Κριτική

Τέος Ρόμβος

Του Ηλία Πετρόπουλου 

Θαυμάζω, ανέκαθεν, το έργο του Εμπειρίκου, που η γενιά µου το έβλεπε σαν να ήτανε ένας θρυµατισµένος καθρέφτης. Επί δέκα χρόνια ήμασταν γείτονες. Ο ίδιος -σαν πρόσωπο- ήτο ευγενέστατος. Μίλαγε µε µια λαρυγγώδη φωνή, όπως ο Πεντζίκης. Τον θυµάµαι νάρχεται, πριν την Δικτατορία της Χούντας, στο ατελιέ του Φασιανού, στην Καλλιθέα, για να µας φωτογραφίσει. Μια µέρα τον συνάντησα στην Πατριάρχου Ιωακείµ -κράταγε, υπό µάλης, το ζωγραφισμένο κασελάκι του Θεόφιλου- µιλήσαµε αρκετά, εκεί, στο πεζοδρόμιο. Η γενιά µου ήξερε αποσπασματικά τα ποιήµατά του. Μάθαµε περισσότερα γιαυτόν από τον τόμο του Γαλαξία, µε τους αρκούντως σεμνούς στίχους του, και, ακόμη περισσότερα, από το περιοδικό Πάλι. Και έπρεπε να περάσουν δέκα-πέντε χρόνια από τον θάνατό του (ήμουνα, πια, στο Παρίσι) για να κυκλοφορήσει ο καυλωµένος και καυλιάρικος Μέγας Ανατολικός. Τότε ξύπνησε ό ‘Όχλος.

Ακολούθως, ο Όχλος ξανακοιμήθηκε, πιστεύοντας πως ξεµπέρδεψε µε το ποτάμι του Ερωτισµού και της Πορνογραφίας.
Μόνον οι µαλάκες εισαγγελείς έμειναν άγρυπνοι. Ο Εµπειρίκος πέθανε το 1975. Είναι η εποχή που αρχίζουν να εμφανίζονται τα βιβλία του Τέου Ρόµβου: Ο Τέος Ρόµβος παρουσιάστηκε σαν η συνέχεια του Εµπειρίκου, αλλά δεν έχει καμιά λογοτεχνική σχέση µε τον Εµπειρίκο. Ο Εµπειρίκος χρησιμοποιεί, εντέχνως, την καθαρεύουσα, ενώ ο Ρόµβος γράφει στην τρέχουσα δήθεν-δημοτική, και, ενίοτε, καταφεύγει στα φλοράδικα της σύγχρονης νεολαίας.
Οι µεγάλοι πορνογράφοι είναι, συχνότατα, κουραστικοί – κυρίως, ό Καζανόβα και ο Ντε Σαντ. Ο Εµπειρίκος δεν ένιωσε αυτό το επικίνδυνο φαινόμενο. Γιαυτό δέχτηκε, µεταθανατίως, την επίθεση κάποιου άθλιου υφηγητή της Θεσσαλονίκης. Όλως αντιθέτως, ο Τέος Ρόµβος γλιστράει µε μαεστρία µέσα στα λυρικότατα κείµενά του ορισμένες (εξ ίσου λυρικότατες) ερωτικές σκηνές, που άλλοτε γεμίζουν µια παράγραφο, και άλλοτε εκτείνονται σε δυο-τρεις σελίδες. Ιδού, ένα σύντομο δείγμα γραφής του, µε µια περιγραφή σοδοµισµού: 

Κατά το πρωί, γυρισμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι, μου πρόσφερε τα οπίσθιά της. Ήταν ανένδοτη σε κάθε κουβέντα μου για μετωπική διείσδυση, ακόμα και για να της χαρίσω το αγαπημένο της, παλιά, κουδούνισμα της γλώσσας μου πάνω στο σήμαντρο της ηδονής της. Με κανένα τρόπο δε μ’ άφηνε να τη δω και να την αγγίξω στο μουνάκι της. Αισθάνθηκα απογοητευμένος, αλλά οδηγημένος και από το ένστικτο το γενεσιουργό πασάλειψα την ψωλή μου με βαζελίνη που μου έδωσε εκείνη από το κομοδίνο -κάτι μικρό που μ’ έκανε για μια στιγμή να τα χάσω- και γλίστρησα μέσα της, ενώ εκείνη είχε τεντωθεί στα γόνατα και έσκουζε, βέλαζε, γαύγιζε, έκρωζε, νιαούριζε, μουγκάνιζε, μέχρι που της χάρισα τον ύστατο ρόγχο θανάτου.

Μετά, μαραμένοι κι οι δυο μας, αποκοιμηθήκαμε.

Σε µιαν άλλη περίπτωση, ο Τέος Ρόµβος δείχνει κάποια που µαλακίζεται, πλαγιασμένη πάνω σε µια ταφόπλακα: 

Μια γυναίκα του χωριού ξαπλωμένη, ανασκελωμένη πάνω σ’ έναν τάφο. Το φουστάνι της μαζεμένο ψηλά στη μέση της, τα πόδια της ανοιχτά, τα σκέλια της γυμνωμένα, όλος ο τόπος χαμένος στο υπόγειο μπλε ασημί φως του ονείρου. Το κορμί της σαλεύει, τα χέρια της παλεύουνε με τον εαυτό της, χαϊδεύει μανιασμένα και γρατζουνάει τη σάρκα της, βογκητά, ανάσες βαριές και λυγμοί βγαίνουν από το λαρύγγι της, όλο της το σώμα χορεύει πάνω στο λευκό μάρμαρο σ’ ένα ερωτικό κάλεσμα, κάποιο αεροπλάνο βουίζει ψηλά στον ουρανό, απ’ το στόμα της βγαίνει ένας ψίθυρος, ριγάει ολόκληρη στο φύσημα της δροσιάς, η αύρα μπλέκεται στα μαλλιά της.

 Στο ίδιο βιβλίο, καθώς και σε άλλα πεζογραφήματα του Τέου Ρόµβου, ανακαλύπτεις εκτενείς ερωτικές περιπτύξεις, όπως η εξής:  

 Εδώ στις θαμμένες πολιτείες, οι ναοί ήταν τα λατρευτικά σπίτια του Έρωτα, όπου οι γυναίκες περίμεναν τους άντρες κι όταν εκείνοι έρχονταν τους καβαλούσανε σαν φρενιασμένες μαινάδες και οι άντρες νιώθανε ότι είχανε μόνο μπράτσα και δύναμη και καθόλου μυαλό κι οι γυναίκες τούς κατευθύνανε με τα βογκητά τους και τους κράταγαν με τα υγραμένα αιδοία τους αιχμάλωτους μιας ηδονής που δεν έχει αρχή και τέλος. Οι μικρές κραυγές του έρωτα στην αρχή που προσπαθούν να κρυφτούν, να μην ακουστούν, η στάση της γυναίκας, όταν ξαπλωμένη ανάσκελα περιμένει τον άντρα, το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο, πιτσιλιές, αποτυπώματα κάβλας, παραλήρημα άγνωστων λέξεων με κλαυθμούς, αμετάφραστοι διεγερτικοί ήχοι, λυτρωμός στο τέλος της ερωτικής τελετής με άγριες δυνατές κραυγές που δεν κρύβονται, σπαρακτικά ουρλιαχτά παροξυσμού και κινήσεις επιληπτικές του κεφαλιού, σφίξιμο δοντιών, κόψιμο χειλιών, αίματα στις άκρες του στόματος, σταγόνες στο γυμνό στήθος του άντρα που τον καβαλάει η γυναίκα και βιδώνει το σώμα της πάνω στο πέος του, φρενιασμένος στριφογυριστός καλπασμός, το κορμί της τεντωμένο πάλλεται, τα χέρια της χορεύουνε κι αγκαλιάζονται πάνω από το κεφάλι της, κατεβαίνουνε και τρίβουνε τα στήθη της, γλιστράνε στους γοφούς που ανασηκώνονται πάνω στον άντρα και τρίβουνε τα χείλη του κόλπου μαζί με το πέος που γλιστράει ενώ μπαινοβγαίνει στο λιωμένο μουνί της γυναίκας, οι μυρωδιές μπλέκονται μέσα στους γλιστερούς ήχους κι οι ανοιχτοί πόροι του σώματος ζητάνε μερίδιο στην ηδονή, το μυαλό χυμένο στις αισθήσεις, στις άκρες των δαχτύλων, στα χείλη, στη γλώσσα, στη βάλανο του πέους, στην κλειτορίδα, στις απολήξεις των νεύρων της πατούσας, της παλάμης, στην κόρη του ματιού που θολώνει και στις ελικοειδείς διαδρομές του μυαλού, στα τύμπανα των αυτιών, στο αίμα που εξακοντίζεται στις αρτηρίες και επιστρέφει απ’ τις φλέβες, αυτός τινάζεται ψηλά για να μπει μέσα στο κορμί της, εκείνη ανεβοκατεβαίνει με δύναμη για να τον πάρει τελειωτικά μέσα της, σφαδάζουνε στην αναπαράσταση της ένωσης, σπαρταράνε στην ενσωμάτωση, σπαράζουνε στην ολοκλήρωση του αρχέγονου πόθου, μέσα στην έξαρση, στην αγωνία να συμπληρώσει ο καθένας αυτό που του λείπει, ένα ολοκληρωμένο σύμπλεγμα, το πάθος του ανδρογύναιου σώματος που στροφιλίζεται και σαλεύει σαν παχύρρευστη λάβα, κυλάει, εισχωρεί σε κάθε κοιλότητα και την κατακαίει, λιωμένος χαλκός που χύνεται στο καλούπι, οι Δροσουλίτες σκιές, οι Λεμούριες ψυχές, τα ιδρωμένα πρόσωπα των Ασσασίνων, οι άγνωστες δυνάμεις που σπρώχνουνε τα Λέμινγκ στο βορρά ν’ αυτοκτονήσουν ομαδικά κάποια εποχή του χρόνου και στέλνουνε τα χέλια αφού διασχίσουνε όλες τις θάλασσες να βρεθούνε για μια τελευταία φορά προτού πεθάνουν στη θάλασσα των Σαργασσών και να χορέψουνε το χορό του έρωτα, γυναικεία πρόσωπα ισάξια σε αρμονία με το κεφάλι της Νεφερτίτης, αναψοκοκκινισμένες γυναίκες που μετεωρίζονται πάνω σε ανδρικά κορμιά, διονυσιασμένα πρόσωπα, σάτυροι, μαινάδες σε ακροβατικούς ελιγμούς αγκομαχούνε για χιλιάδες χρόνια πάνω στις ερυθρόμορφες παραστάσεις των αγγείων, σε τοιχογραφίες με φρέσκο, σε βουλιαγμένες τριήρεις στα βάθη του Αιγαίου, σε αόρατες πόλεις αρχαϊκές, στα μικρά πέτρινα ειδώλια με τις ανδρογύναιες μορφές, που βρίσκονται θαμμένα κάτω από το χώμα στις παρυφές των σημερινών πόλεων, στις ερωτικές περιπτύξεις, στους οργασμούς που μαρτυρούνε τα μισόκλειστα βλέφαρα των γυναικών στα σκαλισμένα ή σχεδιασμένα συμπλέγματα, οι καμπυλωτές στάσεις των σωμάτων τους, τοξοειδείς γυναίκες, χαριτωμένες κινήσεις των ποδιών με μια ελαφριά κλίση προς τα μέσα, οι γοφοί φουσκωτοί, τουρλωτοί, τα στήθια δυο τόπια που χοροπηδάνε στον αέρα, το εφηβαίο ένα αινιγματικό σκούρο σύννεφο, οι φαλλικές στύσεις, επισκοπικές τιάρες, βασιλικά σκήπτρα, ανάγλυφα φτιαγμένα από επιδέξια χείλη και στόματα που ξεφυσάνε καυτό αέρα μέσα από σπλάχνα ανυπόμονα, πυρετικά βλέμματα, κοίλες εσοχές, σκοτεινιασμένες, μυστηριώδεις, αλαφιασμένες οι κινήσεις, απόκρυφοι ψίθυροι, αναστεναγμοί που υπόσχονται την πραγμάτωση των πιο αμυδρά φωτισμένων επιθυμιών, βαλανικά μανιτάρια εκσπερματίζουν έκπαγλα μαργαριτάρια, υγραμένα σχεδιάσματα μυθολογικής ταρταρούγας από αλαβάστρινες σχισμές, σαρκώδη λειριά ροδόχρωμων κοκκινισμένων αιδοίων σε μουσκεμένες μυρωδάτες μασχάλες, σε μικρές τρυφερές πατούσες, σε απαλές ζάρες του δέρματος που ταράσσονται και ριγούν ηδονικά, στην ευωχία της μεταρσίωσης, ζωής και θανάτου … στους λασπότοπους, στους σκουπιδότοπους, στους θλιβερούς αυτοκινητόδρομους με τα πεθαμένα κουφάρια των λιωμένων ζώων, διαμελισμένων ανθρώπων, ανθρώπων παγιδευμένων μέσα στ’ αυτοκίνητά τους που καίγονται σε μετωπικές συγκρούσεις, τσακισμένες λαμαρίνες, συνθλιμμένα σώματα, πετσοκομμένα, άνθρωποι που ξεψυχάνε πάνω σε πλαστικά καθίσματα, σε μπλοκαρισμένα τιμόνια, στα πρόσωπα γεωγραφία θανάτου στάζει το πιο προσωπικό τους κόκκινο υγρό, κι ένας τελευταίος σπασμός στα μάτια που θολώνουν κοιτάζοντας τη ροζ πικροδάφνη στην άκρη του δρόμου, το έρεβος της νύχτας υποχωρεί, απαλόχρωμα σπρέι βάφουνε γκρι κι ασημί τον ουρανό πάνω από το Καστέλλο Ρόσσο, τα μαύρα βουνά της Καρύστου ροδίζουν, γύρω η ανυπαρξία, το Χάος, το άπειρο, σ’ ένα μοναδικό σημείο συναντιώνται το μενεξεδί της χαραυγής με το ακαθόριστο σταχτογκρί της απεραντοσύνης, εκεί που υλοποιείται ή εξαφανίζεται ο ορατός κόσμος.   

Καταχράστηκα την ευγένεια του Τέου Ρόµβου, παραθέτοντας τρία αποσπάσµατα κειμένων του (δύο σύντομα και ένα εκτενές), για να νιώσει ο αδαής αναγνώστης την δύναμη και το πάθος αυτού του διαβολεμένου συγγραφέα µας. Ο Τέος Ρόµβος περιγράφει µε ισοδύναμο λυρισμό διάφορα καθημερινά γεγονότα, αναμνήσεις από ξένες χώρες, ιστορίες δύο προσώπων, ή και ελληνικά τοπία.
Είναι χαρακτηριστική µια ρευστή παράγραφός του, όπου μιλάει για απόκρημνα βράχια και φρύγανα και μαύρες κοτρώνες, καταλήγοντας: πέτρες µε µια θηλυκιά χάρη σαν τορνεμένα βυζιά, σαν τουρλωτοί κώλοι.

 Αγνοώ γιατί οι εκδότες αποφεύγουν τα πεζογραφήματα του Τέου Ρόµβου. Υφίστανται για το έργο του μερικές σύντομες κριτικές: του έντιμου Νίκου Ντόκα και του µακαρίτη Κώστα Σταµατίου (αµφότερες του 1988). Επακολούθησαν κάποιοι άλλοι βιβλιοπαρουσιαστές (η Μαρία Κατεργάρη, ο Κώστας Βούλγαρης και ορισµένοι ανώνυµοι). Αναφέρω τα ονόµατά τους για να τους τιμήσω.
Ωστόσο, οι άνθρωποι που εξαρχής αγάπησαν τον Τέο Ρόµβο, και πρώτοι τον παρουσίασαν, είναι ο Λεωνίδας Χρηστάκης και ο Πάνος Κουτρουµπούσης. Όσο για µένα, επιμένω στην φράση που είπα προ ετών: ο Τέος Ρόµβος έγραψε τις ωραιότερες ερωτικές σκηνές της πεζογραφίας µας. Και θα προσθέσω κάτι ακόμη, που έχω δηλώσει: ο Τέος Ρόµβος έγραψε τα ωραιότερα γαµίσια της λογοτεχνίας µας.

Οι κριτικοί µας δεν έχουν την ικανότητα να διακρίνουν τους επερχόµενους κυµατισµούς της σύγχρονης ερωτικής λογοτεχνίας µας, χώρια που (µέ ξεροκεφαλιά) διαχωρίζουν σε κλειστά στεγανά τον Ερωτισμό και την Πορνογραφία. Η Ηδονή είναι µία και αδιαίρετη. Ο πόλεμος κατά της Ηδονής συνεχίζεται αμείωτος. ‘Εθαψαν διά παντός τον ερωτικό Λαπαθιώτη, ενώ ο ευνουχισθείς Καβάφης ανεκηρύχθη άγιος. Τα ίδια κάνουν, σήμερα, µε τον Εµπειρίκο (-οι πορνοφωτογραφίες του χάθηκαν από τον ορίζοντα). Άφησαν να ξεχαστεί ο Γκόρπας. Στο µακρινό Αγρίνιο ζουν οι ερωτικοί ποιητές Γιάννης Υφαντής και Βαγγέλης Παπακωνσταντίνου και Αντώνης Αντωνάκος, αλλά οι ηθικολόγοι της Αθήνας δεν θέλουν να τους επισηµάνουν. Στην πρόσφατη ποιητική ανθολογία του Βασίλη Βασιλικού δεν παρεισέφρυσε κανένα Μουνί και καμιά Κωλοτρυπίδα.
Και δεν είναι λίγα τα φαρμακερά σχόλια εναντίον του φερέλπιδος Βαγγέλη Ραπτόπουλου, που τον διαβάζω µέ προσοχή.

Αυτοί που θα επιζήσουν δεν είναι οι νεκροθάφτες κριτικοί, αλλά οι Ποιητές και οι Πεζογράφοι. Ο Τέος Ρόµβος, εδώ και λίγα χρόνια, απεσύρθη στην ‘Άνω Ερµούπολη. Οι κριτικοί µας νομίζουν (ή ελπίζουν) πως τον έχουν πληγώσει θανάσιμα. Τους πληροφορώ ότι, ο Τέος Ρόµβος εγκατέλειψε την Αθήνα των κλικαδόρων, κουβαλώντας μαζί του το ασίγαστο πάθος του και το αξιοθαύμαστο ταλέντο του. Και εκεί, στην αποµόνωσή του, γύρισε µε τα πόδια (επί τρία χρόνια) την Σύρο, τραβώντας χιλιάδες φωτογραφίες όλων των χαραγµάτων που ανακάλυψε – αυτό είναι το θέµα του καινούργιου του βιβλίου, που θα φέρει τον τίτλο ‘Ίχνη: η φωνή της πέτρας.

Ο Τέος Ρόµβος είπε µια σημαδιακή φράση: Αλίµονο στην πολιτεία που θα βρεθεί χωρίς εξεγερμένους. Η σημερινή Ελλάδα μοιάζει µε µια τέτοια πολιτεία, όπου κυριαρχούν οι πουλημένοι. Οι ερωτικοί Ποιητές και Πεζογράφοι, οι Λογοτέχνες της Ηδονής, συνθέτουν την αφρόκρεμα των εξεγερμένων.

Ο Όχλος υποχρεούται να ανακαλύψει τα λυρικά ερωτικά βιβλία του Τέου Ρόµβου.

Παρίσι. 11-5-2001. Πρώτη δηµοσίευση, Ο κουραδοκόφτης

 

  ΕΦ’ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ 

Ο Ηλίας Πετρόπουλος κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’80, κατακεραύνωνε τον Γ. Π. Σαββίδη, γιατί επέμενε να ασχολείται με τους «Σεφέρηδες» και όχι με τον Θωμά Γκόρπα, τον Γιάννη Υφαντή και τον Τέο Ρόμβο, ο οποίος (κατά τη γνώμη του) ήταν (και είναι φαντάζομαι) «ο ποιητής που έγραψε τις ωραιότερες σκηνές της πεζογραφίας μας …»

Ομολογώ πως εκτιμούσα ιδιαίτερα τον ποιητή Γκόρπα (και σήμερα το ίδιο), εγνώριζα τον Υφαντή, αλλά αγνοούσα τον Ρόμβο. Η αναδίφησή μου στα σχετικά ράφια των βιβλιοπωλείων απέφερε, τότε, δύο βιβλία του που έφεραν τους τίτλους Τρία Φεγγάρια στην Πλατεία και Πλάνος Δρόμος. Τα αφηγήματα του Ρόμβου μου άρεσαν, μπορώ να πω ότι με «έπεισαν», γιατί δεν είναι λίγο ένας «κατ’ αρχήν ύποπτος» για ευκολία να μπορεί να έχει πειθαρχημένη λογοτεχνική γραφή και μάλιστα στο έδαφος της «πλατείας» (Εξαρχείων) ή στα ατέλειωτα χιλιόμετρα των «πλάνων» ευρωπαϊκών αυτοκινητόδρομων και αφρικανικών καρόδρομων.

Κάνει «λογοτεχνία» όμως ο Ρόμβος; Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν άντεξε στην ιδέα, και έτσι, στα δυο επόμενα βιβλία του, φρόντισε να αυτοκαταργηθεί. Στη συλλογή διηγημάτων Ασσασίνοι του Βορρά, Δροσουλίτες του Νότου, σπαταλά τον εκπληκτικά ρέοντα λόγο του σε κοινότοπα θέματα, ενώ συχνά καταφεύγει σε παρηκμασμένες αμφισβητησιακές κορόνες, προβοκάροντας και τα ελάχιστα αριστουργηματικά διηγήματα που συνυπάρχουν στον τόμο. Στο τελευταίο του βιβλίο Κείμενο Πάθος, η αναπόληση των ωραίων ημερών (κυρίως νυκτών…) του γερμανικού ’68 στερείται και της στοιχειώδους λογοτεχνικότητας, προσβάλλει ακόμα και την ανάμνηση των πολλαπλών δοκιμών –αποτυχημένες συνήθως, αλλά καταλυτικές ως εμπειρίες και δείγματα – όσων αποπειράθηκαν «να στήσουν τη λογοτεχνία στα πόδια της», δηλαδή να «παράγουν» αντι-λογοτεχνία, καταντά καρικατούρα κάποιου αόριστου αντιακαδημαϊσμού, το ίδιο «πούρου» με το αντιπρότυπό του, αποπνέει τη μιζέρια της επιτηδευμένης μη ένταξης.

Αν, όπως λέει κάπου ο Γκόρπας, υπάρχουν συγγραφείς που έχουν απ’ την αρχή μια γλώσσα και συγγραφείς που γράφουν ψάχνοντάς την, ο Ρόμβος δείχνει να μην πιστεύει στη γλώσσα που κατέχει, στον τρόπο και στη δυνατότητα που έχει για να μιλήσει και να υπάρξει λογοτεχνικά και επιμένει να επιζητεί, αγχωτικά και ατελέσφορα, πειστήρια, διαβεβαιώσεις και έξωθεν νομιμοποιήσεις, επιμένει να προσδοκά πράγματα από εκεί που δεν έχει πλέον να λάβει τίποτα, γιατί δεν υπάρχει τίποτα.

Κώστας Βούλγαρης, περιοδικό ΠΟΛΙΤΗΣ 27.7.1998

Σχόλια
  1. […] το έμαθα όταν διάβαζα το άλλο δικό του βιβλίο “Ασσασίνοι του Βορρά, Δροσουλίτες του Νότου” κι αφού είχα συζητήσει με πολλούς ανθρώπους, για […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s