Το όνειρο είναι μέρος της ζωής μας…

Posted: Αύγουστος 25, 2010 in Η φυλή των συγγραφέων

Το όνειρο είναι μέρος της ζωής μας… Για τους Μπαρουάκ * ???????????????????????????????

Μπαρουάκ: Βασίλης Κυριάκης σε άνθρωπο & σε γάτο

Θα σας πω ένα παραμύθι, για μια παρέα εξεγερμένων δημιουργών που ξεκίνησε κάποτε με την ιδέα να αλλάξει τον κόσμο. Οι Bousingos ήταν μια ομάδα οργισμένων ποιητών στο Παρίσι, εκεί γύρω στα 1840. Έβλεπαν γύρω τους ένα κόσμο λειψό, άχρωμο, με ανθρώπους περιχαρακωμένους, τραυματισμένους, όπου ο καθένας προσπερνούσε βαριεστημένα μπροστά στη δυστυχία των άλλων κι ούτε που αντιλαμβανόταν κάτι τις… Οι Bousingos προσπάθησαν να κινητοποιήσουν, να πυρπολήσουν εκείνους τους ανθρώπους με τα φλογισμένα ποιήματά τους. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Ζεράρ ντε Νερβάλ – που είναι γνωστός σε εμάς τους συριανούς επειδή περπάτησε σε τούτους εδώ τους δρόμους, και στην Άνω Πόλη όπου λίγο έλειψε  να τον αποπλανήσει μια απανωσυριανή-, ήταν επίσης  ο Petrus Borel,  ο Φιλοτέ ο’ Νεντί και πολλοί άλλοι, που ντύνονταν με παρδαλά ρούχα και σκανδαλίζανε τον κόσμο με τη στάση τους, με το λεξιλόγιό τους, δημιουργώντας μύθους γύρω τους. Έτσι κι αλλιώς η ζωή των ποιητών γεννά μύθους. Οι ποιητές είναι  τα πρόσωπα που στέκουν και παρακολουθούν, είναι οι άνθρωποι που αιωρούνται μεταξύ του εδώ και του εκεί… Ο Petrus Borel έλεγε ότι ο ποιητής είναι ένας πεινασμένος λύκος που κατασπαράζει το παν στο πέρασμά του, και το τίμημα της γνώσης του είναι η απελπισία. Ο Ζεράρ ντε Νερβάλ τριγυρνούσε στο Παρίσι σέρνοντας πίσω του μια καραβίδα μέχρι που, απόλυτα απελπισμένος και σε πλήρη ανέχεια, κρεμάστηκε εκείνη τη νύχτα από ένα φανάρι του Δήμου. Λίγα χρόνια αργότερα ο Γκουστάβ Φλουράνς πήγαινε στην οθωμανική Κρήτη για να πολεμήσει μαζί με τους κρήτες στην επανάσταση του 1866, διωκόμενος από τους οθωμανούς επιστρέφει στο Παρίσι της κομμούνας όπου και εκτελείται, την ίδια εποχή της Κομμούνας ο Ρεμπώ αποφασίζει να αναχωρήσει για πάντα από τη Γαλλία και περνώντας όλη την υπόλοιπη ζωή του μέσα σε μια αδιάλειπτη εξέγερση καταλήγει να ζει δίπλα σ΄ένα ποταμό της Αβυσσηνίας διακόπτοντας κάθε ποιητική δραστηριότητα. Και στα τέλη του αιώνα εμφανίζεται ο Αλφρέντ Ζαρύ εξαιρετικά εκκεντρικός στο ντύσιμό του, κυκλοφορεί πάνω σ΄ένα ποδήλατο οπλισμένος με πιστόλια, έτοιμος να τα βάλει μ΄όλον τον κόσμο. Τόσα και τόσα ποιητικά πλάσματα που αισθάνονταν πότε ένυλα και κάποτε άυλα ενώ φρόντιζαν να ξεχωρίσουν με τη στάση τους, με την αδιαφορία τους για το κατεστημένο, αλλά και με τις δημιουργίες τους… Τόσα και τόσα μεγάλα κινήματα τέχνης, σαν τα ωκεάνια κύματα έρχονταν και αποσύρονταν σε μια συνεχή παλινδρόμηση. Νταντά και Ντανταϊστές. Σουρεαλισμός και  Σουρεαλιστές. Μπητ λογοτεχνία και Μπήτνικς. Ώσπου φτάνουμε στις χαλεπές μέρες του 1960. Αθήνα, 50 χρόνια πριν. Όπου μέσα στα ερείπια εκείνης της προ-πόλης κυκλοφορούσαν άνθρωποι χωρισμένοι σε φυλές, σε ρουφιάνους, διώκτες και διωκόμενους. Δεξιοί, Αριστεροί και Συνοδοιπόροι. Υπάρχουν κάποια ελάχιστα  λογοτεχνικά περιοδικά που γύρω τους στοιχίζονται ποιητές και πεζογράφοι, όλη η συμβιβασμένη ιντελιγκέντσια της εποχής. Η αριστερά εκφράζεται μέσα από την Επιθεώρηση Τέχνης, που διηύθυνε συντακτική επιτροπή και ο Γιώργος Πετρής ο διευθυντής του εντύπου, αδήλωτος ομοφυλόφιλος, που δεν τόλμησε ποτέ να δημοσιεύσει ποιήματα του Καβάφη γιατί οι σύντροφοί του έλεγαν ότι ο Καβάφης είναι «ποιητής της παρακμής» λόγω της ομοφυλοφιλίας του. Το συντηρητικό περιοδικό του Σεφέρη «Εποχές»,  και το άκρως συντηρητικό περιοδικό «Νέα Εστία», δυο έντυπα  που κοιτάζουν μόνο στο παρελθόν. Οι καλύτερες πέννες της αριστεράς, έχουν προσληφθεί στην εφημερίδα Καθημερινή από την κ. Ελένη Βλάχου -μια δεξιά εκδότρια- στη λογική της κοινωνικής φιλανθρωπίας προς τους ηττημένους και όπου όφειλαν να εκθειάζουν με την πέννα τους τον Καραμαλή, όπως τον λέει ο Πετρόπουλος, και οι αριστεροί γράφοντες να προσπαθούν μέσα από τα άρθρα τους να περάσουν στίγματα της ιδεολογίας τους απόκρυφα, σημειολογικά, υπογείως, τέλος πάντων κάτι από τις ιδέες για τις οποίες είχαν διωχθεί και εξοριστεί. Και εκεί συνέβαινε το ασύλληπτο οι μεν δεξιοί να διαβάζουν στα άρθρα της Καθημερινής αυτά που επιθυμούσαν οι δε αριστεροί διάβαζαν αυτά που θα ήθελαν να διαβάσουν. Κατ’ εκείνη λοιπόν την εποχή εμφανίζεται το ρηξικέλευθο περιοδικό ΠΑΛΙ, που δηλώνει «εχθρικό προς κάθε είδους συντήρηση»… Το περιοδικό ΠΑΛΙ Πολύ αργότερα ο Δημήτρης Πουλικάκος μιλώντας για την έκδοση του τόμου, θα πει: «Στα μέσα του 1962, με τον Παναγιώτη Κουτρουμπούση, αποφασίσαμε να κοιτάξουμε να βγάλουμε ένα περιοδικό. Αργότερα προς το φθινόπωρο το είπαμε και στο Λεωνίδα Χρηστάκη  που πρότεινε να μας φέρει σ’ επαφή με τον Νάνο Βαλαωρίτη. Έτσι γνωρίσαμε τον Νάνο που μας είπε ότι κι αυτός χρόνια τώρα ήθελε να βγάλει ένα τέτοιο έντυπο. Σιγά σιγά σχηματίστηκε μια επιτροπή από τους Νάνο Βαλαωρίτη, Γιώργο Μακρή, Τάσο Δενέγρη, Μαντώ Αραβαντινού, Παναγιώτη Κουτρουμπούση κι εμένα, που με τη βοήθεια και του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Κώστα Ταχτσή και του Λεωνίδα Χρηστάκη, βγάλαμε το πρώτο τεύχος, αρχές του ’64. Σ’ αυτό, τον πρόλογο μάς έγραψε  ο Μακρής. Μετά, σκορπίσαμε με διάφορα ταξίδια και τα υπόλοιπα τεύχη τα δούλεψε ο Νάνος περισσότερο, εκτός από το 4 που το ‘βγαλε ο Ταχτσής. Το ’67 βέβαια σταματήσαμε όπως όλοι μας». Και ο Πάνος Κουτρουμπούσης συνεχίζει: «Το ΠΑΛΙ βγήκε το χειμώνα του 1963-64. Πριν ένα χρόνο περίπου είχαμε κάνει με τον Δημήτρη Πουλικάκο ένα «συμβάν» με γενικό τίτλο «Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς ή Δοκιμαστικοί Σωλήνες» στο Κέντρο Συμπόσιον που είχε ανοίξει ο Γιώργος Μπουκουβάλας στην Πλάκα, όπου εκδηλωθήκαμε εν λευκώ, και μετά παρόλο που πολλοί είχαν αηδιάσει απ’ αυτή την εκδήλωση και μας γλωσσοτρώγανε, εμάς μας πήραν τα μυαλά αέρα και σκεφτόμασταν πώς να σκαρώσουμε κάνα περιοδικό για να «συνεχίσουμε τον αγώνα». Αλλά ενώ γυρίζαμε με πολλά βιβλία στις τσέπες των αμερικάνικων στρατιωτικών σακκακιών μας, δεν καταφέρναμε τίποτα, κυρίως ‘πειδή λείπαν τα λεφτά. Μετά εγώ έφυγα για κάμποσους μήνες αλλά ο Πουλικάκος γνώρισε τον Νάνο τον Βαλαωρίτη, του ανέφερε τους κρυφούς μας πόθους (για περιοδικό δηλαδή) και αυτομάτως αλληλο-ενθουσιασθήκανε ανανεωμένοι γιατί και ο Νάνος τέτοιους πόθους έτρεφε. Ο Δημήτρης με ειδοποίησε στο poste-restante στο Παρίσι κι έτρεξα κι εγώ πίσω στην Αθήνα σαν τρελλός μπας και μείνω έξω απ΄τη φτιάξη σαν τις μωρές παρθένες. Εδώ, μαζί μ΄εμάς τους τρεις γίνονται κι άλλοι μέλη του «σκληρού πυρήνα». Ο Γιώργος ο Μακρής – που κι αυτός γύριζε πάντα μ΄ένα βιβλίο στην τσέπη με τα περιθώρια κάθε σελίδας γεμάτα σημειώσεις του -, ο Κώστας Ταχτσής, ο Τάσος Δενέγρης, ο Αντρέας Εμπειρίκος. Τρεις – τέσσερεις βάλαν από λίγα λεφτά και μαζευόμαστε όλοι, λίγο στο ημιυπόγειο του Δημήτρη, λίγο στο σπίτι του Νάνου, και το περιοδικό παίρνει οριστική μορφή. Όταν βγήκε το νούμερο Ένα, διάφοροι –άλλοι «σπουδαίοι» κι άλλοι όχι- μας κακολογούσανε και μας κατακρίνανε όπως και πριν, με το Συμπόσιο, μόνο πολύ περισσότερο- στα Brazilian, Λουμίδηδες, Βυζάντια και πολύ πιθανόν και στις γωνίες των δρόμων, συνήθως κρυφά. Το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού τους αγνόησε τελείως αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι αγνοούσε συγχρόνως και τη δική μας ύπαρξη. Ομοίως τους αγνόησαν και οι μπήτνικς και οι χίππιδες του Παπασπύρου (στο Σύνταγμα), της Πλάκας και της Ύδρας, μια και δεν ξέρανε ελληνικά. Εμείς εν τω μεταξύ αδιαφορούσαμε οι περισσότεροι γι αυτά τα ζιζάνια και συνεχίζαμε απτόητοι να βγάζουμε τα τεύχη σε αραιά διαστήματα. Σε λίγο το κύριο βάρος της δουλειάς έπεσε στον Βαλαωρίτη, με τους περισσότερους από μας πάντα κοντά, μέχρι το τέλος του 1966. Τους πρώτους μήνες του 1967 ο Νάνος κι εγώ – που έτυχε να είμαστε οι μόνοι παρόντες εκείνο το διάστημα –αρχίσαμε να σκεφτόμαστε για ένα καινούργιο τεύχος, το νούμερο 7, που θα είχε σαν κεντρικό θέμα το Αλλόκοτο (δηλαδή παραψυχικά, μεταφυσικά, εξωγήινα, κ.τ.λ.) κι εγώ θα αναλάμβανα το βάρος του όλου τεύχους. Πριν όμως προφτάσουμε να αρχίσουμε πραγματοποίησαν τους κρυφούς τους πόθους οι συνταγματάρχες και καθώς αυτονών οι πόθοι ήταν πολύ διαφορετικοί από τους δικούς μας, το κλείσαμε το μαγαζί και άλλοι φύγανε για άλλες χώρες, άλλοι μπλέξαν σε άλλες ασχολίες. Ένας μας μάλιστα, τόσο αηδίασε απ’ την θλιβερή μορφή που πήρε η ζωή στην Ελλάδα, που πήδηξε από μια ταράτσα.» … Στα έξι τεύχη του περιοδικού ΠΑΛΙ που κυκλοφόρησαν από το Φεβρουάριο του 1964 μέχρι το Δεκέμβρη του 1966 περιέχονται κείμενα των: Παλινιστών: Μαντώς Αραβαντινού, Νάνου Βαλαωρίτη, Τάσου Δενέγρη, Νίκου Εγγονόπουλου, Ανδρέα Εμπειρίκου, Νικόλαου Κάλα, Παναγιώτη Κουτρουμπούση, Γιώργου Μακρή, Σπύρου Μεϊμάρη, Εύας Μυλωνά, Σωτήρη Παπαπολίτη, Τάκη Παπατσώνη, Δημήτρη Πουλικάκου, Αλέξανδρου Πωπ, Δημήτρη Ρικάκη, Γιώργου Σεφέρη, Αλέξανδρου Σχινά, Κώστα Ταχτσή, Γιάννη Τσαρούχη, Λεωνίδα Χρηστάκη, και σχέδια των Ζωγράφων: Αλέξη Ακριθάκη, Μίνου Αργυράκη, Γιάννη Γαΐτη, Νίκου Εγγονόπουλου, Μιχάλη Μακρουλάκη, Γιάννη Μιγάδη, και Αλέκου Φασιανού. Και τον μόνο που ξέχασαν και τον αναφέρανε ήταν ο σπουδαίος ποιητής Μιχάλης Κατσαρός. Αυτοί ήταν η  προηγούμενη γενιά. Σήμερα κάποιοι απ’ αυτούς έχουν γίνει κομμάτι της λογοτεχνικής ιστορίας, και μέρος των αναμνήσεών μας… ???????????????????????????????

Μπαρουάκ: Βαγγέλης Μπέκας, Ευτυχία Παναγιώτου

Και θα συνεχίσω το παραμύθι, σε τούτες δω πια τις μέρες, με μια άλλη παρέα αντιρρησιών κι εξεγερμένων δημιουργών που ξεκίνησαν με τις ίδιες περίπου ιδέες για να αλλάξουν τον κόσμο. Είναι η παρέα των Μπαρουάκ, μια παρέα ανθρώπων που κάποια μέρα ήρθαν στο σπίτι μου, κάθισαν λίγες ώρες και με έκαναν να αισθανθώ ότι η ανθρωπότητα  σε ετούτη την περιοχή του πλανήτη, οδεύει μάλλον προς το καλύτερο –ότι υπάρχει μέλλον. Μπροστά μου έβλεπα πρόσωπα καθαρά, παιχνιδιάρικα, φιλοπερίεργα, ανθρώπους νέους, γεμάτους φλόγα και προβληματισμό, κάθε κουβέντα που λέγαμε την ανέλυαν, κάθε λίγο χτυπιόντουσαν από  ενθουσιασμό, κραυγάζανε, το ΄βλεπες, φλέγονταν από ιδέες και επιθυμίες, κριτικάρανε, σατίριζαν, σάρκαζαν, ήταν χωμένοι στον πυρετό της ανατροπής και της σύνθεσης. Από τότε τους παρακολουθώ και κατά κάποιο τρόπο έχω μια αρκετά καλή εικόνα της πορείας που διαγράφουν, ενώ διαπιστώνω ότι κολυμπούν σαν τα ψάρια μέσα στην κυβερνοθάλασσα. Γράφουν κείμενα, σκαρώνουν βίντεο αρτ, παίρνουν βίντεοσυνεντεύξεις από συγγραφείς και ισχυρίζονται ότι: «Σε αντίθεση με την TV που στριμώχνει τους ανθρώπους του πνεύματος στο τηλεοπτικό περιθώριο, εμείς επιχειρούμε να τους φέρουμε στο προσκήνιο». Οργανώνουν συμβάντα με ποίηση, συνεργάζονται με μουσικούς, έχουν δημιουργήσει ιστότοπους, μπλογκς, συνεργάζονται με ποιητές και συγγραφείς, με ανθρώπους που έχουν το μεράκι του γραψίματος, ανταλλάσσουν προβληματισμούς, ιδέες, απόψεις μέσα σε διάφορα φόρουμ. Μια παρέα δαιμονισμένων, νέων δημιουργών, που ψάχνουν και ψάχνονται πυρετωδώς… Ζούμε σε μια χώρα που αφουγκράζεται τους απόηχους των συμβάντων της Δύσης. Κατά κάποιο τρόπο ακολουθούμε τα τεκταινόμενα στη Δύση. Κι αυτό φαντάζει λίγο ως νομοτελειακή ακολουθία. Δείτε για παράδειγμα πόσο ασήμαντα είναι τα χαρακτηριστικά  των πολιτιστικών επιδράσεων από το βορρά ή η διείσδυση εξ ανατολών στον τόπο μας. Ζούμε επίσης σε μια χώρα βαθύτατα συντηρητική όπως περίπου ολόκληρος ο ευρωπαϊκός νότος. Επιπλέον στην μεγάλη πόλη οι άνθρωποι τρελαίνονται από τη βία. Μα πάνω από όλα είναι οι ίδιες οι πόλεις που είναι βίαια χωροθετημένες, πολεοδομημένες, όπου εξαιτίας της τεράστιας αξίας της οικοδομήσιμης γης κτίζεται και το τελευταίο εκατοστό. Κτίζουν κάθετα, δηλαδή, αλλοτριωτικά, κανείς κάτοικος δεν επικοινωνεί με κανέναν, τα διαμερίσματα κατασκευάζονται  για να στερούν τη δυνατότητα γειτνίασης, προσέγγισης, επικοινωνίας ενάντια σε κάθε επικοινωνιακή λογική. Και μέσα στις πόλεις δεν περισσεύει πια δημόσια ελεύθερη αδόμητη γη. Κι εμείς, όμως, εδώ στη μικρή ανθρωποκοινωνία της Σύρου ζούμε –σαφώς σε καλύτερες συνθήκες- τον καθημερινό επαρχιωτισμό μας που είναι σχολιαστικός, κακεντρεχής, πνιγηρός, δηλητηριώδης, (κάργιες και καριωτακισμός). Όμως τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μια επικοινωνιακή έκρηξη, ένας συθέμελος κλονισμός των παλαιών ηθών σε τούτη τη συντηρητική παλιόχωρα. Σε αυτή τη νέα εποχή η έκφραση και η επικοινωνία κυριαρχούνται από το μέσο, δηλαδή, το διαδίκτυο που αιωρείται ανάμεσα σ΄εμάς και στον υπόλοιπο κόσμο  και λειτουργεί αμφίδρομα. Ο καθένας από εμάς μπορεί σήμερα να βιντεοσκοπήσει ή να γράψει ό,τι θέλει και στα σίγουρα θα βρει κάποιους ακροατές ή αναγνώστες και μάλιστα με κάποιους από αυτούς που θα τολμήσουν, μπορεί να επικοινωνήσει και να ανταλλάξουν ιδέες, απόψεις. Ποτέ άλλοτε στη χώρα μας δεν υπήρξε τέτοια παραγωγή γραπτού λόγου, τόση ανάγκη διαρκούς έκφρασης, τέτοιος πλουραλισμός ιδεών, αλλά και τόση πολύ δημόσια ενδοσκόπηση που γίνεται συνήθως σε συνθήκες ανωνυμίας ή μισοαναγνώρισης. Και οι αναγνώστες συμμετέχουν, συχνά δεν μένουν παθητικοί αλλά καταθέτουν τις αντιρρήσεις τους, συμπληρώνουν και διαλέγονται. Και είναι σαφές ότι οι δημιουργοί που εκφράζονται με το γραπτό λόγο, όσο περισσότερο γράφουν τόσο καλλίτεροι γίνονται. Εδώ θέλω να πω δυο κουβέντες για το τεράστιο μειονέκτημα των μικρών γλωσσών, όπως η ελληνική, μια γλώσσα μικρή και ανάδελφη, που μιλιέται από λίγα εκατομμύρια ανθρώπους και για το λόγο αυτό οι λογοτέχνες δεν πληρώνονται ή πληρώνονται ελάχιστα και άρα δεν μπορούν να επιβιώσουν, γι΄ αυτό και δεν έγινε ποτέ στη χώρα μας επάγγελμα το συγγραφιλίκι. Και όταν στο μεσοπόλεμο ξεκινά ουσιαστικά η πρώτη μεγάλη φουρνιά Ελλήνων συγγραφέων που γράφουν συστηματικά Θράσος Καστανάκης, Καραγάτσης, Καζαντζάκης και ακολούθως μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, τα βιβλία τους τυπώνονται από 1000 έως 2 χιλιάδες αντίτυπα και αυτό είναι όλο κι όλο το αναγνωστικό κοινό. Και ας μη μιλήσουμε για τους αριθμούς πωλήσεων στις ποιητικές συλλογές. Ένα άλλο παράδειγμα, από τον κινηματογράφο αυτή τη φορά, είναι η ταινία του Παντελή Βούλγαρη «ο Βενιζέλος» που 35 χρόνια πριν και ενώ στοίχισε 200 εκ. δραχμές δεν έβρισκε διανομέα για να παιχτεί στις κινηματογραφικές αίθουσες. Τελικά την ταινία την πρόβαλε η τηλεόραση, αμφιβάλλω, βέβαια,  αν υπάρχουν πολλοί που την παρακολούθησαν μέχρι τέλους -γιατί είναι κακή ταινία- και μπορεί να είχε λιγότερους θεατές από τις ταινίες που παράγουν με εντελώς πενιχρά μέσα και ανεβάζουν στο διαδίκτυο οι Μπαρουάκ. Σήμερα ο θεσσαλονικιός συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης έχει απελευθερώσει τα κείμενά του και τα βιβλία του ανεβάζοντάς τα στην προσωπική του ιστοσελίδα όπου διαβάζονται  από εκατοντάδες ενδεχομένως και χιλιάδες ανθρώπους, το ίδιο μπορεί να συμβαίνει με κάποια κείμενα και διηγήματα του Βαγγέλη Μπέκα που τα έχει αναρτήσει τα τελευταία χρόνια στον προσωπικό του ιστότοπο αλλά και σε άλλα μπλογκς ή με τις κοινές δουλειές που έχουν κάνει σαν ομάδα στο γιουτιούμπη. Είναι σαφές ότι η δημιουργική ομάδα Μπαρουάκ, είναι και αυτή ένα ασκέρι εξεγερμένων δημιουργών, μια πρωτοπορία, που με τις δράσεις της, πέρα από την ανάγκη έκφρασης του καθενός, προσπαθεί να κινητοποιήσει όλους εμάς γύρω της, για να συμμετάσχουμε στο παιχνίδι της αμφισβήτησης και ανατροπής κατεστημένων αναχρονιστικών βλαβερών λογικών. Κατά τη γνώμη μου αυτό που κάνουν είναι πολύ σημαντικό, και δεν ξέρω καν αν οι ίδιοι έχουν συνειδητοποιήσει τη δύναμη και τη σημασία της παρέμβασής τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Οι Μπαρουάκ  προσπαθούν να δυναμιτίσουν τις εφησυχασμένες συνειδήσεις μας, να φτιάξουν περάσματα για εναλλακτική επικοινωνία, να ξεσηκώσουν και να στρέψουν τα μυαλά μας προς τη δημιουργία, και αφού μας καλούν, γιατί να μη βαδίσουμε μαζί τους. Εγώ πάντως είμαι μαζί τους…

*Βαγγέλης Μπέκας, Βασίλης Κυριάκης, Ευτυχία Παναγιώτου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s