Κριτική

Ένα αυθεντικό μυθιστόρημα

Τέος Ρόμβος, Γεώργιος Νέγρος

της Άννας Γρίβα

Για να γράψει κανείς ένα ιστορικό μυθιστόρημα χρειάζεται όχι μόνο έρευνα των αλλοτινών εποχών, όχι μόνο εξακρίβωση γεγονότων, όχι μόνο ανασύνθεση του παρελθόντος, αλλά και ανασύνταξη της γραφής και του λόγου συνολικά, ώστε η γλώσσα να υπηρετήσει το υλικό που με κόπο συγκεντρώνεται, και φλόγα βαθιά και γνήσια, ώστε το κείμενο να αναπνεύσει πατώντας στις ανάσες ανθρώπων που κάποτε ήταν ζωντανοί, σαν την παρτιτούρα που δίνει πνοή σε ένα έργο μέσα από μια καινούργια εκτέλεση. Γιατί η λογοτεχνία δεν είναι επιστήμη, δεν τεμαχίζει, δεν βάζει στον μεγεθυντικό φακό τις παραμέτρους, αλλά από τις παραμέτρους αυτές που έχουν κατανοηθεί εις βάθος ως το πνεύμα μιας εποχής, ως το πνεύμα της ιστορίας, τραβά τη σάρκα και την ανασταίνει.

Έχοντας καταφέρει όλα τα παραπάνω ο Τέος Ρόμβος αφήνει στα χέρια μας το μυθιστόρημά του, στο οποίο αυτοβιογραφείται ο πειρατής Γεώργιος Νέγρος. Φαίνεται πως ο συγγραφέας έχει κοπιάσει και ο κόπος του έπιασε τόπο, αφού κατόρθωσε να δημιουργήσει μια αφήγηση που συνεπαίρνει τον αναγνώστη. Στο σημείο αυτό είναι η χρήση της γλώσσας που γίνεται θέμα ουσίας, κάθε λέξη διαλεγμένη μέσα από τον πλούτο της ελληνικής στη διαχρονία της, το δημοτικό τραγούδι, η «Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου», ο «Ερωτόκριτος», οι μαντινάδες, τα απομνημονεύματα των αγωνιστών της ελληνικής επανάστασης είναι πανταχού παρόντα. Και φυσικά ο ζωντανός, ο δικός μας λόγος που βρίσκει ξανά τις ρίζες του και κάνει βουτιά στα περασμένα με ένα φοβερό γλωσσικό ένστικτο που ξέρει να εξισορροπήσει αυτό που έσβησε –έσβησε;- και αυτό που επιβίωσε.

Η αφήγηση είναι ευθύγραμμη, οι παρεκβάσεις τη συμπληρώνουν. Το θέμα και το ήθος του αφηγητή επιβάλλουν τον αφηγηματικό τρόπο. Σκεφτείτε τη γιαγιά σας να αφηγείται τη ζωή της, σκεφτείτε ένα παραδοσιακό παραμύθι, σκεφτείτε μια παραλογή. Μέρος αυτού του κόσμου είναι ο αφηγητής και αυτού του κόσμου τους τρόπους κατέχει. Η απλότητα είναι δύναμη, η απλότητα είναι καημός που δεν θέλει να κρυφτεί, η απλότητα είναι το δράμα που υπάρχει και τίποτε άλλο δεν χρειάζεται. Άλλες αφηγηματικές επιλογές θα φαίνονταν τερτίπια και επιτηδεύσεις ανθρώπων που πάνε να κάνουν τα  πτυχία τους τέχνη, δίχως φωτιά καμία και τελικά κάνουνε μια τρύπα στο νερό. Ο συγγραφέας ξέρει από ζωή, γι’ αυτό και ισορροπεί με μαστοριά και στην τέχνη του.

Ο Γεώργιος Νέγρος γίνεται ξάφνου σαν τον παππού που θα συναντήσει κανείς σε έναν χωριάτικο καφενέ και θα αρχίσει να μιλά τη ζωή του. Τον βλέπεις να κάθεται απέναντί σου στην καρέκλα και σου αρχίζει με τα καλά και τα στραβά του, άλλοτε σκληρός, άλλοτε προδωμένος, άλλοτε ονειροπόλος… Έτσι και ο ήρωας τη μια περιγράφει τα εγκλήματά του και σαστίζεις και την άλλη μιλά για δικαιοσύνη και συμπεριφέρεται με μια πρωτόγνωρη ανιδιοτέλεια και συντροφικότητα. Εξάλλου πολλές φορές σπεύδει να θυμήσει πως πειρατή η ανάγκη τον έκανε και άλλοτε πάλι μιλά με ειλικρινή απέχθεια για όσα χρειάστηκε να κάνει… Γιατί δεν είναι ένα πράμα ο άνθρωπος, ποτέ δεν ήταν, κι αν μιλήσουμε και για την εποχή του Γεώργιου Νέγρου –τα γεγονότα έχουν ως άξονα το έτος 1851, αναζητήστε τι κακός χαμός γινότανε τότε στο νεογέννητο ελληνικό κράτος!- ήταν η ιστορία που σε τράβαγε από τα μαλλιά και σε έκανε και κλεφτόπουλο και πειρατή και δούλο και εξεγερμένο. Κι αν μιλάμε για λίγο αργότερα, η ιστορία πάλι απ’ τα μαλλιά σε έπαιρνε και σε έκανε και μετανάστη και ρεμπέτη και κομμουνιστή και αλήτη. Κι αν μιλάμε για σήμερα, πάλι η ιστορία μας τραβά εντός του μέλλοντός μας –για να θυμηθούμε και τον Εμπειρίκο- και μέσα από τις αντιφάσεις μας ζητά τις απαντήσεις που μας αξίζουν. Και μια βουτιά στους προ-προπαππούδες μπορεί να φωτίσει λίγο-έστω λίγο- τα πράγματα…

Όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην αφιέρωση που πρόκειται: «…ονειρευτήκαμε ότι κάποτε θα πλέαμε μ’ ένα θαλασσινό σκαρί πειρατεύοντας το Αιγαίο. Δεν έγινε, ίσως σε μιαν άλλη ζωή…».

Αυτή η ευχή διαπερνά αθόρυβα όλο το βιβλίο και γίνεται η δύναμή του.

Περιοδικό Ένεκεν, τ. 28, 2013

*    *    *

Γεώργιoς Νέγρος – Ο Τίγρης του Αιγαίου   

Της Δάφνης Χρονοπούλου

Από τον ανεμοδαρμένο μεσαιωνικό οικισμό της Άνω Σύρας κατεβαίνει κάθε πρωί ο Τέος Ρόµβος στην Ερμούπολη και μελετά στο Ιστορικό Αρχείο παλιές διαθήκες, ναυτολόγια, αναφορές κι εφημερίδες που τον ξαναβυθίζουν σε παιδικά διαβάσματα για μακρινούς κουρσάρους. Ώσπου ένα βράδυ, οδηγημένος από έναν παράξενο ήχο, ανακαλύπτει χτισμένη στον πέτρινο τοίχο του παλιού σπιτιού του τη χειρόγραφη αυτοβιογραφία ενός φημισμένου «κλέπτη και πειράτη» και, δια της γραφής, ο συγγραφέας-αφηγητής πραγματώνει το νεανικό του όνειρο να πλεύσει στο Αιγαίο «µε ένα πειρατικό σκαρί«.

Με «δεκαπέντε λεβέντες» στο «τσούρµο» του -ανάμεσά τους έναν «έβδοµη γενιά κουρσάρη» και το Πλάσμα το «τραβηχτικό» που το αγάπησε, μας λέει, «καλύτερα από θηλυκιά» κι είναι «πολλά καλό» μα άγριο γιατί «έχει το χούι του φoνιά«, όμως με τα κόκκινα μαλλιά του μπούκλες «φέρνει πλιότερο σε κορίτζι» ο «πειράτης» θυμάται κουρσέματα, φυλακίσεις, σφαγές και προδοσίες, αλλά και αργόσχολους χειμώνες μεθυσιών με καυγάδες στα καπηλειά και τα πορνεία της Σύρας. «Στοχασθείτε αυθέντες µου ότι οι ίδιοι οι καπεταναίοι κοµπάζουν ότι  σε πέντε χρόνους έγδυσαν ως και πεντακόσια καράβια» ανέφερε ο ιερομόναχος Άνθιµος Πουλάκης στην Ελληνική Κυβέρνηση του 1827 όταν περιέγραψε το πειρατικό ορμητήριο της Γραμβούσας στην Κρήτη με το «ξακουστό παζάρι µε τις λείες» και την «Παναγιά την Κλεφτρίνα» του.

Είναι παράξενο, μετά από τόσα χρόνια, παρά την έκταση της ακτογραμμής και των μύθων, στα ελληνικά να μην έχουμε πειρατική λογοτεχνία. Μετά το θρύλο του Κωσταντή (1951) του παραγνωρισμένου Κώστα Χατζηαργύρη, ο Γεώργιος Νέγρος έρχεται να καλύψει ένα κενό, αρμενίζοντάς μας στα μέσα του 19ου αιώνα με μια γλώσσα καθαρή και ρέουσα, που ακουμπά στο Defoe και τους παλιούς «μπαντίδους«, όσο και σε ιστορίες όρμων και νησιών του Αιγαίου.

περ. INFO, Μάιος 2013

*    *    *

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ

Θαλασσινό εγκώμιον ελευθερίας και γυναικών

«Κανένας μην λιγοψυχήσει. Τα χέρια στο τιμόνι. Πρόσω. Πρόσω ηρέμα» Οδυσσέας Ελύτης

                  EIKONA 1

Κουρσεύοντας ξένα ιστιοφόρα στο Αιγαίο του 19ου αιώνα. Μια εκμυστήρευση περιπετειώδους και πολύπαθου βίου εν είδει ημερολογίου καταστρώματος. Μια μυθιστορηματική βιογραφία. Ενας ελεγειακός ύμνος στην ελευθερία, στη θάλασσα, στις γυναίκες. Το τελευταίο βιβλίο του Τεό Ρόμβου «Γεώργιος Νέγρος – Ο τίγρης του Αιγαίου» (εκδόσεις «Πανοπτικόν»).

Μακριά από τον κόσμο της ανταγωνιστικότητας και του χρήματος, πιστεύοντας στις μικρές κοινωνίες της συντροφικότητας και της συλλογικότητας, ο αντικομφορμιστής και ακτιβιστής σε θέματα περιβάλλοντος Ρόμβος ζει εδώ και 20 χρόνια στην Ανω Σύρο με τη σύντροφό του Χαρά Πελεκάνου, με την οποία έχουν 35 χρόνια κοινής ζωής (περιπλανήθηκε στη νιότη του σε διάφορα μέρη του κόσμου, έφτιαξε ταινίες για σινεμά, τηλεόραση, δημιούργησε βιβλιοπωλείο μεταπολιτευτικά στα Εξάρχεια, όπως και το περιοδικό «Τρύπα», για να αφοσιωθεί στη συνέχεια στο γράψιμο).

Έχοντας στο ενεργητικό του οκτώ βιβλία βιωματικής χροιάς πλάθει λογοτεχνικά το βίο ενός υπαρκτού πειρατή από τη Σάμο, του Γεώργιου Νέγρου, που έδρασε στο Αιγαίο σε μια εποχή έντονων κοινωνικών ανισοτήτων στα μέσα του 19ου αιώνα.

Διαβάζοντας μικρό παιδί πειρατικές ιστορίες στα κλασικά εικονογραφημένα, βλέποντας θαλασσινές περιπετειώδεις ταινίες, ακούγοντας αφηγήσεις πολυταξιδεμένων ναυτικών σε χωριά… ταξίδευε κι αυτός. «Με συνέπαιρναν οι ιστορίες όλων εκείνων των παστωμένων με το αλάτι της θάλασσας ανθρώπων που παλεύανε ολημερίς με τα στοιχειά της φύσης, που δίνανε αγώνα ύπαρξης με τα μικρά τους σκάφη στα φουρτουνιασμένα πελάγη και παθιάζονταν στη μοναδική αίσθηση ελευθερίας που δίνει η θαλασσοπλεύση. Ηταν οι γενναίοι μου ήρωες που δε λογαριάζανε το θάνατο και αψηφούσαν κάθε εξουσία αφού παίρναν στα χέρια τους το πεπρωμένο τους». Για να προσθέσει ότι «αγναντεύοντας το χωρίς τέλος πέλαγος, τον αχανή ορίζοντα από το φρουριακό οικισμό της Ανω Σύρου», θέλησε να αφηγηθεί «τη ζωή και την ιστορία της πολυνησίας του Αιγαίου».

EIKONA 2

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Ρόμβου για τον Ελληνα πειρατή Γεώργιο Νέγρο

Για να ζωντανέψει τον αντιήρωά του και την εποχή του έψαξε και βρήκε στοιχεία σε εφημερίδες εποχής, σε συμβόλαια, δικόγραφα, σε διαταγές της Οθωμανικής Ηγεμονίας Σάμου και του Ελληνικού Βασιλείου, σε έγγραφα της δημαρχίας Ερμούπολης.

Ο Γεώργιος Νέγρος γεννήθηκε το 1807 στη Σάμο και ανέπτυξε μεγάλη πειρατική δράση στα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του, μέχρι που τελικά το γαλλικό πολεμικό ναυτικό κατάφερε να τον εγκλωβίσει σ’ ένα σύμπλεγμα νησιών, νότια της Σάμου, στους Κορσούς, τον Σεπτέμβριο του 1851, όπου και τον ξεπάστρεψαν με τη βοήθεια ενός αποσπάσματος Σαμιωτών.

Με γοητευτικά μυθιστορηματικό τρόπο ο Ρόμβος αναπαριστά τον τελευταίο χρόνο της ζωής τού Νέγρου, βάζοντάς τον σε πρώτο πρόσωπο να ξεδιπλώνει τον πολυτάραχο βίο του. Ρεσάλτα, κουρσέματα, μάχες, φονικά, λάφυρα, καταδιώξεις, κρησφύγετα σ’ ερημονήσια, δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Να συλλογιέται, να φουρκίζεται, να ρεμβάζει, να λαχταρά γυναικείες αγκαλιές, να έχει τύψεις για το άδικο αίμα που έχει χυθεί, να γαληνεύει παίζοντας μαντολίνο, να ξεχνιέται φουμέρνοντας παυσίλυπο.

Παράλληλα δημιουργεί την ανθρωπο-γεωγραφία του Αιγαίου πριν από 160 χρόνια. Νησιά, μικρονήσια, χωριά, πόλεις. Το κοινωνικό-πολιτικό οικοδόμημα της εποχής, οι ξένες δυνάμεις, το οθωμανικό κράτος, το ελληνικό κράτος, οι τοπικές νησιώτικες κοινωνίες. Με ιδιαίτερη μνεία στο λιμάνι της Σύρου, στην Ερμούπολη, όπου ανακατεύονταν τότε κάθε καρυδιάς καρύδια (έμποροι, κλέφτες, νταβατζήδες, πόρνες κ.ά.)

Σ’ αυτό το περήφανο και αδιέξοδο κυνήγι ελευθερίας εν πλω, με το θαλάσσιο και θηλυκό ορίζοντα να τον συντροφεύουν και να τον ξεμυαλίζουν, αξιοθαύμαστος είναι ο χειρισμός της ελληνικής γλώσσας από τον Ρόμβο. Χυμώδης γλώσσα εποχής, σχεδόν… παπαδιαμαντική (συνυπάρχουν η λόγια, η δημοτική, η αιγαιοπελαγίτικη, η μικρασιάτικη, η αργκό). «Εχω ξεψαχνίσει άπειρο χαρτομάνι για να έχω τη δυνατότητα να μιλήσω και να σκεφτώ σ’ αυτή τη γλώσσα. Επίσης ζώντας στα νησιά αρκετά χρόνια έχω καταγράψει τύπους και εκφράσεις της νησιώτικης διαλέκτου που επιβιώνουν ακόμη», σημειώνει ο συγγραφέας.

** Καλά ταξίδια. Βίρα τις άγκυρες.

Πειρατεύοντας στο Αιγαίο πέλαγος

* Από δημοσίευμα στην εφημερίδα των Παρισίων «Τύπος», 25 Ιουλίου 1851: «Υπάρχει σήμερον εις το Αρχιπέλαγος άτρομός τις πειρατής, όστις διαπράττει κακουργήματα μεθ’ υπερβαλλούσης επιτειδιότητος και φρονήσεως.

EIKONA 3

Τεό Ρόμβος, ο συγγραφέας του «Τίγρη του Αιγαίου»

Διαχέει τον τρόμον εις τους δυστυχείς ταξιδιώτας… Φέρει δε όνομα Νέγρος και πατρίδα κέκτηται εις Σάμον, ηλικίαν έχων 35 ετών, ωραίον ανάστημα και κράσιν αθλητικήν. Εχει οπαδούς της αρπαγής περί τους 15 ανθρώπους, αφοσιωμένους εις αυτόν, και λίαν ριψοκινδύνους… Υποδέχονται δε αυτόν οι κάτοικοι των νήσων εις όσας επέρχεται διά να εναποθέση τα αρπαγέντα εμπορεύματα. Κομψός και φιλόφρων προς τας γυναίκας, προσφέρει εις αυτάς ωραία δώρα (…) και ευαρεστείται να προσελκύει την εύνοιαν αυτών δι’ ασμάτων, τα οποία αυτός συνοδεύει διά του μαντολίνου».

* Από το βιβλίο του Τεό Ρόμβου «Ο τίγρης του Αιγαίου»: «Αχ γυναίκες, που ν’ αλειφτώ λάδι και να τρυπώσω, να έμπω μέσα σας. Ημαι ο Γεώργιος Νέγρος, κλέπτης ήμουν πάντα και πειράτης… Αρμυροθρεμμένος και θαλασσόβρεχτος, εκ της θαλάσσης προερχόμενος και εις την θάλασσα ανήκων…

»Ημαι εις χρέος και καθήκον διά να τιμωρώ τους κλέπτες εμπόρους. Να χύνω το αίμα των που το έχουν ρουφήξει από άλλους. Εμείς σφάζομε φανερά και τιμίως, εκείνοι σφάζουν δολερά και κρυφίως. Εμείς αφαιρούμε τη ζωή των κλεπτών σε μια μόνο στιγμή, εκείνοι σφάζουν σιγά σιγά και καθημερινά με τα τεφτέρια των τυραγνώντας τα θύματά των. Εμάς λέγουν ληστοπειράτες, ενώ αληθινοί ληστές ήναι οι εμπόροι, οι τοκιστές, οι χρυσοχοί, οι κιβδηλοποιοί… Ελόγου μου, πλούτη από τον κούρσο δεν έκαμα. Μάρτυς μου η άγια θάλασσα..

»Μου λείπει η συντροφιά της γυναίκας, το χάδι της, ο λόγος της ο γλυκός… Έρωτες ηθέλησα εγώ εις τον βίο μου, έρωτες, χάδια και τραγούδια, να παίζω το μαντολίνο να τραγουδώ και να χορεύουν οι γυναίκες γύρω μου και γω να ξαραθυμώ, και όχι να ξεπαστρεύω ανθρώπους».

Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

*    *    *

Ο πειρατής του Αιγαίου

(ελεγεία στην ελευθερία, στη θάλασσα, στη γυναίκα)

του Γιώργου Βιδάλη

«Αχ γυναίκες, που ν’ αλειφτώ λάδι και να έμπω μέσα σας. Ήμαι ο Γεώργιος Νέγρος, κλέπτης ήμουν πάντα και πειράτης… Αρμυροθρεμμένος και θαλασσόβρεχτος, εκ της θαλάσσης προερχόμενος και εις την θάλασσα ανήκων».

Αυτός είναι επιγραμματικά ο ήρωας του βιβλίου«Ο τίγρης του Αιγαίου» όπως τον περιγράφει στην αρχή ο συγγραφέας. Σε μια δύσκολη εποχή φτώχειας, καταπίεσης, έντονων κοινωνικών ανισοτήτων στα μέσα του 19ου αιώνα, εκείνος εκ των πραγμάτων επέλεξε το αέναο κυνήγι της ελευθερίας έχοντας δυο μεγάλες, ατελείωτες αγάπες : την απεραντοσύνη της θάλασσας και την απεραντοσύνη της γυναίκας. Σε τούτα τα δυο διαφορετικά, θαυμαστά πελάγη βρισκόταν στο στοιχείο του, στον παράδεισό του.

Πριν όμως γνωρίσουμε καλύτερα τον σκληροτράχηλο τυχοδιώκτη-πειρατή, αυτό τον γενναίο και κρυφορομαντικό άντρα, θάθελα να πω δυο λόγια για τον συγγραφέα του. Τον Θόδωρο Ρόμβο, που ζει στην Άνω Σύρο εδώ και είκοσι χρόνια μαζί με τη σύντροφό του Χαρά Πελεκάνου με την οποία έχουν 35 χρόνια κοινής ζωής.

Τηνιακής καταγωγής απο φτωχική οικογένεια, ανήσυχο πνεύμα από μικρός, πέρασε χρόνια της νιότης του στη Λατινική Αμερική, Ιαπωνία, Ηνωμένες Πολιτείες, Αφρική, Δυτική Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γαλλία και στη Γερμανία (στην πρώτη χώρα παρακολούθησε μαθήματα κινηματογράφου κι έκανε πειραματικές ταινίες, στη δεύτερη ασχολήθηκε με την τηλεόραση μένοντας σε διάφορα κοινόβια).

Στην Αθήνα τη μεταπολίτευση άνοιξε το βιβλιοπωλείο«Οκτάπους» στα Εξάρχεια κάνοντας διάφορες εκδόσεις και παράλληλα έβγαλε το περιοδικό«Τρύπα». Σχεδόν όλα τα βιβλία του (έχει γράψει εννιά) έχουν γραφή βιωματική αντισυμβατική. Το τελευταίο του ο «Πειρατής του Αιγαίου»διαθέτει μυθοπλαστική αφήγηση βασισμένη όμως στην πραγματική ιστορία του Γεώργιου Νέγρου.

Μακριά από τον κόσμο της ανταγωνιστικότητας και του χρήματος, πιστεύοντας στον πολιτισμό της συντροφικότητας και της συλλογικότητας, πιστεύοντας στις μικρές κοινωνίες, ο Ρόμβος, που απεχθάνεται τη βία, παραμένει ένας μαχητικός ακτιβιστής σε θέματα περιβάλλοντος. Ζει στη φύση, την αγαπάει και την προστατεύει. Είναι ένας νηφάλιος συζητητής και καλός μάγειρας για όσους τον γνωρίζουν από κοντά.

Να επιστρέψουμε όμως στο τωρινό βιβλίο του, που είναι αποτέλεσμα πολύχρονης έρευνας αφού πρόκειται για αληθινό πρόσωπο. Έπαιξε ρόλο βεβαίως ότι μικρός, όπως και πολλοί έφηβοι των δεκαετιών 50 και’60, διαβάζοντας βιβλία ή βλέποντας ταινίες «ταξίδευε»νοερά με τις περιπέτειες των πειρατών.

«Αυτοί οι παστωμένοι με το αλάτι της θάλασσας θαλασσόλυκοι, που αψηφούσαν την κάθε εξουσία παίρνοντας στα χέρια τους το πεπρωμένο, παλεύοντας ολημερίς με τα στοιχεία της φύσης, φάνταζαν στα μάτια μου σαν ένα ταξίδι προς την Ελευθερία»λέει ο Ρόμβος(από τις θαλασσινές ιστορίες του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Ντανιέλ Ντεφόου, του Φώτη Κόντογλου, τα κλασικά εικονογραφημένα έως τις ταινίες με τον «Κάπτεν Μπλάντ» και τον«Κόκκινο κουρσάρο»).

Ο πειρατής Γεώργιος Νέγρος λοιπόν ήταν ένα πρόσωπο υπαρκτό. Για να αναστήσει τον ίδιο και την εποχή του έψαξε και βρήκε στοιχεία γι’ αυτόν σε εφημερίδες εποχής, σε συμβόλαια και δικόγραφα, σε διαταγές της Οθωμανικής Ηγεμονίας Σάμου και του Ελληνικού Βασιλείου, σε έγγραφα της δημαρχίας Ερμούπολης και της νομαρχίας Κυκλάδων.

Ο Γεώργιος Νέγρος γεννήθηκε το 1807στη Σάμο και ανέπτυξε μεγάλη πειρατική δράση στα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του, μέχρι που τελικά το γαλλικό πολεμικό ναυτικό κατάφερε να τον εγκλωβίσει σ’ ένα σύμπλεγμα νησιών, νότια της Σάμου, στους Κορσούς, το Σεπτέμβριο του1851, όπου και τον ξεπάστρεψαν με τη βοήθεια ενός αποσπάσματος ανδρών από τη Σάμο.

Βασισμένος σ’ αυτά τα λίγα διασωθέντα στοιχεία έπλασε με γοητευτικά μυθιστορηματικό τρόπο τον ήρωά του στο τελευταίο χρόνο της ζωής του.

Μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο σα να κρατάει ημερολόγιο καταστρώματος, ο Γεώργιος Νέγρος ξεδιπλώνει τον πολυτάραχο βίο του είτε στο παρόν είτε στο παρελθόν. Παρακολουθούμε τις περιπέτειές τους μαζί με τους καμιά δεκαπενταριά συντρόφους του. Ρεσάλτα, κουρσέματα, μάχες, φονικά, λάφυρα, καταδιώξεις, κρησφύγετα σ’ ερημονήσια, δύσκολες συνθήκες διαβίωσης σε κρύο και ζέστη. Ο ίδιος σε προσωπικές του στιγμές να συλλογιέται, να ρεμβάζει, να λαχταρά γυναικείες αγκαλιές, να έχει τύψεις ενίοτε για το άδικο αίμα που έχει χυθεί, να γαληνεύει παίζοντας μαντολίνο, να ξεχνιέται φουμέρνοντας παυσίλυπο.

Από την άλλη βλέπουμε και μια ανθρωπο-γεωγραφία του Αιγαίου πριν από 160 χρόνια. Νησιά, μικρονήσια, χωριά, πόλεις. Το κοινωνικο-πολιτικό οικοδόμημα της εποχής με αναφορές στις ξένες δυνάμεις, στο οθωμανικό κράτος, στο ελληνικό κράτος αλλά και στις τοπικές νησιώτικες κοινωνίες. Με ιδιαίτερη μνεία στην τότε Ερμούπολη της Σύρου, στο λιμάνι της οποίας, ανακατεύονταν κάθε καρυδιάς καρύδι(έμποροι, κλέφτες, νταβατζήδες, πόρνες, κ.α.)

Σ’ αυτό το περήφανο, ανεξάντλητο και αδιέξοδο τελικά κυνήγι ελευθερίας εν πλώ, με τον θαλάσσιο ορίζοντα και τον θηλυκό ορίζοντα να τον συντροφεύουν και να τον ξεμυαλίζουν, σπουδαίο ρόλο παίζει η χρήση της γλώσσας.

Σε τούτο το βιβλίο υπάρχει ένας αξιοθαύμαστος χειρισμός της ελληνικής γλώσσας από τον Ρόμβο που ανταποκρίνεται με τον καλύτερο τρόπο στην εποχή εκείνη. Μια χυμώδης γλώσσα, θα τολμούσα να πω σχεδόν…παπαδιαμαντική (υπάρχει το λόγιο στοιχείο, η δημοτική, η αιγαιοπελαγίτικη, η μικρασιάτικη, η αργκό).

Τι λέει ο ίδιος ο Ρόμβος ; «Η γλώσσα που έχω χρησιμοποιήσει είναι η ιδιαίτερη γλώσσα των νησιωτών, το γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν οι κάτοικοι στην περιοχή του Αιγαίου έως και στα παράλια της Μικράς Ασίας εκείνη την εποχή. Έκανα μεγάλη έρευνα σε ντοπιολαλιές, χρησιμοποίησα ιδιωματικά λεξικά, έψαξα τρόπους έκφρασης σε επίσημα και ανεπίσημα έγγραφα, δικόγραφα όπου οι γραφείς έχουν καταγράψει μαρτυρίες ή και καταθέσεις απλών ανθρώπων που ιστορούσαν διάφορα συμβάντα και στο τέλος αντί υπογραφής έβαζαν ένα σταυρό * έχω ξεψαχνίσει άπειρο χαρτομάνι για να έχω τη δυνατότητα να μιλήσω και να σκεφτώ σ’ αυτή τη γλώσσα. Επίσης ζώντας στα νησιά αρκετά χρόνια έχω καταγράψει τύπους και εκφράσεις της νησιώτικης διαλέκτου που επιβιώνουν ακόμη».

Θάθελα να τελειώσω μ’ ένα «πορτρέτο» του Γεώργιου Νέγρου, που δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα «Ένωσις» στις 25 Ιουλίου 1851, ένα άρθρο αναδημοσιευμένο από την εφημερίδα του Παρισιού «Ο Τύπος» :

*    *    *

Ο ΡΟΜΒΟΣ ΚΑΙ Ο «ΝΕΓΡΟΣ» ΤΟΥ

Στο πειρατικό Αιγαίο του 19ου αιώνα

Του Δημήτρη Φύσσα

Υπάρχουν συγγραφείς που ανεβάζουν τα βιβλία τους στο διαδίκτυο, ελεύθερα για όλο τον κόσμο. Υπάρχουν  και συγγραφείς που έχουν επιλέξει να ζουν εκτός μεγάλων πόλεων και, συνεπώς, εκτός λογοτεχνικών κύκλων. Υπάρχουν άλλοι συγγραφείς, που η φήμη τους είναι δυσανάλογα μικρή, σε σύγκριση με τη λογοτεχνική τους αξία. Τέλος, υπάρχουν συγγραφείς αναρχοφιλελεύθερoι /  εικονοκλάστες / «underground», που  αναπτύσσουν κάποια «προβοκατόρικη» (με την καλή έννοια)  σχέση με την τέχνη τους και με τους αναγνώστες.

Καθεμιά απ΄ αυτές τις  ιδιότητες, από μόνη της, με ιντριγκάρει. Ο Τέος Ρόμβος, με τον οποίο δεν έχω συναντηθεί ποτέ διά ζώσης, τις έχει και τις τέσσερις.

Είχα πρωτοσυναντήσει τ΄ όνομά του σε κάποιο γραφτό του Ηλία Πετρόπουλου κι ύστερα είχα βρει -και διαβάσει φυσικά- το βιβλίο «Πλάνος δρόμος» στο «Παζάρι του βιβλίου», μα βασικά από το διαδίκτυο τον έμαθα. Στο  https://romvos.wordpress.com/  (τι μπλογκ!) υπάρχουν όλα τα βιβλία του, πολλά «σκόρπια κείμενά» του, ταινίες που έχει γυρίσει ή έχει παίξει (τώρα συνειδητοποίησα ότι αυτός ήταν ο Αντόνιο ντας Μόρτες στη θρυλική ταινία του Νίκου Αλευρά «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι»),  το τελευταίο -και ηλεκτρονικό- τεύχος του διαβόητου περιοδικού «Τρύπα», ένα μέρος των πηγών από το τελευταίο του βιβλίο «Γεώργιος Νέγρος, ο  τίγρης του Αιγαίου»-  κι όχι μόνο. Εκεί θ΄ ανέβει και το ίδιο αυτό το πρόσφατο βιβλίο του, όταν θα έχει  εξαντληθεί η φυσική έκδοση.

Ο Νέγρος ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ένας Σαμιώτης εν μέρει πειρατής του 19ου αιώνα. Ο Ρόμβος, έχοντας μελετήσει πολύ γερά την ιστορία του ήρωά του από ελληνικά και ευρωπαϊκά αρχεία (εφημερίδες, επίσημα έγγραφα κλπ), δημιουργεί μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του «τίγρη του Αιγαίου». Στο βιβλίο, γραμμένο σε γλώσσα εποχής, αναπλάθεται ένα μεγάλο μέρος της αιγαιοπελαγίτικης κοινωνίας  και των πολιτισμικών της στοιχείων την εποχή, περίπου, του Κριμαϊκού πολέμου. Ναυτικό λεξιλόγιο, πειρατικές επιδρομές, εμπειρίες φυλακής, κατορθώματα, ναυμαχίες, τόποι εκτός νόμου, καλοσχηματισμένοι ήρωες (ο κάθε βασικός πειρατής έχει τον τύπο του), περιφρόνηση των χωρικών υδάτων (Μικρασία, «Κυκλάδες», ηγεμονία Σάμου ένα πράμα είναι για τον πειρατή),  συγκρούσεις με την εξουσία (ελληνική, οθωμανική ή γαλλική), πειρατικοί θησαυροί, κλεπταποδόχοι και τοπικιστικές αντιθέσεις, μπλέκουν με τύψεις, θυμοσοφικές παρατηρήσεις και  φιλοσοφίζουσες ή κοινωνικοπολιτικές παρατηρήσεις.

Το τέλος, όπως ταιριάζει σε τέτοια ιστορία, αντιηρωικό (και κάπως φλου). Αντιηρωική είναι και η εξιστόρηση. Αξιοσημείωτη και η αρχή, όπου ο συγγραφέας περιγράφει την «ανεύρεση» του «χειρογράφου» του  Νέγρου σ΄ ένα  παμπάλαιο πέτρινο σπίτι, στην Απάνω Χώρα της Σύρας: το καστρόσπιτο που επισκεύαζε επί χρόνια και ζει ο ίδιος ο Ρόμβος με τη σύντροφό του. Άκρως γοητευτικό πόνημα, συνιστάται εκθύμως στους εξ υμών υποψιασμένους.

*    *    *

Χρήστος Λάνδρος:

Γεώργιος Νέγρος – Ο Τίγρης του Αιγαίου, μυθιστόρημα, Τέος Ρόμβος,

Πανοπτικόν,  Θεσσαλονίκη 2012

Όταν το Μάιο του 1834 n Σάµος υποχρεώθnκε σε υποταγή και αποδέχτηκε µε τη βία των οθωµανικών στρατευµάτων του Χασάν Μπέη το ηγεµονικό καθεστώς, πολλοί Σαµιώτες αναγκάστηκαν να µεταναστεύσουν στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Μεταξύ αυτών ο Λογοθέτης Λυκούργος, ο Μητροπολίτης Κύριλλος και οι άλλοι ηγέτες της σαµιακής επανάστασης. Κάποιοι από αυτούς χρησιµοποίησαν το πέραµα του Κοινού της Σάµου µε τnν ονοµασία «Πολυδεύκης» για το ταξίδι τους προς τnν ελεύθερη Ελλάδα. Ήταν εξοπλισµένο και µε κανόνι. Η νεοσύστατη ηγεµονική διοίκnσn είχε πλnροφορnθεί ότι το «Πολυδεύκης» βρισκόταν στο λιµάνι τnς Σύρου. Ανέθεσε λοιπόν στον καπετάν Γεώργιο Ιωάνvn Νέγρο, που είχε αποδεχθεί τn νέα κατάσταση, να επαναφέρει το πέραµα του Κοινού στn βάσn του. Ο Νέγρος ταξίδεψε στη Σύρο το Σεπτέµβριο του 1834 και ύστερα από διαπραγµατεύσεις µε τις ελλnνικές αρχές παρέλαβε το κότερο «Πολυδεύκnς» και επανήλθε στη Σάµο αλλάζoντάς του το όνοµα. Τώρα το πέραµα του Κοινού ονοµάστηκε «Μεταµέλεια» και µε αυτό το όνοµα και µε καπετάνιο τον Νέγρο ανέλαβε περιπολίες στα στενά για τnν καταδίωξn των πειρατών όπου και όταν αναφαίνονταν.

Ο Νέγρος ύστερα από κάποια χρόνια από άνθρωπος τnς διοίκnσnς κατέλnξε ληστοπειρατής µε µεγάλn δράσn, n οποία κορυφώθτικε το 1851. Εκείνη τn χρονιά ξεκίνnσε από τn Σύρο και ύστερα από πολλές πειρατείες στο Αιγαίο έφτασε στn Σάµο όπου και κυνηγήθηκε από τα καταδιωκτικά αποσπάσµατα. Η τακτική που ακολουθούσε ήταν να χρησιµοποιεί ως πειρατικά τα πλοία που λήστευε.

Ο Νέγρος µνηµονεύθηκε ύστερα από 150 χρόνια φευγαλέα σε ένα συνέδριο Ιστορίας και φέτος διεξοδικά στο µυθιστόρnµα του Τέου Ρόµβου ως «τίγρnς του Αιγαίου». Στnν εποχή του είχε απασχολήσει όχι µόνο τις ελλnνικές και οθωµανικές αρχές, αλλά και τον ελλnνικό και ξένο τύπο και τους ναυάρχους των δυνάµεων που περιπολούσαν στο Αιγαίο. Ο βίος και n πολιτεία του Γεωργίου Νέγρου εξιστορούνται µε ιδιαίτερο τρόπο από τον συγγραφέα που ζει τα τελευταία χρόνια µόνιµα στnν Σύρο.

Ο Ρόµβος σε µια µορφή κατατοπιστικής εισαγωγής, πριν αρχίσει την προσωπική αφήγηση του λrιστoπειρατή, εξηγεί τους λόγους που τον έκαναν να ασχoληθεί µε το γράψιµο ενός βιβλίου τrις πειρατείας. Μιλά για τα ακούσµατα, τους θρύλους, τα διαβάσµατα για γνωστούς και άγνωστους πειρατές, για τις αιτίες που τους oδήγrισαν στους δρόµους τrις πειρατείας, για τις θάλασσες που δίνουν µοναδική αίσθηση ελευθερίας, για τους ανθρώπους που αψηφoύσαν την εξουσία, τους παράνοµους, τους πρώιµους επαναστάτες, τους εκδικητές και άρπαγες, τους φονιάδες παράνοµους, τους ελευθέριους διεκδικητές της ισότητας και τnς δικαιοσύνης. Η συγκίνηση που του προκαλούσε η ιστορία των ανυπόταχτων και η νοοτροπία των ανατρεπτικών ηρώων συµπληρώθηκε από την έρευνα στα ιστορικά αρχεία, όπου πρωτογενείς και δευτερογενείς πnγές συνδυάστηκαν µε το φανταστικό εύρηµα µιας χαµένης αυτοβιογραφίας του πειρατή Νέγρου. Πώς αλλιώς θα µπορούσε να αφηγηθεί ο ίδιος ο πειρατής τη ζωή του παρά µέσα από ένα χειρόγραφο θαµµένο σε κρύπτη για ενάµιση αιώνα;

«Πάντα υπάρχει ένα χειρόγραφο».

Ο Ρόµβος έτσι συνδυάζει δυο διαφορετικούς τρόπους αφήγησης: τον δικό του όπου εξηγείται η µεθοδος έρευνας και γραφής και του πειρατή που αυτοβιογραφείται στην ιδιάζουσα ληστρική ιδιόλεκτό του η οποία αναπαριστά γλωσσικό ιδίωµα της εποχής του, επηρεασµένο από λαϊκές αφηγήσεις και τη γλώσσα των εγγράφων που αποτυπώνεται σε αρκετές ανακρίσεις-εξοµολογήσεις παρανόµων του 19ου αιώνα. Πριν απ’ όλα φροντίζει να περιγράψει τον κόσµο των πειρατών του αρχιπελάγους συνολικά µέσα από µια «αναφορά» προς την ελληνική κυβέρνηση του ιεροµόναχου Άνθιµου που παρουσιάζει τη ζωή στη Γραµβούσα το 1827, ένα νησί ορµητήριο και καταφυγή πειρατών και κουρσάρων της επανάστασης, όπου σύχναζαν ληστές, πειρατές, κλεπταποδόχοι και έµποροι και άλλοι σχετικοί µε τα προϊόντα της πειρατείας. Η «αναφορά» προδιαθέτει τον αναγνώστη για το ύφος και την πολιτεία του Γεωργίου Νέγρου.

«Τα κείµενα που γράφω όλη µου τη ζωή είναι βιωµατικά» σηµειώνει ο Ρόµβος, «είναι προσωπικές µαρτυρίες, εµπειρίες και καταστάσεις που έχω βιώσει µε τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Έτσι άλλωστε πρωτοξεκινάνε όλοι οι συγγραφείς, όταν, παιδιά ακόµη, επιθυµήσουν να αφηγηθούν κάτι που τους έκανε εντύπωση. Τα κείµενά µου λοιπόν είναι η συνέχεια των γραφτών εκείνου του παιδιού που θέλησε να µιλήσει για όλα όσα θαύµασε, για κείνους τους ανθρώπους που συνάντησε, αγάπησε και για όλους εκείνους που χάθηκαν ξαφνικά». Το βιωµατικό χαρακτήρα του συγγραφέα τον εισπράττει ο αναγνώστης είτε προέρχεται από εµπειρίες είτε και από έρευνα σε αρχεία και πρωτογενείς πηγές στις οποίες φαίνεται πως ο Ρόµβος βυθίζεται µε ιδιαίτερο πάθος και προσήλωση. Σηµειώνει ακόµη πως ακολούθησε τους τρόπους και τους δρόμους ανευλαβών και πλανήτων συγγραφέων «που δεν ενδιαφέρονταν για κοινωνική καταξίωσn και οικονοµικές απολαβές».

Η «αυτοβιογραφία» του Νέγρου βρίσκεται σε τεφτέρι γραµµένο µε µολύβι και ξεκινά από το 1851, όταν ο Γεώργιος Νέγρος αποφυλακίζεται από τις φυλακές τnς Σύρου. Στnν αρχή αυτοσυστήνεται «…κλέπτnς ήµουν πάντα και πειράτnς και κάποιαν nµέρα θα σκεπαστώ από τα νερά που µ’ εγεννήσαν και θα πνιγώ, για να γεννηθώ ξανά εις τον αβλέµονα βυθό και να ξενερίσω πάλε, ώσπου να χαθώ και ξανά από τnν αρχή». Στn συνέχεια περιγράφει τnν οµάδα του, το τσούρµο του και τn δουλειά που θα κάνουν. «Στήνοµε το καρτέρι µας εις τα µπουγάζια, απάνω στις θαλάσσιες ρότες. Διαλέγοµε έναν κόρφο διά ορµnτήριό µας και απεκεί κάνοµε τnν προσβολή εις τα εµπορικά οπού απερνούν εις το ανοιχτό πέλαγο». Η φήµn του στο αρχιπέλαγος του έφερνε ικανούς ναυτικούς για πλήρωµα. Άλλοι πήγαιναν µαζί του για τις λείες κι άλλοι για να εκδικηθούν δικούς τους νεκρούς. «Εις το αρχιπέλαγος βασιλεύω εγώ και όχι ο Οθωµανός» τονίζει ο Νέγρος, και πράγµατι στnν εποχή που αναφέρεται οι κυβερνήσεις πολύ δύσκολα µπορούσαν να ελέγξουν τn δράσn των λnστοπειρατών, οι οποίοι σε ορισµένες περιπτώσεις πιθανόν εξυπnρετούσαν και τις πολιτικές σκοπιµότnτες των ευρωπαϊκών δυνάµεων, όταν στόχευαν στnν αποσταθεροποίηση τnς Οθωµανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Τέος Ρόµβος σκιαγραφεί µέσω του Νέγρου τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πειρατών, τnν εξωτερική τους εµφάνιση αλλά και τα εσωτερικά τους χαρακτnριστικά, τις συνήθειές τους, τn συµπεριφορά τους, ακόµα και τους προβλnµατισµούς τους. Ο Νέγρος συνδυάζει πολλά από τα πειρατικά γνωρίσµατα,  αλλά πάνω απ’ όλα είναι παθιασµένος µε την αγάπη προς τη θάλασσα και την ελευθερία, άγριος πολεµιστής και δεινός εραστής των γυναικών σε κάθε νησί, σε κάθε κρησφύγετο. Άλλωστε η αφήγησή του ξεκινά µε τη φράση «Αχ γυναίκες, που να αλειφτώ λάδι και να τρυπώσω να έµπω µέσα σας», και τελειώνει µε την αναγγελία του τέλους του ύστερα από προδοσία: «Ανάθεµά σε, γερο Κόντυλα, οπού µ’ επρόδωκες, αλλά κι ελόγου µου εγάμησα το µούναρο της κόρης σου και το χιλιοφχαριστήθηκα».

Η όλη αφήγηση του Νέγρου περιγράφει τις περιπέτειές του στο Αιγαίο, τη ληστοπειρατική του πρακτική και δράση που συνίστατο στο να χρησιµοποιεί σχεδόν κάθε πλοίο που κυρίευε ως νέο πειρατικό εφόσον είχε περισσότερα πλεονεκτήµατα από το προηγούµενο. Στη θάλασσα ο Νέγρος είναι βασιλιάς και εξηγεί ξεκάθαρα την ιδεολογία του. Είναι πολέµιος της αδικίας και θεωρεί χρέος του να τιµωρεί τους «κλέπτες εµπόρους». Κατονοµάζει ως αληθινούς ληστές τους εµπόρους, τους τοκιστές, τους χρυσοχόους, τους κιβδηλοποιούς.

Ο Ρόµβος µέσω του Νέγρου εξηγεί τις αιτίες που εξέθρεψαν τη ληστοπειρατεία του 19ου αιώνα και συνηγορεί στην ερµηνεία της πρωτόγονης επανάστασης που εξέφραζαν οι ληστοπειρατές: «ήναι η αδικία οπού µε έκαµε παναστάτη, διά τούτο επήρα τα όπλα, διά να την πάψω και έλαβα απόφαση να υπάγω εις το κούρσος…» Και σε άλλο σηµείο εξηγεί την αντίθεσή του στην κοινωνική αδικία που εκφράζουν έµποροι, εφοπλιστές και ασφαλιστικές εταιρείες. «Οι έµποροι µασκαρεύουν την κλεψιά, εµείς την κάµνοµε εις το φανερόν, εκείνοι µεταχειρίζονται το τεφτέρι, τον κοντυλοφόρο και την υπερτίµηση και εµείς τα κουµπούρια και τ’ άρµατα… Οι έµποροι κλέβουν και ξεγυµνώνουν τον κοσµάκη και ουδείς τους λέγει τι. Διότι κλέβουν ‘νόµιµα’… Πλεονέχτες οπού βουλιάζουν εις τnν απλnστία και ζnτάνε όλο και περισσότερα λnσµονώντας ότι n µοίρα και το ριζικό ήναι για όλους κοινά». Κι αλλού «Δεν µ’ αρέζει να χύνω αίµας. Αναγκάστηκα. Γύρω µου όλο ψεύδος και κλεψά. Οι µεγάλοι µασκαράδες, n πιο άτιµn φάρα, οµού µε τις εµπόροι, είναι οι καραβοκύρnδες… Έχουνε καλώς µαθηµένα τα τερτίπια µε τες ασφαλιστικές εταιρείες και σκαρώνουν στο άψε σβήσε τες ναυταπάτες… και αν ήµαι εγκλnµατίας τούτο εγίνnκε δίχως να το έχω επιθυµήσει, για κάποιους σαν και δαύτους έγινα».

Το κείµενο του Ρόµβου ολοκλnρώνεται µε µια ιστορία τnς Αστυπάλαιας του διευθυντή τnς Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής τnς Αθήνας (1906-1914) καθηγητή Richard Dawkins, όπου γίνεται λόγος για τn δράσn του Σάµιου πειρατή Γ. Νέγρου. Έτσι, ενισχύεται περισσότερο µε ντοκουµέντα n αφήγnσn του Ρόµβου για τον πειρατή που όντως το είχε «µεράκι µεγάλο» να τnν αφηγηθεί µε τον ξεχωριστό του τρόπο κι αφού για πολλά χρόνια ερεύνnσε αρχεία, εφnµερίδες και έγγραφα µέχρις ότου συγκεντρώσει όλες τις απαραίτnτες πλnροφορίες γι’ αυτόν τον ξακουστό Σαµιώτn πειρατή του 19ου αιώνα.

Χ. Λάνδρος

Περιοδικό Απόπλους, τεύχ. 54-56, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2012

*   *   *

Γιώργος Βοϊκλής

Τέος Ρόμβος, Γεώργιος Νέγρος. Ο Τίγρης του Αιγαίου

Εκδόσεις Πανοπτικόν

Διαβάζοντας το αυτοβιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα στο «αυτί» του εξωφύλλου του βιβλίου του έχω την εντύπωση πως πρόκειται για έναν σύγχρονο «πειρατή» στο ταραγμένο πέλαγο της αμφισβήτησης και της αναρχίας. «Νυχτερινά σχολεία, ξύλο με παρακρατικούς, διάφορες δουλειές, αλητεία…» γράφει για τα εφηβικά του χρόνια τη 10ετία του 1960. Και συνεχίζει: «Πέρασε τα χρόνια της νιότης του στη Λατινική Αμερική, Ιαπωνία, Ηνωμένες Πολιτείες, Αφρική, Δυτική Ευρώπη… Στην Αθήνα τη μεταπολίτευση, ανοίγει το βιβλιοπωλείο «ΟΚΤΟΠΟΥΣ» και κάνει εκδόσεις. Το 1979 κυκλοφορεί το περιοδικό «ΤΡΥΠΑ». Ζει και εργάζεται σαν ελεύθερος συγγραφέας και έχει εκδώσει εννέα βιβλία».

Όπως μας πληροφορεί στην εκτενή εισαγωγή του βιβλίου του, (σελ. 9 έως 36), ζει με τη σύντροφό του σε ένα αναπαλαιωμένο καστρόσπιτο στο μεσαιωνικό οικισμό της Απάνω Σύρας όπου υποτίθεται ότι βρήκε, σε μία κρύπτη, το χειρόγραφο του πειρατή, γραμμένο το 1851.

Για τα εννέα βιβλία του που έχουν προηγηθεί, γράφει: «Τα κείμενα που γράφω όλη μου τη ζωή είναι βιωματικά, είναι προσωπικές μαρτυρίες, εμπειρίες και καταστάσεις που έχω βιώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο…» Και συμπληρώνει: «Ακολουθούσα πάντα κάποιους ανευλαβείς και αβόλευτους συγγραφείς που έζησαν τη ζωή τους ως πλάνητες…που δεν ενδιαφέρονταν για κοινωνική καταξίωση και οικονομικές απολαβές… γιατί κι εγώ αλήτης αισθάνομαι…».

Για την έρευνα που έχει προηγηθεί της συγγραφής του βιβλίου του για τον Σαμιώτη πειρατή Γεώργιο Νέγρη γράφει: «Κάθε νέα μέρα, πρωί-πρωί, κατεβαίνω τα 752 σκαλοπάτια από τη μεσαιωνική Απάνω Χώρα μέχρι κάτω στη νέα πόλη και πηγαίνω στο Ιστορικό Αρχείο. Περνάω όλο το πρωινό μου εκεί. Ανασκαλεύω χαρτιά, αναφορές του 19ου αιώνα, διαθήκες, νοσοκομειακά αρχεία, κιτρινισμένα έγγραφα με άπειρα σχεδιάσματα, άλλα καλλιγραφημένα από επιδέξιους γραφείς και άλλα καμωμένα με δυσνόητες γραφές και στριφογυριστές ουρίτσες…»

Καρπός της έρευνάς του η λεπτομερής καταγραφή της παράδοσης στον ευρύτερο χώρο του Αιγαιακού Αρχιπελάγους σε τομείς όπως:

-Η Γεωγραφία του, με την περιγραφή των νησιών και νησίδων του.

-Η Μετεωρολογία του, με τα ονόματα όλων των ανέμων.

-Η Ναυπηγική, με τα ονόματα όλων των τύπων πλεούμενων και την περιγραφή των σκαριών τους.

-Η Ναυσιπλοΐα, με λεπτομερείς οδηγίες για τα ταξίδια σε κάθε καιρό, και, τέλος…

-Το δίκτυο της πειρατείας όπως λειτουργούσε μέχρι τα μισά του 19ου αιώνα στο Αιγαίο. Όχι μόνο για τους πειρατές και τα τσούρμα τους, αλλά και για τους κλεπταποδόχους που διοχέτευαν στις αγορές τα προϊόντα της πειρατείας, καθώς και για τους διώκτες τους.

Όλα αυτά ζωντανεύουν δεμένα αρμονικά με την εξέλιξη της ιστορίας που μας αφηγείται.

Καταπληκτική είναι επίσης η περιγραφή –και η «κοινωνική χαρτογράφηση»- της Ερμούπολης εκείνης της εποχής.

Τέλος, λογοτεχνικό επίτευγμα θα πρέπει να θεωρηθεί το γλωσσικό ιδίωμα στο οποίο είναι γραμμένο το Ημερολόγιο.

Ο Γεώργιος Νέγρος, που είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας του, ήταν πραγματικό πρόσωπο. Τον αναφέρει ο Χρίστος Λάνδρος στον κατάλογο με τους 115 ληστοπειρατές που δημοσιεύει ως παράρτημα στην εισήγησή του με τίτλο «Η ληστοπειρατεία στη Σάμο το 19ο αι.», που παρουσίασε στο συνέδριο με θέμα «Η Σάμος από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα» (1997).

Γράφει γι’ αυτόν ο Χρίστος Λάνδρος: «Ο Γεώργιος Νέγρος, παλιός καπετάνιος διώκτης των ληστοπειρατών στη Σάμο, γίνεται ο ίδιος ληστοπειρατής το 1851. Με τους συντρόφους του ξεκίνησε από ελληνικό έδαφος, τη Σύρο, για να ληστοπράττει στα μέρη της Ανατολής…» Και παρακάτω: «Ο Νέγρος, κυριεύοντας και ληστεύοντας πλοία εμπορικά γύρω από τη Σάμο, Ικαρία, Χίο και τα παράλια της Μικράς Ασίας, έδρασε από το Μάρτιο μέχρι το καλοκαίρι του 1851, χωρίς να συλληφθεί, αλλάζοντας συχνά το πλοίο του…» (πρακτικά συνεδρίου, τ. Β΄ σελ. 193-194).

Ως προς το χρόνο της δράσης του Γ. Νέγρου, οι πληροφορίες του Χ. Λάνδρου από τα αρχεία του ΓΑΚ – Ιστορικού Αρχείου Σάμου συμπίπτουν με τις αντίστοιχες του συγγραφέα, καθώς το βιβλίο του αποτελεί Ημερολόγιο του πειρατή από τον Μάρτιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1851.

Για τη διαδρομή του μέχρι εκεί γράφει: «Παιδαρέλι εξεκίνησα εις την θάλασσα, ίσα που έφτανα τα κουπιά, και επήγα εις τα καϊκια όπου εκουβαλούσαμε πραμάτειες εις την Πόλη και αμούσταγος ακόμη εμπήκα εις την δούλεψη του Σουλτάνου. Εδούλεψα καταναγκαστικά χρόνους τρεις ως ναύτης εις το δίκροτον Πασσά Γκεμισί. Αλλ’ όταν κάποτες εφθάσαμε εις Μισσίρι εξώφυγα από το πολεμικόν και απέμεινα εις Αλεξάντραν όπου και εδούλεψα εις τα ψαράδικα. Αργότερον πήγα εις Σύρον, όπου εμπαρκαρίστηκα εις τα περάματα και εδούλεψα χρόνους τέσσερες εις τα εθνικά πλοία, επολέμησα τον Τούρκο και ελαβώθηκα όταν κυριέψαμε μια φρεγάταν του στόλου. Αστενήσας εξεμβαρκαρίστηκα και ήρχα εις Σάμον οπού ανέλαβα την υγείαν μου. Επομένως, το 1834 εναυτολογήθηκα από την Ηγεμονία της Σάμος εις το πλοίον της Κοινότητας, η Μεταμέλεια ονομαζόμενον, όπου και έγινα καπετάνιος… Ως καπετάνιος της Μεταμέλειας κατ’ εκείνους τους χρόνους εκαταδίωξα και τους ληστοπειράτες και συνέλαβα μερικούς από δαύτους».

Για το πώς από διώκτης των πειρατών έγινε ο ίδιος πειρατής, μας λέει ο ίδιος μέσα από τη γραφίδα του συγγραφέα: «Ήμουνε παλλήκαρος και το αίμας έβραζε όντας την εγνώρισα πέρα εις το Βαθύ, ένα θεότρελο κοριτζόπουλο, πλην, για δυστυχία μου, ήτονε υπαντρεμένη με τον αρχιτσιφούτη και τοκογλύφο Σινάνη οπού εγυρόφερνε εις την νήσον δι’ εμπορίαν. Με τη Σινάναινα εγνώρισα την αποκάλυψη της γυναικός, τα παιχνίδια του έρωτα, την αξεγνοιασιά, όλες τις χαρές της ζωής… Ο Σινάνης ο κερατάς όντας έμαθε τα καθέκαστα έγινε ορκισμένος οχτρός μου. Με εκυνήγησε και έχασα πρώτον το καπετανιλίκι εις το πέραμα του Κοινού και εβρέθηκα με χρέη μεγάλα… Ακόλουθα μας εσυλλάβανε νύχτα εις το οσπήτι μου ομού μετά της μοιχαλίδος μου, μας έσυραν εις δίκη και μας εφυλάκωσαν εις τα Τουμπρούκια. Η Σινάνινα εβγήκεν, πλην εμένα μου εμααύρισεν ο κώλος και οι πόδες από την φάλαγγα επί μήνους μέχρις οπού να στέρξω εις την πληρωμή του χαρατζιού… Τον άλλο χρόνο, εις το 1937, με απολύσαν από τη φυλακή, διότι επλήρωσα τα χαράτζι με σαμιακά γρόσια τοκογλυφίας, κ’ έτζι εβρέθηκα εις μεγάλη ανάγκη και επήγα εις το κούρσο».

Αλλού, βέβαια, μας δίνει άλλη εκδοχή για το πώς βρέθηκε στη φυλακή:

Ο «δολερός και πανούργος» Χριστόδουλος Παρμαξίδης, δεξί χέρι του «σαρδανάπαλου» και «αρσενοκοίτη» Γιάγκου Βογορίδη, γιού του Ηγεμόνα και διορισμένου Διοικητή της Σάμου, «μας εκακολογούσε παντού και έλεε ότι δεν ήμεθα πιστοί υπήκοοι του υψηλότατου Πρίγκιπος Βογορίδη, ότι οργανώναμε κινήματα οχλαγωγίας και εσχεδιάζαμε τον όλεθρο της Πατρίδας. Και τι δεν είπεν. Τέλος, με συνέλαβαν οι προσκυνημένοι Σάμιοι και απέρασα τα πάνδεινα».

Πέρα, όμως από τα προσωπικά του, γράφει για τα χρόνια του Ηγεμόνα Βογορίδη στη Σάμο: «Το καθεστώς τρομοκρατεί τον λαόν εις Σάμον, συλλαμβάνουν εις τα καλά του καθουμένου και ξυλίζουν δημοσίως και δια ψύλλου πήδημα τον κοζμάκην, φυλακώνουν και ξεφυλακώνουν. Οι φαγάδες της Διοίκησης, οι κοτζιαμπάσηδες, όλους τους χρόνους ερούφηξαν το αίμας του κόζμου κι όλο μαζεύουν χαράτζια εις το όνομα κάποιου άφαντου Ηγεμόνα… Δικαιοσύνη δεν υπήρξε ποτές και εις τους δρόμους του Βαθέος και της Χώρας δεν ήκουες άλλο τις από ανάθεμα και τρισανάθεμα. Και όταν κανείς εθαρρευόταν να παραπονεθεί κατά των ανομημάτων της εξουσίας τον εξαπόστελναν χωρίς εξέτασην ουδέ δίκαιη κρίση εις τα Τουμπρούκια ή εις το Μπάνιον, τη φοβερή φυλακή της Κωνσταντινούπολης».

Φανερή είναι, σε πολλά σημεία της αφήγησής του, η προσπάθειά του να δώσει κοινωνική, ίσως και ιδεολογική διάσταση σ’ αυτή την επιλογή του. «Από τα μικράτα μου», γράφει, «με έπνιγε η καταδυναστεία και είχα επιθυμία να ζήσω λεύτερος, ήκουγα για τους καπεταναίους οπού ήτον αετοί εις τα βουνά και για τους πειράτες δέλφινες εις τες θάλασσες και πως εζούσαν λεύθεροι». Αυτά και άλλα όμοια με οδήγησαν εις την απόφαση κλέπτης να γενώ και πειρατής…» .

Αλλού η κοινωνική κριτική του φτάνει να γίνει μέχρι επαναστατική διακήρυξη: «Παντού γύρω εις την πλάση μεγαλώνει το άδικο, κι εμείς οι πειρατές με το γδύσιμο αποδίνουμε δικαιοσύνη, το δίκιο ήναι ο γδικιομός. Ήναι, σαν να λέμε, ένας τρόπος να δείξεις εις τους ανθρώπους, εις το λαό, να, ιδέ, ημπορείς κι εσύ να αντισταθείς, να παλέψεις εναντίον εις τον δυνάστη, εις το άδικο και την αυθαιρεσία του δυνατού. Να κάμομε τον αγώνα όλοι μαζί δια να φτάσομε μιαν ημέρα εδώ πάνω εις τη γης σε μια ζωή οπού δεν θα υπάρχει πλέον τυραγνία και θα βασιλεύει το δίκιο κι όχι να χάσκομε ακούγοντας τα φούμαρα του παπαδαριού δια μετά θάνατον ζωή. Το οσμίζεσαι οπού σήμερον ήναι μία νέα εποχή, αλλάζει ο κόζμος, ο ντουνιάς, απερνούμε από το παλιό κι αραχλιασμένο εις κατιτίς το καινούργιο». Διαβάζοντας αυτή τη «διακήρυξη» που βάζει ο συγγραφέας στο χειρόγραφο του πειρατή μου ήρθε στο νου ότι μια ομάδα αναρχικών στο Κερατσίνι έχει αυτοονομαστεί «Ρεσάλτο».

Ο μεγάλος εχθρός του Γιώργου του Νέγρου είναι «η φάρα των εμπόρων, των τουρκοφροντιστών, οπού… είναι άπληστη και αχόρταγη, κολυμπούνε μες στην ατιμία και την κλεψιά…» Και συμπληρώνει: «Ήμαι εις χρέος και καθήκον δια να τιμωρώ τους κλέπτας εμπόρους. Χύνω το αίμας των που το έχουν ρουφήξει από άλλους. Εμείς σφάζομε φανερά και τιμίως, εκείνοι σφάζουν δολερά και κρυφίως. Εμείς αφαιρούμε τη ζωή των κλεπτών σε μια μόνη στιγμή, εκείνοι σφάζουν σιγά-σιγά και καθημερινά με τα τεφτέρια των τυραγνώντας τα θύματά των, εμάς μας ονομάζουν κακούργους και αυτουνούς ενάρετους γιατί σταυροκοπιούνται εις τες εκκλησίες».

Όσο για τους δεσποτάδες, τους παπάδες και τους καλόγερους, γράφει: «Επαρομοίως και το παπαδαριό, χειρότεροι των Τούρκων, μαζώνουν την μεγάλην παραγωγή από τους αγρούς και εις όποιον εγόγγυζε, οι δεσποτάδες του έταζαν μετά θάνατον καλύτερη ζωήν, και αν κανείς ομίλησε ποτές δια ξεσηκωμόν, έρχιζαν τους αφορισμούς και τους εξωκκλησιασμούς και το ανάθεμα τρις!».

Ανεξάρτητα, πάντως από τους λόγους που τον οδήγησαν «στο κούρσος» και τους σκοπούς που διατείνεται ότι υπηρετεί, φαίνεται ότι γοητεύεται απ’ την πειρατεία: «Ήναι αλήθεια», γράφει, «ότι εμείς οι πειρατές είμεθα χλιμένοι, γιατί έχομε ξωπίσω μας κρίματα και ζούμε κυνηγημένοι σαν τα άγρια θεριά. Γυρεύουμε γδικιωμό για τες αδικίες του ντουνιά και περιφρονούμε όλα εκείνα που έχει για σωστά ο όξω κόζμος. Η ζωή μας είναι ζωή λεύτερη και ήμεθα όλοι ίσοι αναμεταξύ μας. Κι όλο τον καιρό τον απερνούμε κάτω απ’ τον ξέσκεπο ουρανό, αντάμα εις τες φουρτούνες και εις τες μπονάτσες, ωσάν τα οψάρια εις την θάλασσα και ταξιδεύομε ολοένα έως οπού να φτάσομε εις τα πέρατα και εις το τέρμα…»

Αυτά τα ταξίδια κάνουμε κι εμείς, μαζί με το Γιώργο Νέγρο και το τσούρμο του, μέσα απ’ τις σελίδες αυτού του συναρπαστικού βιβλίου του Τέου Ρόμβου.

περ. Μεθόριος του Αιγαίου

*    *    *

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Του Γιώργου Πολιχνιάτη

Υπάρχουν βιβλία που δίνουν γόνιμη αφορμή για δεύτερες σκέψεις. Το βιβλίο του Τέου Ρόμβου είναι τέτοιο. Στις σελίδες του διαπλέει ο διαβόητος πειρατής Γεώργιος Νέγρος, του οποίου η αιματηρή δράση εκτυλίσσεται στο Αιγαίο την περίοδο 1840-1851.

O Νέγρος για τον εαυτό του

Μέσα από μια ιδιωματική γλώσσα, που παραπέμπει σε αυτοδίδακτο λαϊκό άνθρωπο, ο Νέγρος διηγείται το σκληροτράχηλο βίο του. Ως ναυτόπουλο, μυείται με έντονη αγωνία στις δοκιμασίες της ζωής των θαλασσινών. Γίνεται πειρατής κι επαναστάτης χωρίς να το επιζητά, λόγω της αδικίας και της βίας που υφίσταται. Μισεί θανάσιμα τις αρχές, οθωμανικές ή ελληνικές, και τον κόσμο των κερδοσκόπων εμπόρων. «Άμα στέκεται ο παράς, βρωμάει», προειδοποιεί αυστηρά. Αντιλαμβάνεται την πειρατεία όχι ως μέσο πλουτισμού αλλά ως ένα τρόπο να δείξει στους ανθρώπους «να ιδέ, ημπορείς κι εσύ να αντισταθείς, να παλέψεις ενάντια στον δυνάστη». Διατηρεί σχέσεις αλληλεγγύης με τους φτωχούς νησιώτες και μοιράζεται τα πάντα με τους συντροφοναύτες του. Απολαμβάνει μαζί τους στιγμές απόλυτης ελευθερίας στην ανοιχτότητα της θάλασσας. Βαρύ αρσενικό, ο Νέγρος, δείχνει μεγάλο σεβασμό για τις γυναίκες και τον άτυπο υπασπιστή του που περνούν μέσα από την αγκαλιά του. Όταν στα χείλη του φέρνει το παυσίλυπο χασίς, είναι η ώρα που ομολογεί χωρίς φόβο μια βαθιά εσωτερική θλίψη: ζει σαν κυνηγημένο άγριο θηρίο με τη συνείδησή του βαριά από ενοχές για το χυμένο αίμα των φονικών. «Μέσα μου είμαι άνθρωπος αισθητικός και πονεσιάρης», προσθέτει στοχαστικά χωρίς να ζητά οίκτο. Ό, τι είναι καμωμένο, δε ξεκαμώνεται, δε ξεπλένεται πλέον.

Η εποχή

Ο Νέγρος αντιπροσωπεύει τμήμα του ancien regime των θαλασσών του Αιγαίου που πρόκειται να σαρωθεί από την αναδυόμενη νέα τάξη πραγμάτων. Δρα σε μια σκιώδη περιοχή, εκτός ελέγχου της κεντρικής διοίκησης, ανάμεσα στο νεοπαγές ελληνικό κράτος και την οθωμανική αυτοκρατορία. Το περιβάλλον διοικητικής αναρχίας ευνοεί την πειρατεία, ωστόσο η ισχυροποίηση κεντρικών δομών για τη διασφάλιση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας θα εξαλείψει τα κατάλοιπα του παρελθόντος. Η κίνηση της Ιστορίας είναι με το μέρος του αστικού κόσμου. Η ουτοπία του Νέγρου δεν έχει καμία θέση  στην επικράτεια του έθνους-κράτους, η εδραίωση του οποίου επιβάλλει την εξόντωση του πρώτου.

Για τη γραφή του Ρόμβου

Ο Ρόμβος αναπλάθει το ιστορικό πλαίσιο. (Για τις πηγές του βλ. https://romvos.wordpress.com/βιβλία/περί-γεωργίου-νέγρου/ ). Στον αντίποδα της εθνικής αφήγησης, μαθαίνουμε ότι οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες κάνουν βάρβαρες πειρατείες με τον νησιώτικο πληθυσμό να υποφέρει, οι Ψαριανοί είναι μάστορες στη ναυταπάτη μηχανευόμενοι τη βύθιση των πλοίων τους για την αρπαγή αποζημιώσεων, η Σύρα, εκτός από κοσμοπολίτικο κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου είναι άντρο διαφθοράς και έκλυτου βίου. Όσο για το είδος της γραφής του, ο συγγραφέας μας πληροφορεί: «Γράφω με αναπνοές [ … ] Προσπαθώ να δώσω στο κείμενό μου ρυθμό» (σ. 10). «Τα κείμενα που γράφω είναι βιωματικά [ … ] συνέχεια των γραφτών εκείνου του παιδιού που θέλησε να μιλήσει για όσα θαύμασε» (σ. 29-30). Πράγματι, το κείμενο, με πλήθος εικόνων συντροφικότητας, ελευθερίας και αθωότητας γοητεύει. Ωστόσο, τι γίνεται όταν το βίωμα του αναγνώστη δεν συναντά το βίωμα του Ρόμβου; Μάλλον τότε, το Γεώργιος Νέγρος: ο τίγρης του Αιγαίου γίνεται εσωστρεφές κείμενο.

Αντίο στον παλιό κόσμο …  

Ο Ρόμβος, όπως κι ο ήρωάς του, ανήκει στον παλιό κόσμο. Το βιβλίο αφιερώνεται στο τσούρμο του κοινοβίου της Εμμανουήλ Μπενάκη 87 και ο τόνος της αφιέρωσης προδίδει μια παρέα που ονειρεύτηκε και προσπάθησε, παρά τους τότε κινδύνους, για έναν άλλο κόσμο. Οι σύγχρονοι καταληψίες στέγης ίσως να μην έχουν ούτε καν αυτό το περιθώριο. Οι βασανισμοί των 15 συλληφθέντων αντιφασιστών/στριών φανερώνουν όχι μόνο την κλιμακούμενη αγριότητα της καταστολής για όποιον δε συμμορφώνεται με το πλαίσιο αστικής νομιμότητας, αλλά και την διαφορετική ποιότητα της κρατικής βαρβαρότητας. Ενδεικτική είναι και η στάση του Ρόμβου σχετικά με τη βία: «Η προσωπική και η κοινωνική απελευθέρωση μπορεί να είναι τα ζητούμενα αλλά και εγώ σαν έλλογο ον δεν δύναμαι να εξωραΐζω και να εγκωμιάζω τη βία και το έγκλημα». https://romvos.wordpress.com ). Γι’ αυτό κι η σχέση του με τον Νέγρο είναι αμφιθυμική: δε μπορεί να ταυτιστεί μαζί του λόγω των βιαιοπραγιών του πειρατή. Ο Ρόμβος ανήκει στην καρδιά της διαφωτιστικής παράδοσης, όπου υπάρχει ένας κόσμος με αξίες, όρια, σταθερές και ευγένεια στον τρόπο αμφισβήτησης .

… από το μητροπολιτάνικο υποκείμενο

Στην εποχή των αστικών ταραχών, το μητροπολιτάνικο υποκείμενο αδιαφορεί, αν δεν στέκεται εχθρικό απέναντι στις παραινέσεις αυτές. Οι γενικευμένες συγκρούσεις και οι εκτεταμένες λεηλασίες στο κέντρο της Αθήνας κατά τη διάρκεια των μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων ενάντια στην βίαιη φτωχοποίηση του πληθυσμού στο όνομα της «επανεκκίνησης» της εθνικής οικονομίας, μαρτυρούν τη απόσταση του Ρόμβου από τη δυσοίωνη και σκοτεινή αύρα της μητρόπολης. Το πλήθος της πλατείας Εξαρχείων (και όχι μόνο), με μπουκάλια μπύρα στο χέρι, στριμωγμένο στην ορθοστασία της νύχτας, ξέρει από πρώτο χέρι ότι «κρίση είναι να σε ζώνουν η πείνα κι οι μπάτσοι». Το πλήθος αυτό είναι στην πραγματικότητα ένα μη-υποκείμενο. Η απουσία ταυτότητας το κάνει περισσότερο επίφοβο και ταυτόχρονα αδύναμο. Το σίγουρο είναι ότι η βία συνιστά τη φευγαλέα στιγμή της συγκρότησής του σε κάτι αναγνωρίσιμο, συμπυκνώνει ένα χώρο υπαρξιακών νοημάτων ταχείας ανάφλεξης, τα αποκαΐδια του οποίου θα συμμαζέψουν μεσόκοποι υπάλληλοι καθαριότητας του Δήμου. Η φωνή του Ρόμβου δεν έχει πια ηχώ στο μητροπολιτικό οδόστρωμα της αντιπαράθεσης. Άλλωστε ο ίδιος έχει κάνει τη σεβαστή επιλογή του: φορτωμένος μπαγκάζια έχει αναχωρήσει με το ποστάλι της γραμμής για την αγαπημένη του Σύρα εδώ και καιρό.

Περ. Θέσεις, τεύχος 122, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013

*    *    *

Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΤΕΟΥ ΡΟΜΒΟΥ

υπό Αβαδδώνος  Ολιγοφρενούς

   «Έφτασα εκεί, που κάθε φως σωπαίνει»,  Dante

ESY

Αυτούς τους μικρόψυχους καιρούς, ο Τέος Ρόμβος προίκισε την ελληνική λογοτεχνία, μ’ ένα συνταρακτικό μυθιστόρημα που επιγράφεται ως  «Γεώργιος Νέγρος – ο Τίγρης του Αιγαίου». «Εκόμισεν εις την τέχνην» ένα λυρικό ανθεμόρρυτον γάνος γλωσσικής κατάφασης, που είναι ένα λογοτεχνικό κατόρθωμα πρώτου μεγέθους, έχοντας ως εκφραστικό όχημα την περιφρονημένη γλώσσα των απλών καθημερινών ανθρώπων -κυρίως πληβείων- του Αρχιπελάγους. Είναι ένας τρυφερός ύμνος της φιλίας, ένας ελεγειακός υποτονθορισμός των διαψευσμένων προσδοκιών της νεότητας, μια γενναιόδωρη αποδοχή της αποτυχίας κόντρα στη νεωτερική ηθική της επιτυχίας των γιάπηδων, ένας στερεοσκοπικός τρόπος θέασης της ναυτοσύνης, μια τολμηρή κατάδυση στους αυχμηρούς και κρύφιους τόπους της συνείδησης, ένα χρονικό της αθλιότητας των κοινωνικών σχέσεων επικυριαρχίας των ηγεμονευουσών τάξεων και τέλος μια διάνοιξη της δυστοπίας προς ένα ουτοπικό επέκεινα του κόσμου. Είναι εν τέλει, το νόστιμον ήμαρ στον ονειρότοπο της εφηβείας και της αυτογνωσίας.

Το ποιητικό σύμπαν του έργου μεταστοιχειώνει με μουσικό τρόπο τον κοσμικό τρόμο σε ρυθμό, το φόβο του θανάτου σε οίστρο ζωής και τη μυστική κραυγή των πραγμάτων σε συμπαντική έλλαμψη. Θέλει να διασώσει μέσα από τη ποιητική εκδίπλωση της γλώσσας, εκείνο που η ανάπτυξη και η πρόοδος άλεσαν  στις μυλόπετρες της λήθης.

Ο ομώνυμος κεντρικός ήρωας του έργου είναι ένας σκληροτράχηλος πειρατής με έντονα αντιθετικά στοιχεία, που γεφυρώνει αντιστικτικά τη θεμελιακή σκληρότητα ενός αδίστακτου δολοφόνου με την αισθαντική γλυκύτητα ενός ευεργετούντος. Αυτή η μοιραία διχοτομία είναι ο προσωπικός του έλεγος οίτος, το όμμα της λυγαίας ευφρόνης, ενώ ο ίδιος και οι συντροφο-ναύτες του κάθε μέρα βρίσκονται στο έλεος του θεού, ανοιχτοί στους ψυχρούς ανέμους που τους μαστιγώνουν, ανυπόδητοι και γυμνητεύοντες σε άξενες περιοχές.

Οι ήρωες αυτοί είναι σε κάθε περίπτωση, βλάσφημοι ρομαντικοί στασιαστές που θέλουν να πλεύσουν προς τη δική τους ουτοπία με κάθε μέσον θεμιτό ή αθέμιτο,  δηλαδή προς ένα τελικό βασίλειο της απόλαυσης, όπου θα εξαφανιστεί η ιστορία των βασάνων της ανθρωπότητας. Με τα λόγια του Νοβάλις ο κόσμος θα γίνει έτσι ρομαντικός,  «….στο βαθμό που θα αποδίδει στο κοινότοπο ένα υψηλότερο νόημα, στο καθημερινό μια μυστηριώδη εμφάνιση, στο οικείο την αξιοπρέπεια του μη οικείου, στο πεπερασμένο τον αέρα του απείρου». Μέσα τους ο ηθικός νόμος και από πάνω ο έναστρος ουρανός.

Η ολιστική ματιά του συγγραφέα παρουσιάζει και τις δύο απόκρημνες πλευρές του ψυχισμού τους και δεν αποκρύπτει, δε στρογγυλεύει, δεν εξιδανικεύει τίποτα. Αντιθέτως τους εκθέτει ολοκληρωτικά στη τελική απόφανση του νοήμονος αναγνώστη, που θα αξιολογήσει τόσο τη φωτεινή όσο και τη σκοτεινή τους πλευρά. Ο συγγραφέας δηλαδή μας υπενθυμίζει έμμεσα, πως ο κάθε άνθρωπος υποκύπτει στη μοίρα του είδους του και άλλοτε συμπεριφέρεται ως αθώος Πάρσιφαλ και άλλοτε ως αποτρόπαιος Ρασκόλνικωφ.

Γενικά το είδος των μυθιστορηματικών ηρώων, που σαν φιλόστοργη μάνα στεγάζει η γραφίδα του Τέου Ρόμβου (ήτοι με εκείνους που νοιώθει βαθειά ψυχική συγγένεια), είναι οι ανέστιοι, οι αλαφροΐσκιωτοι, οι πλάνητες, οι φτωχοδιάβολοι, οι παντός είδους εξαθλιωμένοι  κοντολογίς όλα εκείνα τα ανθρώπινα ναυάγια που ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας, στο δικό τους δρόμο προς τη Δαμασκό.

Η μούσα του Τέου Ρόμβου κοινωνεί με το πνεύμα της Γης, μπορεί και φτάνει σε μυστικά βάθη. Τα αντικείμενα που παρατηρεί χάνουν τ’ όνομά τους, όταν η διεισδυτικότητά της φτάνει στον ουσιώδη πυρήνα των πραγμάτων, που είναι άρρητος. Η θέαση των πραγμάτων από το συγγραφέα δεν είναι πολιτικά ουδέτερη, αντίθετα φέρει βαθειά τα σημάδια ενός ελευθεριακού κοινοτισμού, ένα σαφές αποτύπωμα της Κριτικής Κοινωνικής Θεωρίας.

Ο Τέος Ρόμβος ως αληθινός διαβητιστής των ειρμών, ως σπουδαίος γητευτής των κυμάνσεων της ψυχής, ως ευφυής βιρτουόζος της ανάμνησης ανοίγει τη βεντάλια της ποιητικής του προβληματικής σ’ όλο το φάσμα του Είναι, καταθέτοντας την αγωνία του και καταγγέλλει τη γλώσσα των ψευδών ιερέων της ωραιοποίησης της φρίκης ως ένα στυγερό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η απάντηση που δίνει στον δικαιολογημένο ισχυρισμό του Αντόρνο ότι «..μετά το Άουσβιτς το να γράψει κανείς ποίηση είναι βαρβαρότητα», είναι περισσότερη και ριζικά διαφορετική αυθεντική τέχνη που θα πορεύεται στον αδύνατο δρόμο προς το Αδύνατο, με συμπαραστάτη μια αλεξίμορο μούσα.

Ο Τέος Ρόμβος, λογοτέχνης πρωτοποριακός, εικονοκλαστικός, οραματικός, απολλώνιος και διονυσιακός, διαισθητικά μυστικιστικός, με αμφίσημο ποιητικό λόγο που παλινδρομεί μεταξύ ρητού και άρρητου, μεταξύ διατύπωσης και σιωπής, με αυτό το έργο του, που αναμφισβήτητα είναι το Magnum Opus του, υποδεικνύει τη γλώσσα ως τον προνομιακό τόπο συνάντησης των ανθρώπων. Τη γλώσσα που είναι ο αληθινός τόπος δεξίωσης της ετερότητας, η πρωταρχή και η προκείμενη κάθε συλλογικότητας, ο φορέας νοήματος και ερμηνείας , η μυστική άλως των πραγμάτων.

Οι ποιητές, όπως ο Τέος Ρόμβος, που ποιούν τέτοια πολύχυμη γλωσσική ευφορία, αναμφίβολα είναι οι ανεπίσημοι νομοθέτες του κόσμου, δηλαδή αυτοί που διορθώνουν τα λάθη του θεού. Η ποίηση για αυτούς είναι μια κατορθωμένη αισθαντική αγιότητα. Και δε γνωρίζω τίποτε εγγύτερο στην αγιότητα, από τον ασκητικό βίο του Ρόμβου.

Αβαδδών Ολιγοφρενής

Βαβυλώνιος Καππαδόκης ου μην αλλά και Σλαβομακεδών

*    *    *

Τέου Ρόμβου, Γεώργιος Νέγρος, ο Τίγρης του Αιγαίου

Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

«Γράφω με αναπνοές, προσπαθώ να γράψω όπως αναπνέω. Προσπαθώ να

δώσω στο γραπτό μου ρυθμό. Ανάσες. Πρέπει να προσπαθήσω να γράψω όπως

αναπνέω, με ανάσες. Με μια ανάσα, με δυό, με τρείς ανάσες. Έτσι θα βρει το

κείμενο το ρυθμό του. Όπως αναπνέω όταν κάθομαι γαλήνιος…..»

«Ξαλαφρώνει η ψυχή μες τη βροχή και την αντάρα, εις τα αστροπελέκια και

τα μπουμπουνητά, εις τον άγριο άνεμο και εις τη λύσσα του καιρού. Ομπρός

εις το θεριό θάλασσα, κανένας μας δεν ωφελεί, γινόμαστε μικροί και πάει

καπνός η αποκοτιά μας.»

Οι ιστορίες των πειρατών πάντα εξήπταν την παιδική φαντασία.

Δεκάδες τέτοιες ιστορίες έχουμε διαβάσει όταν ήμασταν μικροί. Οι πειρατές, οι κουρσάροι, για τους μεγάλους ήταν πάντα κάποιοι κακοί και επικίνδυνοι άνθρωποι που προκαλούσαν σφαγές και λεηλασίες των πληθυσμών. Για τα παιδιά όμως ήταν αντικείμενο θαυμασμού. Εκτός όμως από τους μύθους και τα παραμύθια, υπάρχει και η πραγματικότητα. Τί είναι ένας πειρατής; Πώς λειτουργεί, τι προσωπικότητα έχει;

Στα ερωτήματα αυτά απαντά το βιβλίο του Τεό Ρόμβου, «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου». Ένα βιβλίο γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, όπου ο τρομερός αυτός πειρατής αυτοβιογραφείται, μιλώντας σε μια παράξενη λαλιά. Ένα βιβλίο που εξαντλεί, σαν σε προσομοίωση, το κεφάλαιο της πειρατείας στο Αιγαίο. Και είναι γνωστό ότι η πειρατεία διαμόρφωσε την ειδική αρχιτεκτονική των αιγαιοπελαγίτικων νησιών με τη χώρα ψηλά στην κορυφή των βουνών, τριγυρισμένη από ισχυρά κάστρα ή τείχη, για το φόβο των πειρατών.

Ο Γεώργιος Νέγρος, στο ομώνυμο βιβλίο του Τεό Ρόμβου, λέγεται «πειρατής», ο οποίος «πειρατεύει». Η εντύπωση που μας άφησε αυτό το βιβλίο, μας έκανε να πάμε στον «τόπο του εγκλήματος», στο σπίτι του συγγραφέα χτισμένο σαν αετοφωλιά στην Άνω Σύρο, όπου βρέθηκε η πρώτη ύλη για τη συγγραφή αυτού του συναρπαστικού μυθιστορήματος.

Όπως λέει και ο συγγραφέας στην εισαγωγή του, η ιστορία του Νέγρου ξεκίνησε από μια κόγχη του σπιτιού του, χτισμένη αρχικά αλλά κούφια, όπου βρήκε κάποια παλιά φθαρμένα χειρόγραφα.

Διαβάζοντας το βιβλίο, νομίζει κανείς ότι αυτά τα χειρόγραφα ήταν γραμμένα από τον ίδιο τον πειρατή, ότι ήταν η αφήγηση της ιστορίας του. Νομίζει κανείς ότι ο τυχερός συγγραφέας βρήκε ένα μισοέτοιμο υλικό, κι ότι το συμπλήρωσε συνδέοντας τα διάσπαρτα κομμάτια του. Όμως, όχι: « Σε αυτή την εσοχή, που ήταν χτισμένη μέσα εδώ, υποτίθεται ότι βρήκα το κείμενο του Νέγρου. Στην πραγματικότητα όμως βρήκα άλλα πράγματα, που δεν είχαν καμία σχέση με το Νέγρο, μια εφημερίδα του 1904 και κάποια άλλα βιβλιαράκια γραμμένα στα φραγκοχιώτικα.»

Στο βιβλίο είναι εντυπωσιακή η παράξενη διάλεκτος με την οποία περιγράφει ο Νέγρος της ζωή του. Πώς όμως προέκυψε αυτή η γλώσσα, αν τα κείμενα του βιβλίου δεν είναι του Νέγρου; Ο συγγραφέας μας λέει ότι την είχε μέσα στο μυαλό του. «Σε πάρα πολλά κείμενα έχω βρει και έχω αναπαράγει την ενδεχόμενη γλώσσα ενός τέτοιου ανθρώπου. Έχει γίνει έρευνα για να βρω την εποχή, να την κατανοήσω. Ο Νέγρος είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο του 1807, έχω κάνει έρευνα σε πολλά αρχεία, στο αρχείο της Σάμου, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σε πολλές εφημερίδες…»

Από κει και πέρα, παίρνει το λόγο η γραφίδα του συγγραφέα. Ολόκληρη η ζωή του πειρατή, με φόντο την ιστορία της πειρατείας της εποχής εκείνης, ζωντανεύει με τη φαντασία του Τέο Ρόμβου, αλλά και μέσα από παιδικά του βιώματα.

«Όταν πρωτοήρθα στα νησιά, το 1951, ήμουνα 6 χρονών. Και μάλιστα ήμουνα κορίτσι τότε, με μακριά μαλλιά και μπούκλες. Ήρθα με τον πατέρα μου λοιπόν ένα χειμώνα, με ένα καράβι που λεγόταν «Μοσχάνθη», στην Τήνο. Τρεις η ώρα τη νύχτα, βγήκαμε με μαούνες και κατεβήκαμε από τη σκάλα του καραβιού με κομμένη την ανάσα. Περιμένανε μπροστά οι αγωγιάτες με τα γαϊδούρια, μας φορτώσανε μαζί με τα πράγματα κι ανεβήκαμε έναν ανηφορικό δρόμο μαζί με άλλους. Ξημερώματα φτάσαμε στο χωριό, ένα χωριό 200 κατοίκων, βγήκανε όλοι να προϋπαντήσουν τους καινούργιους που ήρθαν και ήταν μια κατάσταση σαν να ήμουνα την εποχή της πειρατείας. Σε αυτό το χωριό δεν υπήρχε ούτε δρόμος, ούτε ρεύμα, ούτε τίποτα. Βρεθήκαμε σε έναν πολιτισμό όπου οι άνθρωποι ζούσαν στο μεσαίωνα. Ξαφνικά βουτάς και μπαίνεις μέσα στο μεσαίωνα. Για μένα αυτό ήταν το εντυπωσιακό. Αφού έζησα το μεσαίωνα, τα έζησα όλα, και τη λαλιά που μιλούσαν πολλοί άνθρωποι εκείνης της εποχής».

Ο Τέος Ρόμβος αφιερώνει το βιβλίο του σε μια παρέα ανθρώπων που όπως μας λέει ζούσαν όλοι μαζί σε κοινόβιο στα Εξάρχεια.

«Ζούσαμε μαζί 5 άνθρωποι σε ένα σπίτι, πληρώναμε λιγότερα ο καθένας, δίναμε λύσεις στην καθημερινότητά μας που θα ήταν πολύ πιο δύσκολη αν ζούσαμε ο καθένας μόνος του. Μέσα από αυτό το πράγμα λοιπόν καταλάβαμε πόσο σημαντικό είναι να ζουν οι άνθρωποι μαζί. Και έτσι σκεφτήκαμε να βγούμε και στο Αιγαίο να πειρατεύσουμε».

Ο συγγραφέας παραδέχεται ότι σε πολλά σημεία, η προσωπικότητά του ταυτίζεται με εκείνην του ήρωα του βιβλίου του. «Έχει πράγματι πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά με ενδιέφερε πάρα πολύ να γράψω ένα βιβλίο για το Αιγαίο, να εξαντλήσω το θέμα της πειρατείας στο Αιγαίο. Τότε τα δοβλέτια στη θάλασσα όπως και στη στεριά, ανήκαν στην εξουσία, και πολλοί πειρατές είναι συνεργάτες και άνθρωποι της εξουσίας, δεν είναι κάποιοι που κάνουν το καλό, οι πειρατές είναι βρώμικοι. Δεν ήθελα να εξαγνίσω αυτό το πρόσωπο, σε καμία περίπτωση. Τα φονικά που έχει κάνει είναι ανελέητα και φρικιαστικά».

Ωστόσο αυτοβιογραφούμενος ο Νέγρος, στο βιβλίο, νιώθει τύψεις γι αυτά. «Πίσω από αυτόν είμαι εγώ. Κι εγώ αντιμετώπισα το θέμα της βίας μέσα σε αυτό το βιβλίο και έπρεπε να το ξεκαθαρίσω και μέσα μου, αν και δεν ήμουνα ποτέ υπέρ της βίας. Κι εκεί το ξεκαθάρισα απόλυτα».

Εφημ. ΛΟΓΟΣ των Κυκλάδων, 18/7/2013

*    *    *

NEOSKOSMOS Αυστραλία, 2 Nov 2012

Το βιβλίο της εβδομάδας: Τέος Ρόμβος, Γεώργιος Νέγρος – Ο τίγρης του Αιγαίου (εκδ. Πανοπτικόν, 2012)

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Το παρόν βιβλίο είναι ακριβώς το ημερολόγιο ενός θρυλικού πειρατή, του Γεωργίου Νέγρου, που όργωσε το Αιγαίο πέλαγος πριν από δύο αιώνες.

Το έναυσμα για τη συγγραφή δόθηκε τυχαία. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Τέος Ρόμβος: «Κάποια νύχτα άκουσα έναν παράξενο και συνεχή θόρυβο, κάτι σαν τρίξιμο μέσα από τον τοίχο… Το επόμενο πρωινό έψαξα στο πάνω πάτωμα όλο το δυτικό τοίχο που είναι λαξεμένος μέσα στο βράχο, ερεύνησα εξονυχιστικά τις σχισμές της αμυγδαλόπετρας… χτυπούσα τα ντουβάρια ένα προς ένα μήπως ακούσω ήχο υπόκωφο. Και πράγματι, κάποια στιγμή, ο ήχος σ’ ένα σημείο ακούστηκε διαφορετικός. Πήρα το σκεπάρνι και γκρέμισα το φαγωμένο σοβά. Από πίσω αποκαλύφθηκε μια βαθιά θυρίδα χτισμένη ως επάνω με πέτρες. Τις έβγαλα προσεκτικά μία-μία και όταν σήκωσα τις τελευταίες ανακάλυψα από κάτω κάποια παλιά έγγραφα. Φύσηξα και τίναξα τα χώματα… Ανάμεσα σε όλα αυτά και ένα κατασκονισμένο βιβλιόπουλο, ένα μάτσο χειρόγραφα τρυπημένα και δεμένα με σπάγκο. Τίναξα τη σκόνη που τα σκέπαζε, κάθισα κατάχαμα κι άρχιζα να τα ξεφυλλίζω. Ένα τεφτέρι γραμμένο ολόκληρο με μολύβι, χωρίς στίξη και κεφαλαία, μόνο πεζά, από άνθρωπο που ήξερε στοιχειωδώς να γράφει. Το όνομά του Γεώργιος Νέγρος, εποχή γύρω στα 1850».

Αυτή, λοιπόν, η τυχαία ανακάλυψη (;) έδωσε την αφορμή για μια προσωπική μελέτη ετών με καθημερινές επισκέψεις του συγγραφέα στο Ιστορικό Αρχείο της Σύρου, όπου και διαμένει. Ανασκάλεψε και ανέσυρε αναφορές του 19ου αιώνα, διαθήκες και κιτρινισμένα έγγραφα, αξιοποίησε δεκάδες βιβλία γύρω απ’ τα πειρατικά κατορθώματα για να καταφέρει να ανασυστήσει μια ολόκληρη εποχή όπου οι προσβολές ξεπλένονταν με αίμα και όπου το τίμημα για μια ζωή έξω απ’ τις συμβατικότητες των νοικοκυραίων ήταν η περιθωριοποίηση ή και η εξόντωση. Χωρίς να εξωραΐζει τη βία και το έγκλημα προδίδει εδώ μια συναρπαστική ματιά στα ήθη και την πραγματικότητα μιας εποχής μακρινής αλλά αναγνωρίσιμης. Ο «Γεώργιος Νέγρος» είναι ένα επίτευγμα: Πρώτα απ’ όλα γιατί είναι ένα βιβλίο γραμμένο σε μια νησιώτικη ντοπιολαλιά του 19ου αιώνα, που φανερώνει ανάγλυφα όλη την εργασία, την προσοχή και τη σοβαρότητα του Τέου Ρόμβου στην προσέγγιση του αντικείμενού του. Αλλά ο δεύτερος λόγος είναι ακόμα πιο σημαντικός. Σε μια εποχή πνευματικής υποχώρησης, μακριά από ομφαλοσκοπήσεις και φιλολογικές ωραιοποιήσεις, ο Τέος Ρόμβος προσφέρει μια πρωτότυπη και αναπάντεχη ματιά που φέρνει κάτι απ’ τον αέρα της πειρατικής και ανυπόταχτης ελευθερίας σε μια άνυδρη εποχή…

Όπως λέει, επίσης, ο Τέος Ρόμβος στο δελτίο Τύπου για την παρούσα έκδοση, οδηγήθηκε “στη συγγραφή ενός βιβλίου για τη ζωή των πειρατών έχοντας κατά νου τη γοητεία που είχαν ασκήσει πάνω μου, σαν παιδί, οι περιπέτειες αυτών των ανθρώπων της θάλασσας και που φάνταζαν στα μάτια μου σαν ένα ταξίδι προς την Ελευθερία”.

Ο πειρατής Γεώργιος Νέγρος ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Γεννήθηκε το 1807 στο Βαθύ Σάμου και έδρασε στο Αιγαίο από το 1840 μέχρι το 1851 που εξοντώθηκε.

Περισσότερα για το συγγραφέα αντλήστε από το ιστολόγιό του στο https://romvos.wordpress.com/

*    *    *

ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ 4.7.2012

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΕΓΡΟΣ;

                                 Κλεφτή ματιά από το φινιστρίνι του πειρατικού του Τέου Ρόμβου
Χρόνια τώρα τον άκουγα να μου αφηγείται απίθανες ιστορίες από τη ζωή του τελευταίου μεγάλου πειρατή του Αιγαίου.

Στο γραφείο του, αντίκρυ στο πέλαγος, είχε απλωμένους άτσαλα παλιούς χάρτες του αρχιπελάγους και πάνω τους έβαζε περίεργα σημάδια. Στα ράφια, στο τραπέζι και στο πάτωμα συσσωρεύονταν βιβλία για κουρσάρους, πειρατές και κάθε άλλο απόβρασμα των θαλασσών. Σε ότι κενό υπήρχε στους τοίχους καρφιτσώνονταν σκίτσα με άγριες φάτσες που κινούνταν απειλητικά σε κάθε θαλασσινή αύρα

Και τα ντοσιέ, που δε χώραγαν στα ράφια και στοιβάζονταν στο ξύλινο δάπεδο σε χάρτινες κούτες,  πολλαπλασιάζονταν μήνα το μήνα και ξεχείλιζαν με ντοκουμέντα από τη δράση του πειρατή.

Η αναδίφηση κιτρινισμένων αρχείων και αραχνιασμένων βιβλιοθηκών είχε γίνει πάθος, το ίδιο και τα ταξίδια στα νησιά του Αιγαίου. Μάλιστα με παρέσυρε σε ένα από αυτά, στο νησί καταγωγής του πειρατή, τη Σάμο. Διασχίζοντας το Αιγαίο μου έδειχνε τα σημεία που έβρισκε καταφύγιο ο διωκόμενος, απίθανες κρυψώνες που αν δεν ξέρεις, δε βλέπεις.

Είχα πεισθεί πλέον ότι ο Νέγρος ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Ειδικά όταν ένα χρόνο πριν μου έδωσε να διαβάσω το χειρόγραφο. Αυτό που τύπωσε από τον υπολογιστή του. Ψέματα! Ήταν μια σκηνοθεσία.

Η απάτη αποκαλύφθηκε στο τελευταίο ταξίδι στη Σύρο (Ιούνης του 12). Μου είχε πει, έλα, αυτή θα είναι η τελευταία φορά, πουλάω το σπίτι και φεύγω. Ξεκίνησα να πάω τη μέρα που ξεκίνησε και το δέμα με τα πρώτα αντίτυπα του βιβλίου από τη Θεσσαλονίκη – εκεί τυπώθηκε. Εγώ έφτασα πιο γρήγορα. Και το είδα να φτάνει. Να το παραλαμβάνει. Μπλε σκούρο εξώφυλλο, πιο σκούρο από τη θάλασσα.

Χαιρεκακία να δεις όταν άνοιξε το πακέτο και βγήκαν τα τυπωμένα. Τους την έφερα, ήταν σαν να έλεγε. Μέχρι τώρα όλα μου τα βιβλία ήταν κομμάτια της ζωής μου, εμπειρίες και βιώματα προσωπικά. Για πρώτη φορά τώρα γράφω για έναν άλλο. Με το μυαλό του άλλου. Με τη λαλιά και την ορθογραφία του άλλου. Είναι όμως έτσι;

Ξαναδιαβάζοντας το τυπωμένο βιβλίο είδα την προηγούμενη βεβαιότητα να κλονίζεται. Δεν είναι δυνατόν κάποιος άλλος να γράφει ως Γεώργιος Νέγρος αν δεν είναι Νέγρος ο ίδιος! Αποκλείεται να τον νοιώσει, να παθιαστεί, να ξομολογηθεί όπως εκείνος.  Αν δεν παστωθεί στην αρμύρα, αν δεν λυσσάξει στη πείνα, αν δεν νοιώσει το άδικο κατάσαρκα, αποκλείεται να τον ερμηνεύσει. Ούτε ο πιο ταλαντούχος ηθοποιός μπορεί να το κάνει. Για συγγραφέα δεν το συζητάω.

Κι όταν σκέφτηκα ότι αυτό που έκανε ο πειρατής, μετά από κάθε κούρσο να αλλάζει πλεούμενο για να χάνονται τα ίχνη του, το ίδιο έκανε κι ο Τέος μια ζωή τώρα, κάθε αμφιβολία χάθηκε. Βέβαια δεν έχω μια απάντηση στο ερώτημα πως σχεδόν είκοσι χρόνια τώρα κόλλησε στη Σύρο.   Ίσως γιατί τόσα χρειάζονταν για να στηθεί ο μύθος του Γεώργιου Νέγρου. Αυτός ξέρει.

Νομίζω ότι μ αυτό το  βιβλίο ξεπέρασε κάθε όριο.

Εγώ αυτά έχω να καταθέσω, κύριοι εισαγγελείς, για να μην πάρω το κρίμα στο λαιμό μου.

Εν κατακλείδι δεν ξέρω αν ο Γεώργιος Νέγρος είναι ο Τέος Ρόμβος ή το αντίστροφο. Ούτε με νοιάζει. Άλλωστε τα ονόματα είναι κάτι σχετικό. Γιατί κι εγώ που υπογράφω αυτή τη κατάθεση, μήπως ξέρετε ποιός πραγματικά είμαι;

http://theodosiou.wordpress.com

*    *    *

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ 29.7.2012

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΕΓΡΟΣ, Ο ΤΙΓΡΗΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Υπάρχει ένας σπουδαίος μύθος για το μικροσκοπικό πουλί κολιμπρί ή κολίμβρι. Ο μύθος λέει πως όταν έπιασε φωτιά στη ζούγκλα κι όλα τα ζώα άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητα και να λουφάζουν κοντά σε μια λίμνη, το κολιμπρί βουτούσε στο νερό σαν πυροσβεστικό αεροπλάνο και με το ράμφος του μετέφερε νερό προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά. Τα υπόλοιπα ζώα που παρακολουθούσαν αμέτοχα την καταστροφή το κοιτούσαν σαστισμένα κι αποχαυνωμένα. Τότε ο ελέφαντας φωνάζει στο κολιμπρί πως είναι μάταιο αυτό που κάνει και πως δεν πρόκειται να σβήσει τη φωτιά. Το κολιμπρί τότε του απαντά «εγώ, κάνω αυτό που μου αναλογεί».

Ο συγγραφέας Τέος Ρόμβος που ζει τα τελευταία χρόνια μαζί με τη σύντροφό του Χαρά Πελεκάνου στην Άνω Σύρα είναι ένα σύγχρονο κολιμπρί. Κάνει αυτό που τού αναλογεί. Δεν είναι ακτιβιστής με χορηγούς και μη κυβερνητικές. Είναι ένας παθιασμένος άνθρωπος με τη ζωή. Συνομιλεί καθημερινά με το Φερεκύδη, τους προσωκρατικούς, το Ροΐδη, το Σουρή, τις σαράντα πέντε γάτες του και τους φίλους του. Αγαπά το διάλογο και το λευκό κρασί. Μαγειρεύει με την αγάπη του και τις αισθήσεις του.

Ο Ρόμβος είναι ένας ενοχλητικός άνθρωπος για τους κρατούντες. Ξέρει τη δύναμη του λόγου και την ισχύ της συλλογικότητας. Γράφει και καταγγέλλει τη βρωμερή λεγόμενη ανάπτυξη και τη συνωμοσία σιωπής των νοικοκυραίων. Δεν είναι οικολόγος με κλιματιστικό και πισίνα αλλά γυρολόγος και περιπατητής, θυμωμένος με τους νεοέλληνες που χέζουν ακροποδητί την πατρίδα τους. Ο Ρόμβος δε ρουφήχτηκε από μανιφέστα και αγγλοσαξονικές φιοριτούρες. Ξέρει τα ονόματα των λουλουδιών και των ανέμων. Θαυμάζει τις γυναίκες και τις ευγνωμονεί. Μέσα στα γραπτά του υπάρχει η γενετήσια δόνηση και το πείσμα για αληθινή ζωή.

Ο Ρόμβος ταξίδεψε, έβγαλε περιοδικά, έκανε ταινίες, φωτογράφισε χαράγματα, έγραψε διαβολεμένα βιβλία. Δεν φωτογραφήθηκε σαν πουτάνα πολυτελείας σε καναπέδες, ποζάροντας ως σπουδαίος λογοτέχνης, ούτε έγλειψε τ’ αρχίδια των ποντοπόρων του συγκροτήματος Λαμπράκη. Στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων της Σύρου δεν υπάρχουν τα βιβλία του. Ο Ρόμβος δεν είναι η πρώτη είδηση για το νησί. Προηγούνται τα μηχανάκια και τα λουκούμια. Ο τουρισμός, η γκλαμουριά και η μαλακία. Ο Ρόμβος όμως είναι ακούραστος. Γράφει για τη Σύρο και τους Συριανούς. Λατρεύει τη Δήλο απέναντι και περιμένει το πλήρωμα του χρόνου αλλά και το πλήρωμα του πειρατή Γεωργίου Νέγρου που θα τον διορίσει μόνιμο αρχαιοφύλακα των φαλλών και των θυμιαμάτων του νησιού.

Ο Ρόμβος είναι ζωντανός και γράφει. Η δουλειά του είναι η τέχνη του θαυματοποιού και του παραμυθά. Του δαιμόνιου ερευνητή που ξεσκολίζει κιτάπια απ’ το επιγραφικό αρχείο του Βερολίνου μέχρι τις ακτινογραφίες της λεκάνης μιας γραίας που παρέσυρε ο άνεμος στην Άνω Μεριά. Ο Ρόμβος έχει χεσμένους τους μεγάλους εκδότες και τα παραπαίδια τους. Το τελευταίο του βιβλίο Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου, εξεδόθη από τις εκδόσεις Πανοπτικόν.

Ο Τέος Ρόμβος γράφει: έχω ξεκινήσει το γράψιμο του βιβλίου της Πειρατείας. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το κείμενο δυνατά. Γράφω με αναπνοές, προσπαθώ να γράψω όπως αναπνέω. Προσπαθώ να δώσω στο γραπτό μου ρυθμό. Ανάσες. Πρέπει να προσπαθήσω να γράψω όπως αναπνέω, με ανάσες. Με μια ανάσα, με δυό, με τρείς ανάσες. Έτσι θα βρει το κείμενο το ρυθμό του. Όπως αναπνέω όταν κάθομαι γαλήνιος. Όπως αναπνέω μετά από τρέξιμο. Όπως αναπνέω όταν γαμάω. Όπως αναπνέω όταν είμαι οργισμένος. Όπως θα αναπνέω όταν θα ξεψυχώ…..

Ο Ρόμβος στο ένατο βιβλίο του έχει την ίδια αγωνία. Να βρει το ρυθμό. Να δώσει στίγμα. Να βγάλει την καύλα του αφτιασίδωτη και πυραχτωμένη. Να οξειδώσει την αναπνοή του η αλμύρα, να είναι σφοδρός σαν τον άνεμο που σείει το σπίτι του στην Άνω Σύρο. Ο Γεώργιος Νέγρος του Ρόμβου είναι ένα μικρός γλωσσικός άθλος. Μια λαλιά σμιλεμένη πάνω στον πειρατή που σκαμπανεβάζει το σκαρί του μέσα στην ιστορία ενός ολόκληρου θαυμαστού κόσμου. Με κλέφτες, καλούς, κακούς, πνιγμένους, οπλαρχηγούς, τελάληδες, ανθρώπους με σάρκα και οστά που γαμούν και γαμιούνται. Μια λαογραφία της θάλασσας και της στεριάς με άγριο κύμα, δρολάπια και φουρτούνες και κρύο και ζέστη και ύφαλα και τραγάνες και σπήλαια και ερημονήσια.

Γράφει ο Ρόμβος δια στόματος Γεωργίου Νέγρου του πειρατού: ξαλαφρώνει η ψυχή μες τη βροχή και την αντάρα, εις τα αστροπελέκια και τα μπουμπουνητά, εις τον άγριο άνεμο και εις τη λύσσα του καιρού. Ομπρός εις το θεριό θάλασσα, κανένας μας δεν ωφελεί, γινόμαστε μικροί και πάει καπνός η αποκοτιά μας.

Ο Ρόμβος είναι αυτό που γράφει. Είναι αυτό που διδάσκει, χωρίς διδακτισμό. Είναι απόγονος των πειρατών και των γάτων. Ένας μάγος συγγραφέας που φτιάχνει και εξαίσιες μακαρονάδες.

Ο Τέος Ρόμβος αρχίζει το Γεώργιο Νέγρο του έτσι: Το παλιό πέτρινο σπίτι που κατοικούμε το σαρώνουν χίλιοι άνεμοι. Κάθε χειμώνα αλλά και στα καλοκαιριάτικα μελτέμια το κτίσμα ζωντανεύει, αντιδρά, βογκάει, δονείται λες και τρέφεται από τους ισχυρούς ανέμους που κατεβαίνουν ανεμπόδιστα στο Αρχιπέλαγος κι έρχονται από χώρες βορινές και παγωμένες. Κι όταν ο αέρας ξεπερνάει τα εννέα και δέκα μποφόρ και αρχίζει ένας μόνιμος γδούπος πάνω στα βορινά ντουβάρια, τότε μπλέκεται και σφυρίζει στις κορυφές των δέντρων, τρεμουλιάζει και πάλλεται στα πατζούρια της μπαλκονόπορτας, στριμώχνεται κάτω από χαραμάδες και μαζί τρυπώνουν καμπανοκρουσίες, ερωτικά τραγούδια χωρισμού, καλπασμοί αλόγων, μυρωδιές από γυναικεία χείλη.

http://kyklos.wordpress.com/

*    *    *

ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Ν.

«Ποτές δε μ΄ άρεζε να χύνω αίμας»

Ο πιο διαβόητος έλληνας πειρατής του 19ου αιώνα «αφηγείται» τη ζωή του διά χειρός Τέου Ρόμβου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  23/09/2012

                                                                                Έλληνες πειρατές σε παλιά λιθογραφία

Μια ιστορία πειρατοσύνης και προσωπικού αναστοχασμού είναι το βιβλίο του μποέμ αναχωρητή Τέου Ρόμβου που κυκλοφορεί με τίτλο Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου (εκδόσεις Πανοπτικόν). Ο Τέος Ρόμβος, παλιός «τρόφιμος» του κοινοβίου της οδού Μπενάκη 87 και εδώ και 20 χρόνια κάτοικος Ερμούπολης Σύρου, μελετώντας παλιά κείμενα που αναφέρονται στους πειρατές, αφηγείται την ιστορία του διαβόητου έλληνα πειρατή Γεωργίου Νέγρου, ο οποίος έδρασε στις αιγαιοπελαγίτικες θάλασσες.

Οπως αναφέρει ο συγγραφέας, ο Γεώργιος Νέγρος γεννήθηκε στο Βαθύ της Σάμου το 1807 και η δράση του αναπτύχθηκε στο Αιγαίο την περίοδο μεταξύ 1840 και 1851. Με το πρόσχημα της εύρεσης ενός χειρογράφου όπου ο Νέγρος στο τέλος της ζωής του αφηγείται τις περιπέτειές του, ο Τέος Ρόμβος ξεδιπλώνει την πολιτιστική ιστορία των νησιών του Αιγαίου λίγο μετά την ανακήρυξη του νεαρού ελληνικού κράτους.

Τα νησιά αυτά ζούσαν σε πλήρη αυτονομία, καθώς, εκτός της Σάμου, που είχε τούρκο διοικητή, και της Ρόδου, τα υπόλοιπα δεν είχαν ενταχθεί στο ελληνικό κράτος, διαφεντεύονταν από ντόπιους και ζούσαν από το εμπόριο, την κτηνοτροφία και τις μικρές καλλιέργειες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι πειρατές ήταν κατά κάποιον τρόπο μια «ανεξάρτητη αρχή», κάτι ανάλογο με τους ληστές στην ορεινή Ελλάδα. Πολεμούσαν τους Τούρκους, κυνηγούσαν τα εμπορικά πλοία και ζούσαν ελεύθεροι.

Βία, φονικά, λαγνεία, όπιο

Ο βίος και η πολιτεία του Γεωργίου Νέγρου ήταν γεμάτα περιπέτειες, αμαρτίες, βία, φονικά, λαγνεία, λάφυρα, όπιο, γυναίκες, τραγούδια και μοναξιά. Ο θρύλος τον θέλει να κάνει αταξίες, ο δάσκαλος-παπάς αποφασίζει να τον τιμωρήσει κόβοντάς του το δάχτυλο και ο πατέρας του μικρού Γεωργίου σφάζει τον παπά, παίρνει την οικογένειά του και φεύγει μακριά.

Στην πραγματικότητα, ο Γ. Νέγρος μεγάλωσε στη Σάμο και στη νεανική του ηλικία υπηρέτησε το διεφθαρμένο σύστημα του νησιού ληστεύοντας καραβάνια. Θα θεωρήσει ότι τον αδίκησαν και θα πάρει των ομματιών του. Θα γίνει πειρατής. Θα τον προδώσουν συντοπίτες του, θα συλληφθεί, θα κάνει φυλακή δώδεκα μήνες, οπότε και θα δραπετεύσει. Θα συγκεντρώσει γύρω του διαλεχτά παλικάρια από διάφορα νησιά και έκτοτε θα ζει στη θάλασσα κουρσεύοντας καράβια. Η αφήγηση του Ρόμβου ξεδιπλώνεται αναλυτικά μήνα με μήνα παρακολουθώντας τις περιπέτειες του Νέγρου και του τσούρμου του.

Η πειρατική ζωή δεν θα μπορούσε να είναι ενάρετη, αν και ο πειρατής Νέγρος εμφανίζεται να λέει «ποτές δε μ’ άρεζε να χύνω αίμας και αν ήμαι εγκληματίας τούτο εγίνηκε δίχως να το έχω επιθυμήσει, για κάποιους σαν και δαύτους έγινα» αναφερόμενος σε ανθρώπους που τον αδίκησαν. Εν τούτοις στην πορεία των αφηγήσεών του φαίνεται πολλές φορές να προβαίνει σε βίαια φονικά και άλλοτε να μην παρεμβαίνει όταν το τσούρμο του αφήνιαζε και προχωρούσε σε ομαδικές σφαγές, με θύματα κυρίως τα πληρώματα στα πλοία που κούρσευαν. Το αίμα αυτό θα τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή.

Λίγο πριν από το τέλος της πειρατικής του περιπέτειας θα πει: «Την ψυχή μου κατατρώγει το σαράκι οπού δεν ημπόρεσα να αποφύγω και ν΄αβαράρω όλα εκείνα τα φονικά και στοχάζομαι ότι ποτές δε θα ξαναβρώ γαλήνη. Το αίμας έχει πέσει απάνω μου. Και τες νύχτες δεν ημπορώ να κλείσω μάτι, όλοι εκείνοι οι αποθαμένοι βρουκολακιάζουν και απερνούν από εμπρός μου σα σκιές. Ηναι γεννήματα της νύχτας, με ζώνουν ολούθε και κράζουν».

Ο Τέος Ρόμβος γράφει γοητευμένος από τη ζωή των πειρατών, από την ελεύθερη και χωρίς περιορισμούς ζωή τους, καθώς του θυμίζει τα κοινόβια, τις τρέλες, την ελευθεριακή ζωή των μεταπολιτευτικών χρόνων. Αν παράτησε τους αναρχικούς και τα στέκια τους ήταν επειδή διαφωνούσε με τη βία που εξέθρεψε αυτός ο χώρος. Αυτή τη βία που συναντά και στους πειρατές θα την αρνηθεί και πάλι: «Χρειάστηκαν έρευνες πολλές και άπειρα διαβάσματα και στοχασμοί ώσπου να κατανοήσω και να συμπεράνω κάτι που ίσως όλοι εσείς το ξέρατε από την αρχή: ότι η προσωπική και η κοινωνική απελευθέρωση μπορεί να είναι τα ζητούμενα αλλά και γω σαν έλλογο ον δεν δύναμαι να εξωραΐζω και να εγκωμιάζω τη βία και το έγκλημα».

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια της αφήγησης του Γιώργου Νέγρου είναι εκείνο που αναφέρεται στην εμπορική ζωή της Ερμούπολης. Λιμάνι όπου σωρεύονταν κάθε καρυδιάς καρύδι, «φάτσες σκοτεινές, μούτρα ανθρώπων φερμένων από τα τετραπέρατα της Ασπρης Θάλασσας, εις το βλέμμα των, το θωρείς, έχουν πράξη αιώνων από αλισβερίσια», έμποροι παραδόπιστοι, οθωμανοί σωματέμποροι, κιβδηλοποιοί, έμποροι όπλων, άνθρωποι έτοιμοι να εγκληματήσουν, κλέφτες, νταβατζήδες, κιουτζέκια, μπαμπέσηδες και ρουφιάνοι. Περιγράφει πολύ όμορφα πώς διασκέδαζαν στους πάνω μαχαλάδες της Ερμούπολης, στο καφενέ «Σαράντα Δράκοι» του μπάρμπα Γιαννούλη του Ξυπόλυτου, τις συνήθειες και τα τραγούδια τους – ο ίδιος ο Γ. Νέγρος έπαιζε κάποιο έγχορδο -, πώς έφτιαχναν τις ουσίες, το παυσίλυπο, τη θεριακή κτλ.

Ο «μύθος» και η γλώσσα του

Η μοίρα των πειρατών ήταν προδιαγεγραμμένη. Οι βασιλικές κορβέτες «Λουδοβίκος», «Οθωνας» και «Αμαλία» μαζί με πλοία γαλλικά, αγγλικά, ακόμη και αμερικανικά, είχαν τεθεί στο κυνήγι τους. Τα πρώτα ατμοκίνητα σιδερένια πλοία αρμένιζαν στο Αιγαίο και ήταν δύσκολο να τα ανταγωνιστούν τα περήφανα ξύλινα σκαριά των πειρατών. Την 9η Σεπτεμβρίου 1851, κατόπιν προδοσίας, ο Γιώργος Νέγρος και οι πιστοί του σύντροφοι θα εγκλωβιστούν στους Φούρνους, κοντά στο αγαπημένο του νησί, τη Σάμο, και θα πέσουν μαχόμενοι. Η αφήγηση του συγγραφέα θα κλείσει με αναφορά σε διάφορες πηγές και τον «μύθο» που ακολούθησε τον θάνατο του διαβόητου πειρατή.

Κείμενο ελεγειακό, προσωπικό, γοητευτικά γραμμένο, με φροντίδα στη γλώσσα, όπου εκατοντάδες λέξεις και εκφράσεις που δεν είναι πλέον σε χρήση κοσμούν την αφήγηση (εγιαλώσαμε, αναρίφνητα, μεληδόν, ελευθεροκοινωνήσαμε, αρμυροθρεμμένοι κ.ά.), το πεζογράφημα του Τέου Ρόμβου έχει προσωπικότητα και μια λογοτεχνική αυταξία πολύ πέρα από το ιστορικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον που φανερώνει με την πρώτη ματιά.

“ΤΟ ΒΗΜΑ”, http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=475939

*    *    *

26 Σεπ

Φίλε Τέο..

…»ομολογώ » ότι δεν σε γνώριζα, αλλά όπως λέει και ο λαός κάλιο αργά παρά ποτέ!!!

Περιμένω με ανυπομονησία να διαβάσω μερικά από τα βιβλία σου που παρήγγειλα από βιβλιοπωλείο της πόλης που μένω γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα, και είμαι σίγουρος ότι θα με ενθουσιάσουν…

Η ιστοριούλα με το κολιμπρί ήταν καταπληκτική και το δίδαγμά της …εξίσου σημαντικό, δείχνοντας ότι ο καθένας προσφέροντας από τη δική του μεριά αυτό που μπορεί θα έχει σίγουρα σπουδαία αποτελέσματα στην κοινωνία μας …αρκεί βέβαια να παραμερίσουμε για λίγο το ΕΓΩ μας, και να βρεθούμε για λίγο στην κατάσταση του άλλου…

Με αφορμή λοιπόν την ωραία αυτή ιστορία με το κολιμπρί θα ήθελα να σου γράψω και εγώ μια ιστορία που διάβασα σε ένα βιβλίο τώρα τελευταία με πρωταγωνιστή έναν…κοκκινολαίμη αυτή την φορά!!!

…»Εμείς Σαβέριο, είμαστε κοκκινολαίμηδες. Εμείς οι λιμπερτάριοι(*) είμαστε κοκκινολαίμηδες, θαρραλέοι όπως εκείνο το πουλάκι, πριν από πολλά χρόνια, που θέλησε να πάει στο γεράκι…Ήταν λοιπόν αυτός ο κοκκινολαίμης τόσο μικρός που χωρούσε στην παλάμη του ενός χεριού, αλλά είχε τις δικές του ιδέες και κανείς δεν κατάφερε να του τις βγάλει από το κεφάλι… ήθελε να πετάει εδώ και εκεί, να βλέπει τον κόσμο, να τσιμπολογάει όπου έβρισκε να χορτάσει την πείνα του και καθόλου δεν του άρεσε που του ’χαν ορίσει τη θεσούλα του και το θέμα είχε λήξει. Έτσι μία μέρα, πήρε το θάρρος και παρουσιάστηκε στον κύριο γεράκι, το βασιλιά των πουλιών του δάσους. »Θα ήθελα την άδεια, εξοχότατε, να πηγαίνω λιγουλάκι όπου μου αρέσει, άλλωστε δεν θα ενοχλούσα κανέναν, μικρούλης όπως είμαι». Έτσι του ’πε και στο μεταξύ έτρεμε και το τελευταίο του πουπουλάκι. Το γεράκι σκοτείνιασε αμέσως και είπε χοντραίνοντας τη φωνή του: »Αυτή η υπόθεση δεν μου αρέσει καθόλου. Πρέπει να βάλεις μυαλό και να πάψεις να ενοχλείς με τις απαιτήσεις σου. Δίνε του ή αλλιώς φωνάζω τις καρακάξες». Και λέγοντας αυτά, χωρίς καν να το πάρει είδηση, του έδωσε μία με το πόδι και του μάτωσε την φτερούγα του. Το πλήρωσε ακριβά εκείνο το πουλάκι το πάθος του για ελευθερία. Μα πεισματάρικο καθώς ήταν, σε δύο τρεις μέρες ήταν πάλι στον αέρα και πετούσε. Κακήν κακώς βέβαια και θεόστραβα, σέρνοντας την πληγωμένη του φτερούγα. Έμοιαζε με παλιάτσο, τόσο αστείος που ήταν, με τον τρόπο που είχε βρει να πετάει μόνο με ένα φτερό. Και όλα τα άλλα πουλιά δώστου να γελάνε. Και έσκαγαν στα γέλια και το γεράκι και οι καρακάξες του. Έτσι που, από τα πολλά γέλια, κανείς δεν έπαιρνε είδηση ότι κάθε μέρα που περνούσε ο κοκκινολαίμης πετούσε όλο και λίγο ψιλότερα, όλο και λίγο μακρύτερα από το μέρος που του ’χαν ορίσει. Και τη μέρα που το γεράκι το κατάλαβε, ο κοκκινολαίμης πετούσε πια τόσο ψηλά, που από κει πάνω άρχισε να βομβαρδίζει το Βασιλέα των πουλιών στο κεφάλι με σκατούλες…»

(*)λιμπερτάριος : ριζοσπαστικός και αδιάλλακτος οπαδός μιας πολιτικής ελευθερίας που πλησιάζει στην αναρχία.

Το απόσπασμα αυτό είναι από το μυθιστόρημα του Μαουρίτσιο Ματζάνι: Αναρχικοί και ονειροπόλοι.

Βλέπεις φίλε Τέο, ότι τελικά έχουμε να μάθουμε πάρα πολλά από τα πουλάκια!!!

Χάρηκα πολύ Τέο που έπεσες έστω και τυχαία στο διάβα μου,(ούτως ή άλλως όλα τα ωραία τυχαία δεν συμβαίνουν;) και θα χαρώ να τα ξαναπούμε.

Νίκος από Πάτρα.

Αντίσταση Αυτοοργάνωση Αξιοπρέπεια

*    *    *

stephanie aegeotissa  2 Οκτ.

Καλησπέρα σας,

καταρχήν θα ήθελα να δεχτείτε τα συγχαρητήριά μου για το βιβλίο σας. Η αλήθεια είναι πως δεν συγκρατήθηκα κ παρόλο που βρίσκομαι στο μέσον της ανάγνωσης θέλησα να σας γράψω.

Για το βιβλίο αυτό μου πρωτομίλησε ο κοινός μας γνωστός Διονύσης, μάλιστα μου μίλησε με τόσο ενθουσιασμό κ για εσάς αλλά κ για τις γραφές σας που πραγματικά δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ για να με πείσει να το διαβάσω…

Από την πρώτη πρώτη σελίδα αυτήν με την αφιέρωση ήξερα πως στο βιβλίο θα βρω τους δικούς μου θησαυρούς.

Βλέπετε μόλις φέτος καταφέραμε να σκαριάσουμε κ να τελειώσουμε- με τον σύντροφό μου- ένα σκαρί πειρατικό, ένα δικάταρτο ξύλινο γαλιόνι κ να ταξιδέψουμε από τον Αύγουστο κ μετά το ιόνιο κ το αιγαίο… Όνειρο παιδικό ήταν κ είμαστε χαρούμενοι που τα καταφέραμε… Σας υπόσχομαι κάποια στιγμή να έρθουμε κ στην Σύρα…

Προχωρώντας την ανάγνωση κ έχοντας κοινή σαμιώτικη καταγωγή με τον ήρωά σας, είδα τις αναφορές στον Καπεταν Λαχανά, στην ηγεμονία κ θυμήθηκα πως η σαμιώτισσα γιαγιά ήταν περήφανη που βάσταγε από την δική του την γενιά… Και συνεχίζοντας το ταξίδι στις σελίδες σας πήγα στην Κίναρο, πήγα στα Λέβιδα, όπου από παιδί ταξίδευα με τα καραβάκια του πατέρα μου κ ζωντάνεψαν μπρος μου όλες οι σκηνές που είχε φανταστεί ο παιδικός μου τότε νους…. Στην Κίναρο – όταν ακόμα ζούσαν το ζευγάρι των γερόντων- μου είχαν δείξει τα απομεινάρια ενός ξωκλησιού (??) ίσως με ένα δάπεδο ψηφιδωτό χαμένο μες τα αγκάθια… μου είχαν πει ιστορίες για τους πειρατές που είχαν εκεί λημέρια… Κ στα Λέβιδα η οικογένεια των Πατιανών μου είχε δείξει ψηλά ψηλά στο βουνό τα απομεινάρια κάποιου κάστρου – λημεριού… κ στην Φαρμάκω είχα προλάβει να δω τις καμάρες, τα χτίσματα που είχαν σκαρώσει αιώνες πριν οι κουρσάροι… τότε με την φαντασία μου έβλεπα να ξεπροβάλλουν από τους κάβους κ από μικρούς κόρφους κωπήλατα κουρσάρικα σκαριά … Με το βιβλίο σας μου ανακαλέσατε εκείνες τις μνήμες, δώσατε εικόνα κ περιγραφή στον ονειρικό εκείνο κόσμο μου. Και οφείλω να σας ευχαριστήσω.

Με φιλικους χαιρετισμους

Στέφη

υγ. αν θέλετε να δείτε το κουρσάρικό μας θα βρείτε όλη την ιστορία της ναυπήγησης στο μπλογκ που διατηρώ…  http://aegeotissa.blogspot.gr/

*    *    *

26 Σεπ

Τι έκατσες κι έκανες ρε μπαγάσα;

Πολλή ταλαιπώρια αδερφέ μου αλλά και ωραίες οι στιγμές που πέρασες γράφοντας, με τη «λαλιά εκεινού». Μεγάλη η κούραση της έρευνας και μεγαλύτερος ο μόχθος του κουβαλήματος, νύχτα μέρα, του Νέγρου, της γλώσσας του και της ψυχής του της ίδιας… Σα δεν σου σάλεψε, να φτιάξεις καμιά ξύλινη σπάθα και να κυνηγάς την Χαρά ένα γύρω, στα χαλάσματα… Λίγο το ‘χεις;… Σοβαρά τώρα:

Σου αρέσουνε τα τέτοια στοιχήματα φαίνεται. Το κέρδισες φίλε! Και ο ρυθμός που τόσο γαμήθηκες να βρεις, σωστός και η γλώσσα πειστικότατη και συνάμα «απλή» και να μην μιλήσω για όσα παρένθετα του «χειρόγραφου» συμπεριέλαβες στο βιβλίο. Άκρως επιτυχημένα και ενδιαφέροντα και στην σωστή αναλογία, χωρίς να «κλωτσάνε» και να ξενίζουν μα αντίθετα να δένουν όμορφα και γλυκά και τρυφερά κι ας μοιάζουν -αρχικά- σαν ψιλοάσχετα αποσπάσματα, προσωπικών σημειώσεων.

Στο τέλος ξυρίζουν όμως τον γαμπρό και το βιβλίο-γαμπρός, αλλά κι ο άκουρος εξηνταεφτάρης-γαμπρός επίσης, κι οι δυο τους έμορφοι κι ωραίοι! Οι υπόλοιποι χαρακτήρες, επαρκώς σκιαγραφημένοι πλην το «Πλάσμα», πιο φροντισμένο και σωστά, από τα χεράκια σου τα μαστορικά. Απίστευτος χαρακτήρας και υπερπολύτιμος στην ιστορία που διηγήθηκες. Όμορφη έμπνευση και λειτουργική. Φτιάχνει κλίμα, σε μπάζει σε αλλιώτικα νερά, το φαντάζεσαι σ’ ένα μονοπλάνο(;) να χορεύει στους «Σαράντα Δράκους», γύρω του καπνοί ντουμάνι, κείνο στον κόσμο του, να λυγιέται με κλειστά μάτια, για πάρτη του! και σε κάνει να κλείνεις τα δικά σου και να το βλέπεις ζωντανό, μπροστά σου, μαζί με τις μυρουδιές και όλα τα ωραία….

(Εδώ, -μου επιτρέπεις-  θυμήθηκα τον Θράσο τον Καστανάκη… (Προσωπικά, θα το εκλάμβανα σαν μεγάλη κολακία…)

Για το θαλασσινό σου λεξιλόγιο τι να πρωτοπεί κανείς; Εξαίσιο! Τυγχάνω γέννημα θαλασσινό κι ελόγου μου και λίγα τα κατέχω.

Πρέπει όμως να εκδοθεί κάποτες ένα τέτοιο λεξικό, λέω. Μακάρι να το αποφάσιζες τώρα που πολλά κατέχεις και με «λίγο» κόπο, τσουπ, θα το ‘φτιαχνες. Σκέψου το λίγο…

Να μην ξεχάσω όμως να σου πω και για το ταξίδι της «αυτογνωσίας» που έκανες και για το «ξεκαθάρισμα» του μυαλού σου που ευτυχώς κατά την γνώμη μου, δεν τα ‘γραψες και στο βιβλίο…

Εντάξει, σύμφωνοι είμαστε για το θέμα βίας ή μη βίας, αν και όπως γράφεις κι εσύ, αν ποτέ συναντηθούμε από κοντά τα κουβεντιάζουμε… Επειδή όμως δεν το βλέπω πολύ πιθανό, θέλω να σου πω, ότι σημασία είχε, να μην είναι ολοφάνερη η θέση σου, ούτε υπέρ, ούτε κατά. Και αυτό το κατάφερες πέρα ως πέρα. Οι ενοχές που τον βαραίνουν, φυσικές, ανθρώπινες, η συνέχιση πάλι των πράξεών του, κι αυτό φυσικό κι ανθρώπινο επακόλουθο, (ακριβώς όπως θα λειτουργούσε δηλαδή ο ίδιος, -έτσι όπως τον έπλασες να είναι, ο χαρακτήρας του κι η νόησή του πα να πει). Όλα μαεστρικά καμωμένα. Η ορχήστρα σου απέδωσε θαυμάσια. Κριτική θα του κάνουμε; Αυτός ήταν ο Νέγρος σου και σ’ όποιον αρέσει!…

Ειδικά δε προς το τέλος που καταλαβαίνει πως, τι τούρκοι, τι έλληνες; στα ίδια σκατά πατούνε (σαν τις νύχτες πορπατούνε) και την πέφτει πια και στα Σαμιώτικα, τα ελληνικά δηλαδή καΐκια, των τέως πατριωτών και νυν προσκυνημένων, «ζωγράφισες»  κυριολεκτικά, αδερφέ μου Τέο!

Τώρα, άμα ρωτήξεις για τη θέση που παίρνεις, εντέλει, αφού έχει διαβαστεί το βιβλίο και κάθομαι και τ’ αναθυμάμαι στο μυαλό μου, μου φαίνεται, πως -στο δικό μου το κουρκούτι, θέση παίρνεις και παραπαίρνεις, έστω από μια άλλη διανοητική διάσταση, περισσότερο ιδεολογική βεβαίως -και δεν έχεις να δώσεις λόγο σε κανέναν! Όποιος καταλαβαίνει, κατάλαβε. Συμφωνούμε με τον Μαλατέστα, («Αν προκειμένου να νικήσουμε, θα πρέπει να στήσουμε κρεμάλες στις πλατείες, τότε καλύτερα να χάσουμε»), αλλά δώσμου εμένα τη χατζάρα και τη δύναμη να πάρω επί τόπου την κεφάλα ορισμένων μακελάρηδων του σημερινού μας κόσμου, (δες τι συμβαίνει π.χ. με αυτό το μπουμπούκι, τον «Σβατσενέγκερ», στα σύνορα Ρουάντας-Κονγκό…{ http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22792&subid=2&pubid=63698737 }), κι ύστερις το συζητάμε όσο τραβάει η όρεξή του, του καθενού… Το ίδιο λέω, θα ’κανες κι εσύ! (και τα ρέστα που ’γραψες στο σάιτ σου, δεν το βρίσκω απαραίτητο που τα ’γραψες και δεν το πολυκαταλαβαίνω κιόλας, γιατί μοιάζουνε με απολογία -και με το συμπάθιο που το λέω ξερά. Σε ποιον-ους και γιατί; αναρωτιέμαι…).

Το λοιπόν: Το βιβλίο «μπόμπα» -που έλεγε κι ένας παλιόφιλος- και καλό δρόμο να ‘χει.

Εσύ πες μου, είσαι ευχαριστημένος που κέρδισες το στοίχημα; Ποιο ήταν το αντίτιμο και ποια τα κέρδη; Αυτό έχει σημασία και τίποτις άλλο. Εσύ να είσαι γεμάτος και γερός μετά το ταξίδι και να μην έμεινες από «λάστιχο» ή «ξελίγωσες την μπαταρία»… Γιατί κάτι μου είχες γράψει ότι είσαι πηγμένος. (Αναφερόσουν όμως στην πρότασή μου για συγγραφή και ίσως για τούτο το ‘γραψες. Ένια σου και δεν ήτανε σοβαρή η πρόταση. Έχουμε άλλα στην κεφάλα μας…).

Τη Γιαννούλα την συγκίνησες πολύ και λέει, οι ιδιαίτερες στιγμές σας με την Χαρά, της θυμίζουν εμάς…

«Αχ γυναίκες, που να αλειφτώ λάδι και να τρυπώσω, να έμπω μέσα σας.» (Πόσο σας αγαπούμε…)

Γράψε μου πώς είσαστε και τα νέα σας. Φιλιά στην οικογένεια και με το καλό το επόμενο (κι ας κατουράει καθιστό αυτή τη φορά. Όχι άλλος πειράτης γιατί θα μας πάρουν φαλάγγι  ….Μμμ, αν είναι πειράτενα όμως;…)

δικός σου – Ραμόν Γ. Μαρούσης

*    *    *

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΕΓΡΟΣ – Ο ΤΙΓΡΗΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ» 28/10/2012

Πρωτοάκουσα το όνομα του Τέο Ρόμβου στα 1978, όταν μαθητής γυμνασίου πήγα στην Αλκυονίδα για να παρακολουθήσω την σουρεαλιστική ταινία – σκάνδαλο της εποχής «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι…». Θυμάμαι ότι η αίθουσα ήταν γεμάτη με δεκάδες καθιστούς και όρθιους πιτσιρικάδες που συμμετείχαν, γελούσαν και απολάμβαναν τη φευγάτη ατμόσφαιρα μιας ταινίας που κορόιδευε απροκάλυπτα τον συντηρητισμό και τη σοβαροφάνεια της κυρίαρχης αισθητικής.

Στη συνέχεια συνάντησα ξανά το όνομα του Ρόμβου σαν τον πρώτο μεταφραστή του Μπουκόφσκι στην Ελλάδα, αλλά και σαν πρωτεργάτη του περιοδικού-φάρσα «Τρύπα» που έκανε την εμφάνισή του στα περίπτερα της πλατείας Κάνιγγος στις αρχές της δεκαετίας του ΄80. Έπειτα διάβασα τα δύο του βιβλία στην Απόπειρα που σήμερα είναι πια δυσεύρετα, το «Πλάνος Δρόμος» και το «Τρία φεγγάρια στην πλατεία»: Ιστορίες αναρχικής περιπλάνησης και ελεύθερου έρωτα με ένα πνεύμα πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα.

Στο πέρασμα του χρόνου, αυτό το πνεύμα της αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’70 υποχωρούσε μέχρις εξαφανίσεως, οι νόρμες του μικροαστισμού επέλαυναν σαν οδοστρωτήρας σαρώνοντας τις μικρές εναλλακτικές εστίες διαφορετικότητας. Τα εκδοτικά πειράματα περιορίστηκαν σε μονοψήφιο αριθμό ενώ ο ίδιος ο Ρόμβος εγκαταστάθηκε  τα τελευταία χρόνια στη Σύρο με τη συντρόφισσά του Χαρά Πελεκάνου.

Ωστόσο, το «τρομερό παιδί» της δεκαετίας του ’70 χτύπησε ξανά: Πριν λίγες μέρες τέλειωσα το τελευταίο (9ο στη σειρά) βιβλίο του «Γεώργιος Νέγρος – Ο τίγρης του Αιγαίου». Ένα βιβλίο – ημερολόγιο ενός θρυλικού πειρατή που όργωσε το Αιγαίο πέλαγο πριν από δύο αιώνες.

Το έναυσμα για τη συγγραφή δόθηκε τυχαία. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Ρόμβος: «Κάποια νύχτα άκουσα έναν παράξενο και συνεχή θόρυβο, κάτι σαν τρίξιμο μέσα από τον τοίχο… Το επόμενο πρωινό έψαξα στο πάνω πάτωμα όλο το δυτικό τοίχο που είναι λαξεμένος μέσα στο βράχο, ερεύνησα εξονυχιστικά τις σχισμές της αμυγδαλόπετρας… χτυπούσα τα ντουβάρια ένα προς ένα μήπως ακούσω ήχο υπόκωφο. Και πράγματι, κάποια στιγμή, ο ήχος σ’ ένα σημείο ακούστηκε διαφορετικός. Πήρα το σκεπάρνι και γκρέμισα το φαγωμένο σοβά. Από πίσω αποκαλύφθηκε μια βαθιά θυρίδα χτισμένη ως επάνω με πέτρες. Τις έβγαλα προσεκτικά μία μία και όταν σήκωσα τις τελευταίες ανακάλυψα από κάτω κάποια παλιά έγγραφα. Φύσηξα και τίναξα τα χώματα… Ανάμεσα σε όλα αυτά και ένα κατασκονισμένο βιβλιόπουλο, ένα μάτσο χειρόγραφα τρυπημένα και δεμένα με σπάγκο. Τίναξα τη σκόνη που τα σκέπαζε, κάθισα κατάχαμα κι άρχιζα να τα ξεφυλλίζω. Ένα τεφτέρι γραμμένο ολόκληρο με μολύβι, χωρίς στίξη και κεφαλαία, μόνο πεζά, από άνθρωπο που ήξερε στοιχειωδώς να γράφει. Τ΄όνομά του Γεώργιος Νέγρος, εποχή γύρω στα 1850.»

Αυτή, λοιπόν, η τυχαία ανακάλυψη (;) έδωσε την αφορμή για μια προσωπική μελέτη ετών με καθημερινές επισκέψεις στο Ιστορικό Αρχείο της Σύρου. Ανασκάλεψε και ανέσυρε αναφορές του 19ου αιώνα, διαθήκες και κιτρινισμένα έγγραφα, αξιοποίησε δεκάδες βιβλία γύρω απ’ τα πειρατικά κατορθώματα για να καταφέρει να ανασυστήσει μια ολόκληρη εποχή όπου οι προσβολές ξεπλένονταν με αίμα και όπου το τίμημα για μια ζωή έξω απ’ τις συμβατικότητες των νοικοκυραίων ήταν η περιθωριοποίηση ή και η εξόντωση. Χωρίς να εξωραΐζει τη βία και το έγκλημα μας παρέδωσε μια συναρπαστική ματιά στα ήθη και την πραγματικότητα μιας εποχής μακρινής αλλά αναγνωρίσιμης.

Ο «Γεώργιος Νέγρος» είναι ένα επίτευγμα: Πρώτα απ’ όλα γιατί είναι ένα βιβλίο γραμμένο σε μια νησιώτικη ντοπιολαλιά του 19ου αιώνα, που φανερώνει ανάγλυφα όλη την εργασία, την προσοχή και τη σοβαρότητα του Ρόμβου στην προσέγγιση του αντικείμενού του. Αλλά ο δεύτερος λόγος είναι ακόμα πιο σημαντικός. Σε μια εποχή πνευματικής υποχώρησης, μακριά από ομφαλοσκοπήσεις και φιλολογικές ωραιοποιήσεις, ο Τέος Ρόμβος προσφέρει μια πρωτότυπη και αναπάντεχη ματιά που φέρνει κάτι απ’ τον αέρα της πειρατικής και ανυπόταχτης ελευθερίας σε μια άνυδρη εποχή…

Γιάννης Γιαννουλέας

Τέχνη – Ανατροπή – Δημιουργία, http://lathrometanastis.wordpress.com/

*    *    *

Βιβλιοκριτική: «Γεώργιος Νέγρος ο Τίγρης του Αιγαίου», εκδ. Πανοπτικόν, 2012

Το blog του βιβλιοφάγου: http://vivliofagia.wordpress.com

25 Δεκεμβρίου 2012 by Christos

Πρόκειται για το τελευταίο μυθιστόρημα του αγαπημένου φίλου Τέου Ρόμβου. Η ανάγνωσή του υπήρξε ανορθόδοξη αφού πρώτα άκουσα τι είχαν να πουν γι αυτό άλλοι αλλά κυρίως ο ίδιος ο Τέος κατά τη διάρκεια της βιβλιοπαρουσίασης που έλαβε μέρος στο Αυτόνομο Στέκι πρόσφατα κι έπειτα το διάβασα. Ως εκ τούτου όσο κι αν προσπαθούσα να το διαβάσω υπό το δικό μου αυτόνομο πρίσμα η συζήτηση που είχε προηγηθεί τριγυρνούσε στο μυαλό μου.

Η γραφή. Απλά εξαιρετική, μου θύμισε τη ντοπιολαλιά των προγόνων μου πίσω στη μεγαλόνησο σε τέτοιο βαθμό που εάν δεν ήξερα τον συγγραφέα θα νόμιζα πως γράφτηκε από κάποιο γλωσσολόγο ειδικευμένο στις νησιωτικές διαλέκτους.

Ο χωροχρόνος. Μια ανθρωπο(γεω)γραφία του Αιγαίου δυο αιώνες πριν. Ανασύνθεση των νησιών, των χωριών και πόλεων και κυρίως των ανθρώπων, όχι μόνο ως άτομα αλλά και των οικονομικών και κοινωνικών συσσωματώσεων της εποχής με αναφορές στη διάταξη των δυνάμεων, τόσο των εξωγενών (ξένες δυνάμεις, οθωμανική αυτοκρατορία, ελληνικό κράτος) όσο και των ενδογενών εντός των τοπικών (νησιωτικών) κοινωνιών.

Το θέμα. Ένας πειρατής, ο Γεώργιος Νέγρος, αφηγείται: Μέσα από την αφήγηση ο Νέγρος δεν εξιστορεί απλά τις περιπέτειες του και αυτές των συντρόφων του αλλά τη σχέση του με την εξουσία, την αλληλεγγύη, την απέχθεια προς τη βία ασχέτως εάν είναι αναγκαία. Η ιστορία του Νέγρου, υπαρκτού προσώπου, και αυτή του συγγραφέα συναντιούνται. Δυο ανυπότακτα πνεύματα εξιστορούν μια και μοναδική ιστορία. Η ζωή, τα βιώματα και οι ιδέες του ενός αποτελούν το προϊόν αφήγησης του άλλου. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή αποτελεί η αρχική στάση του Νέγρου έναντι των Ελλήνων, μιας και όντας καταπιεσμένοι θεωρούσε πως θα έπαιρναν θέση δίπλα του ενάντια στους καταπιεστές. Κάτι το οποίο δεν ίσχυσε μέχρι τέλους και βλέπουμε μια μεταστροφή του Νέγρου λίγο πριν το τέλος όταν αντιλαμβάνεται πως η προδοσία ή η αλληλεγγύη είναι παντελώς ανεξάρτητη από την εθνική καταγωγή.

Εάν επιμείνει κάποιος στα στοιχεία της γλώσσας, της αναπαράστασης του Αιγαίου ή και της πειρατείας παρότι όντως φαντάζουν εκ πρώτης όψεως να παίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο του Ρόμβου έχει χάσει την ουσία. Ο Ρόμβος προσπαθεί μέσα από τις σελίδες του βιβλίου να αναδείξει τη συλλογικότητα αλλά και τα χαρακτηριστικά της αλληλεγγύης και της πάλης ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας αλλά και ενάντια στο φετιχισμό της βίας. Μόνο με αυτό τον τρόπο η ουτοπία παραμένει ζωντανή και ίσως πάψει μια μέρα να αποτελεί ουτοπία.

ΥΓ:  Όταν ήμουν μικρός πάντα ήθελα το πειρατικό καράβι των Lego. Η πολυεθνική των παιχνιδιών πιθανώς μετά από έρευνες αναγνώρισε πως η ανυπότακτη φύση της παιδικότητας θα οδηγούσε τα παιδιά στο να επιλέγουν το πειρατικό από το καράβι των διωκτών τους και ως εκ τούτου το κοστολογούσε πιο ακριβό. Έτσι κατέληξα με το καράβι των «καλών», που ήταν πιο φθηνό και κομφορμιστικό, άνευ φαντασίας …από τότε είχα ένα απωθημένο σε σχέση με τους πειρατές και εν μέρει ικανοποιήθηκε από την ανάγνωση του βιβλίου. Ευχαριστώ Τέο!

ΥΓ2:  Ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των πρωτογενών πηγών που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγγραφή του βιβλίου έγιναν διαθέσιμες από τον συγγραφέα στο προσωπικό του ιστολόγιο https://romvos.wordpress.com και αποδεικνύει για άλλη μια φορά στην πράξη μια βασική ρήση που θεωρώ πως τον χαρακτηρίζει βάσει της σύντομης γνωριμίας μας, και αυτή δεν είναι άλλη από την omnia sunt communia.

*    *    *

Τάσος Ρήτος

Γεώργιος Νέγρος – Ο Τίγρης του Αιγαίου, μυθιστόρημα, Τέος Ρόμβος, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2012

Υπάρχουν πολλές πτυχές της Ιστορίας του κόσμου οι οποίες παραμένουν θαμμένες στο πηγάδι του χρόνου, είτε γιατί οι άνθρωποι θέλησαν να αποκρύψουν την πραγματικότητα, είτε γιατί η μοίρα έμελλε να αφήσει ανεξίτηλα και στο περιθώριο τα πραγματικά γεγονότα. Με τέτοια περίπτωση αποτελεί η αληθινή ιστορία του Γεώργιου Νέγρου, του Τίγρη του Αιγαίου. Ο μεγαλύτερος πειρατής της Μεσογείου κατά την περίοδο του 1851. Ο συγγραφέας Τέος Ρόμβος, όντας κι αυτός, τρεχάμενος μέσα στο πανηγύρι της ζωής, ένας άνθρωπος του δρόμου, ανακαλύπτει τα απομνημονεύματα του Γεώργιου Νέγρου. Ύστερα από πολλή μελέτη, ψάχνοντας παντού σημάδια και αναφορές, μας παρουσιάζει ένα πραγματικό διαμάντι που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τις πειρατικές ταινίες που βλέπαμε στην τηλεόραση μικροί.

Οι ιστορίες του Νέγρου από το ίδιο του χέρι μας ζωντανεύουν μνήμες και γεγονότα που ολίγοι θυμούνται αλλά πολλοί γνώρισαν. Η εποχή μετά την Επανάσταση του 1821 και λίγο αργότερα είναι μια μαύρη εποχή, όπου το Ελληνικό κράτος προσπαθώντας να ανασυγκροτηθεί, καταφεύγει σε ψέματα, λησταρχίες και λαμογιές. Ο απλός λαός βρίσκεται στο κενό και ζει τον αγώνα της επιβίωσης. Ο Γεώργιος Νέγρος, αποτελεί ακόμα μια σημαντική περίπτωση ανθρώπου, όπου τα σεκλέτια της ζωής, η μοίρα και οι δυσκολίες με την εξουσία της βρωμιάς και της αδικίας, τον αναγκάζουν να καταφύγει στην πειρατεία για να επιβιώσει, αλλά προπάντων να αισθάνεται ελεύθερος. Μέσα από τις ιστορίες θα καταλάβουμε πολύ καλά πώς έδρασε και έζησε, και πως συνδέεται η ζωή του με τα γεγονότα της εποχής.

Παίρνοντας στα χέρια μου το βιβλίο του Τέου Ρόμβου και διαβάζοντάς το, μου έρχονται στο μυαλό και άλλες ιστορίες περιθωριακών οι οποίοι θυσίασαν την ζωή τους στο βωμό της ελεύθερης σκέψης και της πραγματικής αλήθειας πολεμώντας στιβαρά με τα σκουπίδια του νόμου και της εξουσίας. Μου έρχεται στο μυαλό ο Νίκος Κοεμτζής, η Κατερίνα η Γώγου, ο Άρης Βελουχιώτης παλαιότερα και αρκετοί άλλοι, οι οποίοι κατά την γνώμη μου είναι οι πραγματικοί ήρωες και γι’ αυτό παρέμειναν περιθωριακοί, όπως και η δράση τους στο χρόνο.

18 Μαρ 2013, http://vakxikon.blogspot.gr/2013/03/blog-post_18.html

ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κάποιοι διατείνονται ότι ο θησαυρός του Νέγρου βρίσκεται ακόμη θαμμένος στην ερημόνησο Ντιπ ενώ άλλοι λένε ότι είναι στο Γυαλί ή στα Λέβηθα. Κάποιοι πάλι υποστηρίζουν ότι ο Γεώργιος Νέγρος το θησαυρό του τον έχει ποντίσει στα αβαθή μεταξύ Μεγάλου Φούρνου και Θύμαινας. Άλλες αφηγήσεις θέλουν το Γεώργιο Νέγρο να έχει θάψει το θησαυρό του στις Βάτσες της Αστυπάλαιας, βαθειά στο “σπήλαιο του Νέγρου”.

Όποιος θελήσει να τόνε βρει πρέπει πρώτα να λύσει το γρίφο που έβαλε ο πειρατής και λέει: «Όταν ο ήλιος υπάγει δώδεκα χτύπα το φίδι στο κεφάλι, και τότε θα ιδείς το θησαυρό του Νέγρου».

* Το βιβλίο «Γεώργιος Νέγρος, ο Τίγρης του Αιγαίου» εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ,
   τηλ. 231 0270399
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s