Μύκονος – Διακοπές στο Τζιναβονήσι

Posted: Αύγουστος 24, 2010 in Στα νησιά του Αιγαίου (1)

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΟ ΤΖΙΝΑΒΟΝΗΣΙ (*)

Του Τέου Ρόμβου

”…Ζινόντας τ’ απονίδονο λαβίνι

κι απονιβόντας ερομιδαλιό

σινέρωσα το δέρο του χαβίνι

κον’ άλικο δομένικό λαρό!… «

         Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

Είναι ξελογιάρα, και γω αβέλω μπάκολο για τον τζιναβότοπο, τζάκα πηγαίνουν αδερφές για να δικέλουν σερμελιές, και όπως πάντα αβέλει κοντορελιά. Πρώτα δικέλω για τσαρδί to let κι ύστερα ν’ αβέλω λούνι, τέλος πουλοβιδώθηκα τζάκα λούτσια σ’ ένα χαλότσαρδο για να προχαλέψω κατιτίς. Παρήγγειλα φρίσο και κει που έχαλα, δικέλω ντικ μια γκουρουμωτή τσαρδόφατσα που τζουρντάρει και με καρκαμπινιάζει. Τεκνό τα μπουτ λατσό, χρυσό καγκελοκλόκι και χρυσό τσαρδόγυαλο και στο σλιπολούνι μπόλικη φωτογένεια. Σηκώνομαι να πάω στα τζουρά και όπως περνώ, το αγλαρότεκνο μου τα ρίχνει:

«Μπενάβεις καλιαρντά, χρυσή μου;»

«Και τα τζινάβω και τα μπενάβω», του απαντώ. «Εσείς καλέ, είστε από πού;»

«Κρήτη ταραφουντάν κούκλα μου, και έχω μια σερμελιά που’ ναι δική σου ούλη, θα στην αβέλω τώρα δα στην καυτερή σου πούλη».

Δεν χάνω καιρό η ξενηστικωμένη και απαντώ: «Κι αν είν’ η πούλη μου στενή κι η μέλα σου μεγάλη, πάρε σαπούνι συριανό και βάλτης στο κεφάλι…»

Κάθισα τζάκατα στο μουσαντοπαλικαρότεκνο. Μου ξομολογήθηκε ότι δυο μέρες είχε που βγήκε από τη λεβεντόμαντρα.

«Ήμουνα ροκαί σαμέ, μπέναψε στα  ποδανά, μεγαπή λουσμά δυο να μεσουπηχτή μια ζαπετρά κι έγινε κατσαμπού λοσγαμέ κι ήρθανε τα καρακόλια και τα ετοκά, και μας βουζεμάν μας μπουζουριαζάν και βουρ στην κηλαφή. Χρονάκια ρασσετέ γαφαέ…»

Είπα με το νου μου: «Αχ, κάλιο ψωλή να ομιλεί παρά σαρμέλα μίλι…»

Εμάντες, το λοιπόν,  πάμε για το χουστότσαρδο, το τεκνό όλο σολ και σορόπια.

«Μόλις φτάσουμε, θα στον χώσω μέχρι ριζάρχιδο», υποσχέθηκε στο δρόμο το μουσαντοπαλικαρότεκνο.

Καραντεζαρισμένοι πια φτάσαμε στο τσαρδί, αβέλω πισελοκάσελο, κοντροσολαριαζόμαστε, κωλομπουλάρω και αβέλω πιλάρι για να κωλοτσιτώσει η πούλη μου και να κάνω το διπλό μπατιμάνι.

Αχ, αδερφές και παλικάρια γινήκαμε μαλλιά κουβάρια. Να οι μπράτες, να τα κουταλιάσματα, να τα ντέζια και τα καυλοκουνήματα, τα κουραβαλιάσματα και τα σαρμελοχαμόγελα. Τα μπουτ πιασμαντέ όλο πάθος και αλληλοκαυλοσίχαμα και δώστου φλόκια και σαρμελοζούμια…

Κι ύστερα πια ντουμανιάσαμε στο σωληνάκι της χαράς με νταμιρότριμα, δώστου κερομούσαντα και χούσια, ακούσαμε τους σεβντοκατέδες, τζάκα κάποια στιγμή εγώ σολχαβουζιάστηκα. Ξύπνησα σφιλατσιασμένη σαν λουκανικόπιτα στο πισελοκάσελο και ο πλενομπελές εξαφανιζόλ.

Ψάχτηκα και το τσόλι με είχε τσουρνέψει κανονικά τσαι είχε τζάσει. Μου πήρε όλα μου τα τουλά, τα σκούρα, τα κοκκινολαιμάκια και τα τζαρόμπαλα, πάνε τα μπιρμπίλια και τα χαϊμαλιά, πάει και το μονολατσολίθαρο δαχτυλίδι της μάνας μου κι έμεινα η τζαζλή στον άσσο.

Φαρανιασμένη βγήκα στο μπαλκόνι και λάκραρα και γκροσοβότσιαζα: «Βοήθεια γκοντοαφιονισμένοι, βοήθεια αδελφάτο, και αν υπάρχει άφαντος, πισελοκουλουμπουριάστηκα η καημόπουτσα!»

Με τα ξεφωνητά και τις τσιρίδες μου αριβάρανε οι γιούδες και οι ρούνες και με αβέλανε στην καλιαρντόπρεσα. Γύρισα σεληνού στο τσαρδί. Κοπάνησα όλα τα μπαρόμπιλα για να συνεφέρω.

Άχου, τι ταραγμάν και τι ταραχόφαλτσο πήγα κι έφτιαξα η λοκαντιέρα. Με σκουντουλιάσανε και πήγα ντουγρού στον κατελάνο.

Κάθισα να δικέλω την κρυσταλομπουρού, τίποτα, προσπάθησα να λερατζάρω, νάκα, χοροπηδάγανε τα λέτρα.

Αχ που να πέφτανε απάνω του όλα τα καψομόλια, τον ταλιροκαταράστηκα!

Που δεν πιπίλαγα καλύτερα καπότες!

Ποτέ μου πριν δεν είχα αβέλει ντουλό σε τεκνό και τώρα αλλαξοτοπιασμένη, γεμάτη μουτζότζοφες και μπαρόσημα, ν’ αβέλω διακόνα στον μπερντέ για το συρμομπακά για να επιστρέψω στον τσαρδότοπο…

 

(*)  Το γραφτό αυτό το οφείλω στον θαυμάσιο νεκρό Ηλία Πετρόπουλο και στα Καλιαρντά του. Το καλιαρντό κείμενο, για να κατανοηθεί, απαιτεί απόλυτη συμμετοχή του αναγνώστη, διαβάζεται απνευστί –έτσι όπως ομιλείται η καλιαρντή- και η ανάγνωσή του συνοδεύεται από τις προσήκουσες εύγλωττες χειρονομίες, μορφασμούς, καμώματα,  ακκισμούς και μίμηση θηλυκών κινήσεων. 

 ΓΑΛΕΡΑ, τεύχος 10, Ιούλιος 2006

Advertisements
Σχόλια
  1. Διασκεδαστικό,
    αλλά στα ποδανά που έμαθα εγώ η «κηλαφή» ναιεί λακηφύ (εξ ού και πο-δανά)…
    Κοινοποιώ
    (τον Πειρατή μου, τον έδωσα, δεν τον έχω πια…)

  2. Ο/Η plakomoytzi elena λέει:

    abelo ta moytza moy abelo daizy boyelo na xalo ta kakna tis kaknis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s