι έφτασα στην αγορά της Αλ που ήταν, τον πρώτο καιρό που είχα έρθει στο Παρίσι, η αγαπημένη μου νυχτερινή βόλτα. Εργάτες ξεφορτώνανε φορτηγά και στοιβάζανε κασόνια με φρούτα, στα πεζοδρόμια τρεις τέσσερις άντρες μαζί κυλούσαν όρθια υπέροχα τυριά γκριγιέρ μεγάλα σαν δωμάτια. Όνειρό μου ήταν να με άφηναν να ζήσω μέσα σ’ ένα τέτοιο τυρί. Η αγορά τη νύχτα ήταν ο παράδεισος, μύριζε ζαρζαβατικά, σαλάμια, μπαχάρια, κρεμμυδόσουπα και κρασί. Πείναγα, όμως τα λεφτά μου ήταν μετρημένα, έτσι συνέχισα την πορεία μου.

Έφτασα στο νησί Σεν Λουί, σταμάτησα για λίγο και κοίταξα το Σηκουάνα στο λιγοστό φως των γκαζοφάναρων. Περπάτησα δίπλα στα βρομισμένα νερά του ποταμού και σταμάτησα για ν’ ακούσω στη σιγαλιά τα κρωξίματα των εξωτικών πουλιών και τα σφυρίγματα των παπαγάλων που έρχονταν απ’ τη δεξιά όχθη, από τα μαγαζιά που πουλάγανε τα ζώα.  Στην ατσάλινη γέφυρα, κάτω από το λιγοστό φως, με τύλιξε η θολούρα της υγρασίας. Μ’ έπιασε ένα είδος νοσταλγίας.

Πέρασα στην αριστερή όχθη απ’ τη γέφυρα του Πον Νεφ. Από το θάνατο της νύχτας στη ζωή της ημέρας. Εδώ το σκοτάδι κολυμπούσε στο φως. Ήταν μαγεία. Το βουλεβάρτο του Σεν Μισέλ έσφυζε από κίνηση. Πίσω από τις τζαμαρίες των καφενείων έβλεπα πρόσωπα γεμάτα ζωή, χωμένα σ’ ένα μικρό σύννεφο ξεγνοιασιάς, γύρω μουσικές, θόρυβοι από τσουγκρίσματα ποτηριών, μεθυσμένες φωνές…

Τις τελευταίες μέρες οι κινητοποιήσεις των φοιτητών είχαν κορυφωθεί κι εκείνο το απόγευμα, μετά από το συλλαλητήριο, μαζευτήκανε, όπως συνήθιζαν, στο καρτιέ Λατέν, στους δρόμους γύρω από το πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Όταν έφτασα στο πάνω μέρος του βουλεβάρτου η ώρα ήταν προχωρημένη αλλά οι φοιτητές, όλο ζωντάνια και προφανώς οργισμένοι από τις αναιτιολόγητες συλλήψεις συναδέλφων τους, βρίσκονταν παντού τριγύρω και εξακολουθούσαν να συζητάνε μαζεμένοι σε πηγαδάκια με έντονο ύφος. Είχαν καταλάβει τα πεζοδρόμια και το δρόμο και τ’ αυτοκίνητα αναγκάζονταν να κάνουν ελιγμούς ανάμεσα στις παρέες για να περάσουνε, ώσπου κάποιοι καθίσανε κατάχαμα στο οδόστρωμα, η κυκλοφορία σταμάτησε και πάνω στη συζήτηση κάποιοι άρχισαν να ξηλώνουνε τους κυβόλιθους, ώστε σε  περίπτωση που γινόταν επίθεση από την αστυνομία να μπορούν να αμυνθούν. Όταν είδανε ότι η αστυνομία αντιμετώπιζε αμήχανα το ξήλωμα, συνεχίσανε και σε λίγο φτιάχτηκαν τα πρώτα οδοφράγματα. Ξηλώσανε τους γρανιτένιους κυβόλιθους στη διασταύρωση του Πάνθεον, αντίκρυ στον κήπο του Λουξεμβούργου, κι έχοντας φτιάξει ανθρώπινες αλυσίδες δίνανε ο ένας στον άλλο τις τετραγωνισμένες πέτρες που τις στοιβάζανε σε σωρούς και υψώνανε οδοφράγματα, μπροστά ακριβώς στους αστυνομικούς των ειδικών δυνάμεων που στέκονταν παρατεταγμένοι με τις διάφανες ασπίδες ακουμπισμένες στα πόδια τους και παρακολουθούσαν αδιάφορα, σαν απενεργοποιημένα ρομπότ που περιμένουνε την εντολή για να κινηθούνε. Στα καφενεία, ο κόσμος καθόταν και απολάμβανε το παράξενο θέαμα.

Κάποια ώρα όμως κλείσανε κι αυτά, γιατί φοβήθηκαν τα επεισόδια, και τα γκαρσόνια μαζέψανε βιαστικά τις καρέκλες. Έκανα βόλτες στα πηγαδάκια και άκουγα τις συζητήσεις. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένας άντρας με αλυσοπρίονο και άρχισε να κόβει τα δέντρα του βουλεβάρτου, κάποιοι έσπευσαν να τον βοηθήσουν. Τα πελώρια δέντρα πέφτανε με εκκωφαντικό θόρυβο στη μέση του δρόμου. Άλλοι μπήκανε στον κινηματογράφο και ξηλώσανε τα καθίσματα και τα μεταφέρανε στα οδοφράγματα που ψήλωναν συνέχεια. Όσα αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα εκεί, τα γυρίζανε στο πλάι ενισχύοντας τα οδοφράγματα που στηνόντουσαν. Βοήθησα κι εγώ ν’ αναποδογυρίσουμε ένα φορτηγό. Από τα ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων, ομάδες που φαινόντουσαν έμπειρες σ’ αυτά, τραβάγανε τη βενζίνη με λαστιχένιους σωλήνες και φτιάχνανε μολότοφ που τις στοιβάζανε απ’ τη μέσα μεριά των οδοφραγμάτων. Στην οδό Γκι Λισάκ στοιβάζανε πάνω στα αυτοκίνητα οικοδομικά υλικά από μια ανεγειρόμενη οικοδομή, ξύλινες προθήκες από τα κλειστά μαγαζιά, πινακίδες της τροχαίας, προστατευτικές βάσεις δέντρων από χυτοσίδερο, στάσεις λεωφορείων, διαφημιστικά πανό, παγκάκια, πλυντήρια από ένα σελφ σέρβις που ήταν ανοικτό όλο το εικοσιτετράωρο.

Κόντευε μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, όταν  δόθηκε η εντολή και οι αστυνομικοί αρχίσανε να κινούνται. Πιάσανε τις ασπίδες, βάλανε τα διάφανα γυαλιά στα μάτια και αρχίσανε να χτυπάνε ρυθμικά με τα κλομπ τις ασπίδες. Ήτανε η στιγμή της επίθεσης. Οι δρόμοι πήραν φωτιά. Στα σκοτεινά, χιλιάδες σκιές ανθρώπων, ανεβασμένες πάνω στους σωρούς, πέταγαν μολότοφ και αμύνονταν στα οδοφράγματα. Ακολούθησαν μάχες στήθος με στήθος. Ο κουρνιαχτός της μάχης γέμισε την περιοχή και αυτό συνεχίστηκε για ώρα.

Γύρω στις τρεις το πρωί, η μεγάλη πύλη του πανεπιστημίου της Σορβόννης έκλεισε. Η ατμόσφαιρα είχε γίνει πια εντελώς αποπνιχτική από τον όγκο των καπνογόνων και δακρυγόνων που πέφτανε  βροχή εδώ και ώρα, πνιγηρή η υγρή μαγιάτικη νύχτα, όμως ο κόσμος δεν έφευγε. Έβλεπες μια λύσσα στα πρόσωπα όλων, από τα γύρω μπαλκόνια οι γείτονες ρίχνανε νερά για να ανακουφίσουνε τους πόνους στα μάτια και πακέτα με εφημερίδες για να ανάψουν φωτιές που θα εξουδετέρωναν τα δηλητήρια. Ιδιοκτήτες αυτοκινήτων και μαγαζιών κλαίγανε τις περιουσίες τους που γίνονταν παρανάλωμα στη φωτιά, κάποιοι χωμένοι μέσα σε σπασμένα μαγαζιά πλιατσικολογούσαν, οι αστυνομικοί ορμάγανε σε κύματα, ο κόσμος από τα οδοφράγματα πέταγε μολότοφ, φωνές, ουρλιαχτά, άνθρωποι τραυματισμένοι από βάρβαρα χτυπήματα κλομπ, πεσμένοι κάτω τσαλαπατιόντουσαν, οι φλόγες φωτίζανε τη νύχτα με μια μοναδική μαγεία, ευωχία εξέγερσης και ξέχειλο πάθος στα πρόσωπα των ανθρώπων, μέθη ελευθεριότητας, μισόγυμνοι νέοι αγκαλιάζονταν στη φωτιά…

Έφυγα από κει, όταν συνειδητοποίησα ότι η αστυνομία βάσει σχεδίου κύκλωνε σιγά σιγά την περιοχή και στρίμωχνε τον κόσμο σ’ ένα μικρό χώρο, μεταξύ της οδού Κλοντ Μπερνάρ και στο βάθος της  Γκι Λισάκ. Τρεις η ώρα, η φαγούρα ξανάρχισε και δεν ήξερα τι να κάνω. Προχώρησα γρήγορα και μετά από λίγη ώρα έφτασα στην οδό Μουφτάρ. Ένα παράθυρο στη νύχτα, από μέσα ακούγονταν πνιχτοί ήχοι. Πιάστηκα απ’ το πρεβάζι και κοίταξα μέσα. Είδα, στο μικρό φως, την πλάτη του αδερφού μου μουσκεμένη στον ιδρώτα, ήταν μπρούμυτα πεσμένος πάνω σε μια γυναίκα που δεν έβλεπα το πρόσωπό της. Άκουγα μόνο τις σφυριχτές ανάσες και τ’ αγκομαχητά των δυο τους. Περίμενα να τελειώσουνε. Τα βογκητά τους όμως συνεχίζονταν για ώρα, ανακατεύονταν με λυγμούς, στεναγμούς και ερεθισμένες κραυγές. Η κίνηση του πισινού του αδερφού μου συνέχιζε σταθερή και δυνατή. Τα πόδια της γυναίκας ανοιγοκλείνανε στον αέρα, τα χέρια της γαντζώνονταν στην πλάτη του. Αυτό που έβλεπα μ’ ερέθιζε και μ’ εκνεύριζε. Ένα περιπολικό της αστυνομίας έστριψε στο βάθος του δρόμου και πλησίασε. Πήδησα γρήγορα από το παράθυρο κι έστριψα στην πρώτη γωνία.

Τέσσερις η ώρα και το κεφάλι μου στριφογύριζε, αισθανόμουνα ζαλισμένος με λιγούρες από πείνα και ερεθισμένος. Κατηφόρισα στο Πορτ ντ’ Ιταλί και μετά πήγα δυτικά μέχρι που βγήκα στο Πορτ Ρουαγιάλ κι από κει πήρα το δρόμο για το Ντανφέρ. Ξημέρωνε πια. Η φαγούρα είχε σταματήσει. Άναψα ένα τσιγάρο και συνέχισα την πορεία μου στο μισόφωτο. Αστυνομικοί των δυνάμεων ασφαλείας πέρασαν μ’ ένα φορτηγάκι, σταματήσανε, κατεβήκανε και με κυκλώσανε, ζητήσανε να δούνε τα χέρια μου κι όταν τα έδειξα μου είπαν να προχωρήσω και να εξαφανιστώ. Καθώς έστριψα για να φύγω μου επιτεθήκανε και με ξυλοκοπήσανε, με κλότσαγαν με λύσσα και μανία από πίσω. Έπεσα κάτω και με δυσκολία ξανασηκώθηκα, ενώ οι μπάτσοι συνέχιζαν να με κλοτσάνε. Πονούσα στη σπονδυλική στήλη αλλά συνέχισα να περπατάω, με το χέρι κράταγα τη μύτη μου που έτρεχε αίμα.

Πέντε η ώρα, πρωινό. Πέντε η ώρα, ώρα της λύτρωσης, είναι κοντά, ανάμεσα στα πόδια, υγρή, ανήσυχη, χωρίς γνώση, χωρίς αντίσταση, ανεβαίνει… αποκάλυψη… μην είσαι ρηχός… δε σου επιτρέπεται να ξεχάσεις… μην ξεχνάς, μην ξεχνάς, την ανάμνηση, το χρόνο, το πρόσωπο, τη ματιά, το δέρμα, τα πόδια (μπούτια), τις μουνότριχες. Έφτασα στο Πορτ ντ’ Ορλεάν, το αίμα είχε ξεραθεί στα ρουθούνια, στο πρώτο φως της μέρας φάνηκε το σπίτι της, το θολωτό δώμα με τα πολλά παράθυρα ήταν χωρίς κουρτίνες, ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά.

Πέρασα την εξώπορτα της μικρής αυλής, αριστερά η αποθηκούλα για το πετρέλαιο μισοπεσμένη, σοβάδες ξεφτισμένοι, η πόρτα ξεχαρβαλωμένη, χωρίς λουκέτο. Στάθηκα και περίμενα. Ένιωσα την πρωινή υγρασία να με περονιάζει. Η πόρτα άνοιξε και βγήκε μια κοπέλα. Μια όμορφη κοπέλα με θλιμμένο βλέμμα που θα πήγαινε στη δουλειά της. Σταμάτησε και μου χαμογέλασε. Τη ρώτησα αν μπορώ να μπω. Μίλησε με την άηχη φωνή των μουγκών, μόνο με τα χείλη. Προσπάθησε με τις θαμπές λέξεις και τα έντονα σχεδιάσματα των χειλιών και των χεριών να μου πει κάτι που δεν μου γινόταν σαφές. Ανέβηκα τη μεγάλη σκάλα χαϊδεύοντας την ξύλινη κουπαστή μέχρι τον τέταρτο.  Το φως στο διάδρομο έσβησε, ψηλάφισα στον τοίχο το διακόπτη, τον βρήκα και άναψα πάλι το φως. Το όνομά της δεν υπήρχε στην πόρτα. Χτύπησα κι έβγαλα απ’ την τσέπη τα τσιγάρα μου. Άναψα ένα. Από μέσα καμιά κίνηση, κανένας θόρυβος. Κάπνιζα και περίμενα. Ξάφνου, εμφανίστηκε η θυρωρός με μια σκούπα στο χέρι, βιαστική, με είδε.

«Ε, εσείς, η Μιντιλού δεν είναι εδώ, έχει φύγει πάνω από μήνα».

«Έφυγε», επανέλαβα χαμένος.

«Ναι, και πέταξε τα περισσότερα πράγματά της, κρίμα, εκείνη η ντουλάπα της δε χωρούσε στην πόρτα μου, θα την είχα πάρει εγώ».

«Πού πήγε;»

“Πέθανε ο πατέρας της από καρκίνο του προστάτη και γύρισε στη Γερμανία” είπε. Με το χέρι της ψαχούλεψε στα αχαμνά μου.

“Ξέρετε πού είναι ο προστάτης;” ρώτησε γαλίφικα.

Αν ήξερα λέει. Της τράβηξα το χέρι και κατέβηκα τα σκαλιά.

Έξι η ώρα, είχε ξημερώσει. Γύρισα και κοίταξα μια τελευταία φορά το σπίτι. Μπροστά στα παράθυρα οι μεγάλες καστανιές πετάγανε καινούρια φύλλα. Πάνω στα τζάμια του τέταρτου ορόφου μου φάνηκε ότι καθρεφτίστηκε μια μορφή με μεγάλα μάτια, ανασηκωμένη χάρη στις άκριες, που σκιάζονταν αινιγματικά από σκούρες βλεφαρίδες και έκαναν βαθύ το βλέμμα, το δέρμα του προσώπου φωτεινό, τα μακριά καστανά μαλλιά, τα κατακόκκινα χείλη κυματίζανε, τα τρυφερά δάχτυλα, το γυμνό σώμα λευκό, λαμπερό στο ημίφως, η λαμπρότητα του ορυκτού κρυστάλλου, οι σκιασμένες πτυχές, μυστηριώδεις φούσκες, καμπύλες, τόξα, κυματισμοί απαλοί, μικροί λόφοι, ποταμιές, μονοπάτια, η ύπαιθρος χώρα…

Το φωτεινό καρότο της γωνιακής καφετέριας ήταν αναμμένο, σημάδι ότι το καφενείο ήταν ακόμη ανοιχτό, εδώ αγοράζαμε φρέσκο μηλίτη τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Τα μεγάλα δέντρα του δρόμου ψιθύριζαν τραγούδια, αυτή η κηλίδα στάζει μπλε ή κόκκινο, αδιάφορο, η μουσική της λησμονιάς σε νυχτερινό πάρκο, διάδρομοι προς τ’ αριστερά, πολλοί διάδρομοι, ξανά και ξανά, προς τα δεξιά, ω, ΜΙΝΤΙΛΟΥ, ΜΙΝΤΙΛΟΥ, μπορείς να κρατάς το ξυράφι ανάμεσα στα δόντια και να πιέζεις, η γλώσσα ακουμπάει στην κόψη, δε στάζει αίμα…

Κάποια παιδάκια του νηπιαγωγείου με τη συνοδό τους κρατάγανε φαναράκια στα χέρια και περπατάγανε πιασμένα χέρι χέρι, σκοντάψανε πάνω μου, τρομάξανε και βάλανε τα γέλια, τους έκανε εντύπωση η γενειάδα μου, προχωράγανε όλα μαζί σαν κλωσσόπουλα, ντυμένα με πολλά ρούχα σαν στρογγυλές μπαλίτσες.

Ένιωθα πληγωμένος, προδομένος, μια θανατερή μοναξιά, ένα βαθύ πένθος, μια πικρή γεύση στο στόμα, αισθανόμουνα έτοιμος να χλευάσω και να κοροϊδέψω τα πάντα. Η φαγούρα ξανάρχισε.

Γυρίζοντας στο ξενοδοχείο πέρασα πάλι από το καρτιέ Λατέν. Στους δρόμους αποκαΐδια και συνεργεία του δήμου που δούλευαν πυρετωδώς να εξαφανίσουνε τα ίχνη της νυχτερινής εξέγερσης. Η αστυνομία είχε αποσυρθεί, ο κόσμος πήγαινε στις δουλειές του. Ξενυχτισμένοι φοιτητές ήταν μαζεμένοι και συζητούσανε μπροστά στον κήπο του Λουξεμβούργου τα γεγονότα της νύχτας. Παντού μοιράζανε προκηρύξεις. Έγραφε ο καθένας κάτι που σκεφτότανε, το τύπωνε και το μοίραζε. Πήγα στη Σορβόννη. Οι πόρτες είχαν ανοίξει. Κόσμος πολύς στο προαύλιο, συζητήσεις. Οι αγρότες είχαν στείλει ένα φορτηγό με λαχανικά για τους καταληψίες και λειτουργούσε επιτροπή συσσιτίου. Μαγείρευαν και πρόσφεραν σάντουιτς και σούπα. Πήρα ένα πλαστικό κύπελλο με ζεστή μπιζελόσουπα και προχώρησα στους  διαδρόμους. Άκουσα τη φωνή ενός γνωστού μου Έλληνα που μίλαγε σε κάποιο  αμφιθέατρο. Ήταν ο Θόδωρος, ο κοντούλης κοκκινομάλλης δικηγόρος, που ανεβασμένος στο έδρανο προειδοποιούσε ένα νυσταγμένο ακροατήριο να μην επαναλάβει τα λάθη του 1848 κι εξηγούσε ότι το όραμα της διαρκούς επανάστασης δε θα επέτρεπε να εκφυλιστεί η επανάσταση σε γραφειοκρατία. Σε όλα τα αμφιθέατρα γίνονταν συζητήσεις με θέμα την αυτοοργάνωση, τις επιτροπές αγώνα, την κλιμάκωση των καταλήψεων σ’ όλο το Παρίσι, για την ανάγκη κοινωνικοποίησης της τέχνης, για επαναστατικό θέατρο, για επαναστατικές πολιτιστικές εκδηλώσεις και, τέλος, για τρόπους άμυνας στις επικείμενες συγκρούσεις με την αστυνομία. Στα καθίσματα, κάθε λογής άνθρωποι κοιμόντουσαν, φιλιόντουσαν, αδιαφορούσαν. Άλλοι γράφανε στους τοίχους συνθήματα, άλλοι ζωγράφιζαν.

Βγήκα από το πανεπιστήμιο και περπάτησα, στο πρώτο φως της μέρας, στους δρόμους του καρτιέ Λατέν. Βουνά τα αποκαΐδια  στα βουλεβάρτα που ήταν χωρισμένα σε ελεύθερες ζώνες. Εκεί κυκλοφορούσαν οι εξεγερμένοι, ξενυχτισμένοι, βρομισμένοι από τη μάχη της νύχτας με μαντίλια στα πρόσωπα. Λίγο πιο κάτω οι δρόμοι που έλεγχε η αστυνομία με τις δυνάμεις της παρατεταγμένες,με κράνη, ασπίδες, κλομπ, προστατευτικά γυαλιάστα μάτια. Στη ζώνη που ελεγχόταν από τους φοιτητές, βρίσκονταν κατειλημμένα πανεπιστήμια, θέατρα, κινηματογράφοι, φοιτητικά εστιατόρια, λύκεια, καμένα φαστφουντάδικα, προθήκες μικρομάγαζων, ποδοπατημένα κροκμεσιέ και κροκμαντάμ, παγκάρια βιβλιοπωλείων, πλιατσικολογημένα μαγαζιά ρούχων, καφενεία με σπασμένες τζαμαρίες, πλυντήρια ρούχων στους σωρούς των οδοφραγμάτων, αυτοκίνητα καμένα, στη γωνία του Μασπερό κόσμος μαζεμένος, ένας ηλικιωμένος άντρας ανεβασμένος σ’ ένα βαρέλι πούλαγε τη Φωνή του Εργάτη, αναγνώρισα το Σαρτρ.

Επιστρέφοντας στο “Ξενοδοχείο της Λίλης”, σταμάτησα σ’ ένα βενζινάδικο κι αγόρασα ένα μπιτόνι πετρέλαιο. Ο μπάρμπα Ζαν όταν με είδε βιάστηκε να κλειστεί στο θυρωρείο. Ανέβηκα τις βρόμικες σκάλες. Πήρα μια πετσέτα και με το μπουκάλι στο χέρι πήγα στο κοινό ντους του ορόφου, γδύθηκα και άδειασα πάνω μου όλο το πετρέλαιο. Κάθισα για λίγη ώρα κοιτάζοντας τις ψείρες που ψοφάγανε. Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Η μπανιέρα βρόμαγε… Άνοιξα το παράθυρο, ξεπλύθηκα κακήν κακώς και προσπάθησα να καθαρίσω τα πετρέλαια. Όταν βγήκα και πέρασα μπροστά απ’ αυτόν που περίμενε, τον είδα να ανοιγοκλείνει τα ρουθούνια προσπαθώντας να καταλάβει τι βρόμαγε. Γύρισα στο δωμάτιό μου και ξεκαρφίτσωσα απ’ τους τοίχους τις σημειώσεις και τα σχέδιά μου, μάζεψα τα λιγοστά μου πράγματα και βιβλία, γέμισα τη μικρή μου τσάντα και κατέβηκα κουτρουβαλώντας τα σκαλιά δυο δυο. Ο μπάρμπα Ζαν πρέπει να κατάλαβε ότι μετακόμιζα στη Σορβόννη, γι’ αυτό βγήκε και μου φώναξε: “Είσαι κι εσύ ένα από αυτά τα χαμένα κορμιά που κάψανε το Παρίσι”. Μ’ αυτό φαίνεται πατσίσαμε τον ένα μήνα νοίκι που του χρώσταγα.

δημοσιεύτηκε στη ΓΑΛΕΡΑ, τ. 32, Μάιος 2008 , επίσης περιλαμβάνεται στα «Κρυφά Ταξίδια», εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος

Advertisements
Σχόλια
  1. […] Σχετικό με το Μάη 68 είναι και το αφήγημα “Το Ξενοδοχείο της Λίλης”. Μπορείτε να το διαβάσετε εδώ […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s